454/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated454/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Κατά την διάταξη του άρ. 555 Κ.Πολ.Δ. δεν επιτρέπεται δεύτερη αναίρεση του ιδίου διαδίκου κατά της αυτής απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, σε περίπτωση, όμως, νομότυπης παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο της αναίρεσης δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας αίτησης αναίρεσης, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρ. 295 και 299 Κ.Πολ.Δ., η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε.
Full text
Απόφαση 454 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.
Αριθμός 454/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) ..., κατοίκου ..., 2) ..., κατοίκου ..., 3) ..., κατοίκου ..., 4) ..., κατοίκου ..., 5) ..., κατοίκου ..., 6) ..., κατοίκου ..., 7) ..., κατοίκου ..., 8) ..., κατοίκου ..., 9α) ..., β) ... και γ) ..., κατοίκων ..., κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος (αρχικού διαδίκου) ... και 10) ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 12-12-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2003 αγωγή των ήδη 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου και 10ου καλούντων - αναιρεσειόντων, καθώς και του Λαζάρου Σεϊτανίδη, που έχει ήδη αποβιώσει, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1285/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8643/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αρχικώς αναιρεσείοντες με την από 29-6-2007 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 22-1-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 31-1-2008 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 3-1-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου, κατ' αμφότερα τα μέρη τους, λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των καλούντων - αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρ. 555 Κ.Πολ.Δ. δεν επιτρέπεται δεύτερη αναίρεση του ιδίου διαδίκου κατά της αυτής απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, σε περίπτωση, όμως, νομότυπης παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο της αναίρεσης δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας αίτησης αναίρεσης, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρ. 295 και 299 Κ.Πολ.Δ., η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε.
Κατά την διάταξη του άρ. 297 του ιδίου Κώδικα η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου μέχρι την συζήτηση της αίτησης αυτής, εφόσον βεβαίως δεν έχει ήδη συζητηθεί η προγενέστερη αίτηση (Ολ ΑΠ 27/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής προκύπτει, ότι κατά της 8643/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες είχαν ασκήσει την από 5-5-2006 και με αριθ. έκθ. κατ. 642/2006 προγενέστερη αίτηση αναίρεσης και στην συνέχεια άσκησαν κατά της αυτής απόφασης την ένδικη από 29-6-2007, παραιτήθηκαν δε από την ως άνω προγενέστερη (από 5-5-2006 αίτηση) με δικόγραφο κατατεθέν στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 24-1-2008, συνταχθείσης της σχετικής 6/2008 έκθεσης, το οποίο επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 25-1-2008.
Επομένως και εφόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η προγενέστερη αναίρεση θεωρείται αρχήθεν ως μη ασκηθείσα και έγινε πριν από την συζήτηση της ένδικης, η τελευταία είναι παραδεκτή και πρέπει ν' απορριφθούν οι αντίθετοι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια αποτελούν, μεταξύ άλλων, και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής και δη η κύρια και η επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επιμέρους αιτημάτων περιστατικά, καθώς και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, η οποία συνάγεται από το άρ. 288 Α.Κ. και ήδη προβλέπεται από το άρ. 22 παρ. 1β του Συντάγματος και το ά. 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, επιβάλλει ο εργοδότης όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που εκτιμάται ελεύθερα από τον ίδιο, σε εκούσια παροχή προς τους μισθωτούς του, να μη εξαιρεί απ' αυτή κάποιο ή κάποιους από τους μισθωτούς του, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια κάτω από τις αυτές συνθήκες εργασία, εκτός αν η εξαίρεση αυτή, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.
Εξ αυτών παρέπεται ότι, αν ο εργοδότης για οποιοδήποτε συναφή προς την επιχείρησή του λόγο, που ο ίδιος ήθελε κρίνει, προβεί σε κάποια εκούσια παροχή προς τους μισθωτούς του, οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους κάτω από ορισμένες συνθήκες, δεν δικαιούνται να λάβουν την εν λόγω παροχή με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως άλλοι μισθωτοί, που παρέχουν την εργασία τους κάτω από διαφορετικές συνθήκες, έστω και αν ανήκουν στην ίδια κατηγορία που προσφέρουν την ίδια εργασία με εκείνους, διότι δεν παρέχουν την εργασία τους κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους τελευταίους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (Α) Με την ένδικη από 9-10-2003 (και με αριθ. έκθ. κατ. 148632/3705/2003) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε, ύστερα από έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ΕΥΔΑΠ ΑΕ, η προσβαλλομένη απόφαση, οι ενάγοντες (και τώρα αναιρεσείοντες) εξέθεσαν, ότι είναι τεχνικοί υπάλληλοι της εναγομένης προσληφθέντες, κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αρχικά ορισμένου χρόνου, μετατραπείσες στην συνέχεια σε αορίστου χρόνου, οι 1ος - 6ος και 9ος από την τέως ΕΕΥ, καταστάντες αυτοδικαίως υπάλληλοι της εναγομένης από την σύστασή της το έτος 1980 και οι υπόλοιποι από την εναγομένη ΕΥΔΑΠ ΑΕ, ότι μετά την θέση σε ισχύ του τελευταίου Κανονισμού Προσωπικού αυτής, κυρωθέντος με το ΠΔ 597/1985, εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις και μονιμοποιήθηκαν με τις ως άνω ειδικότητες και ανήκαν στην κατηγορία ΜΕΤ4 (τεχνικό προσωπικό Μέση Εκπαίδευσης), εκτός του 5ου που ανήκει στην κατηγορία ΣΕΤ5 (Τεχνικό Προσωπικό Στοιχειώδους Εκπαίδευσης), με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη, ότι με την ειδικότητα αυτή, εργάζονται στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και στα αντλιοστάσια 'Υδρευσης της εναγομένης στα Βίλιζα ασχολούμενοι με την συντήρηση και επισκευή των ηλεκτρομηχανολογικών εγκασταστάσεων της εναγομένης, ειδικότερα δε στην Βίλιζα υπάρχουν διάφορα αντλιοστάσια, υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας με υψηλή τάση και υπόγεια αντλιοστάσια, ότι ο χώρος εργασίας τους είναι υπόγειος και υπό τάση, ότι οι εργαζόμενοι στους τομείς αποχέτευσης της εναγομένης λαμβάνουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας από 20% - 50% , ενώ οι εργαζόμενοι στους τομείς ύδρευσης τέτοιο επίδομα 12% - 20% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, ότι πρέπει να γίνει διαχωρισμός μεταξύ επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και επιδόματος επικίνδυνης εργασίας (το πρώτο χορηγείται για ανθυγιεινής εργασίας ή εργασία σε ανθυγιεινούς χώρους και το δεύτερο για επικίνδυνη εργασία ή εργασία σε χώρους που παρουσιάζουν, λόγω ηλεκτρικών δικτύων, αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας), ότι με την 402/1974 εγκύκλιο της ΕΕΥ χορηγήθηκε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ή επικίνδυνης εργασίας σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, το οποίο με την 221/1977 απόφαση του Δ.Σ.
αυτής επεκτάθηκε σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του Τομέα 'Υδρευσης, ότι επρόκειτο για δύο ξεχωριστά επιδόματα, ότι ειδικά στην κατηγορία των ηλεκτροτεχνιτών χορηγήθηκαν και τα δύο επιδόματα και δη (α) επικίνδυνης εργασίας 15% στους ηλεκτροτεχνίτες που απασχολούνται σε εναέρια και υπόγεια ηλεκτρικά δίκτυα ή στην κατασκευή και συντήρηση ηλεκτρικών δικτύων που λειτουργούν με τάση ή εφόσον επεμβαίνουν σε περιπτώσεις βλαβών ή ζημιών και (β) ανθυγιεινής εργασία για τον χρόνο που εργάζονται σε χώρους, όπου η εργασία χαρακτηρίζεται ανθυγιεινή και οι εργαζόμενοι μόνιμα σ' αυτήν λαμβάνουν τέτοιο επίδομα, ότι το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, κατ' ορθή ερμηνεία της ως άνω απόφασης, υπολογιζόταν σε 15% εφ' όλων των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, ότι οι ως άνω εγκύκλιος και απόφαση της τέως ΕΕΥ δεσμεύουν και την εναγομένη, η οποία κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω 221/1977 απόφαση του Δ.Σ.
και των σχετικών αποφάσεων και σημειωμάτων των αρμοδίων οργάνων της αντί να χορηγήσει στους ηλεκτροτεχνίτες της 'Υδρευσης επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% επί του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών και το αναλογούν στον κάθε έναν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό ανάλογο με τον ανθυγιεινό χώρο στον οποίο εργάζονταν και με το ποσοστό που ελάμβαναν οι λοιποί εργαζόμενοι στον αυτό χώρο (12%, 15% ή 20% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος στον Τομέα 'Υδρευσης) χορηγούσε μέχρι το 1997 συνολικό επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας ποσοστού 15% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, συμψηφίζοντας έτσι παράνομα τα δύο επιδόματα σε ένα, ενώ χορηγούσε το συνολικό αυτό επίδομα σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος και όχι επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών, ότι αντίθετα στους ηλεκτροτεχνίτες που προέρχονταν από το με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του τ.
ΟΑΠ (Οργανισμού Αποχέτευσης Πρωτεύουσας) που λάμβαναν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος η εναγομένη χορηγούσε χωριστό επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών, ότι η εναγομένη με διάφορες αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της και τελικά με την 9428/1995 απόφαση του Δ.Σ.
αυτής χορήγησεν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος στο προσωπικό όλων των ειδικοτήτων που εργαζόταν στην Σούδα, στο Κέντρο Λυμάτων Μεταμόρφωσης, ΚΕΡΕΨΥΤ και Ψυττάλειας και ότι από την 23-3-1995 όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από ειδικότητα, που εργάζονταν στους προαναφερόμενους τομείς της Αποχέτευσης ελάμβαναν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, ότι το ποσοστό αυτό για τους εργαζομένους στα Κέντρα επεξεργασίας λυμάτων και στο ΚΕΡΕΦΥΤ αυξήθηκε σε 35% και σε 50% με την ΕΣΣΕ του 1999, ότι με την 10636/1997 απόφαση του Δ.Σ.
της η εναγομένη για πρώτη φορά διαχώρισεν έμπρακτα το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας απ' αυτό επικίνδυνης εργασίας και χορήγησε και τα δύο σε ορισμένη ομάδα των ηλεκτροτεχνιτών της, ότι η απόφαση αυτή δημιούργησε άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη στην εναγομένη, ειδικότερα δε (α) ενέκρινε την επέκταση του χωριστού επιδόματος επικίνδυνης εργασίας σε όλους τους ηλεκτροτεχνίτες, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους και την κατηγορία προσωπικού, στη οποία ανήκαν (β) χορήγησε το επίδομα στους ηλεκτροτεχνίτες, των οποίων το αντικείμενο εργασίας έχει σχέση με τον ηλεκτρισμό, δηλ.
στους εργαζόμενους σε όλα τα δίκτυα ανεξαιρέτως (γ) είχεν ως αποτέλεσμα ότι όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι στα Κέντρα Λυμάτων Μεταμόρφωσης, ΚΕΡΕΦΥΤ και Ψυττάλειας ηλεκτροτεχνίτες - ηλεκτρολόγοι να λαμβάνουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και επιπλέον επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% επί του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους (περιλαμβανομένης και της Α.Τ.Α.), με τον τρόπο δε αυτόν ύστερα από τον διαχωρισμό των δύο επιδομάτων και την χορήγηση αυτού για επικίνδυνη εργασίας από 6-2-1997.
Οι αποδοχές των ως άνω ηλεκτροτεχνιτών που εργάζονται στο ΚΕΡΕΦΥΤ και την Ψυττάλεια και λύθηκαν την τελευταία πενταετία κατά 120.000 - 180.000 δραχμές (δ) αντίθετα όλοι οι λοιποί ηλεκτροτεχνίτες - ηλεκτρολόγοι της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, οι οποίοι εργάζονται σε ανθυγιεινούς χώρους της 'Υδρευσης, όπου οι λοιποί εργαζόμενοι λαμβάνουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, λαμβάνουν ένα συνολικό επίδομα, επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, 15% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, με βάση, όμως, τις προαναφερθείσες αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της η εναγομένη έπρεπε να χορηγεί στους ενάγοντες επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% επί του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών και9 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 12% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, δεδομένου ότι στον Τομέα 'Υδρευσης που εργάζονται οι ενάγοντες ο χώρος είναι ανθυγιεινός και οι λοιποί εργαζόμενοι λαμβάνουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας στο ως άνω ποσοστό, ότι στον χώρο όταν εργάζονται οι ενάγοντες, ο οποίος είναι ανθυγιεινός, η εναγομένη χορηγεί με μονομερείς οικειοθελείς παροχές επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 12% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων εκεί, ότι ως προς την επικινδυνότητα η εργασία των εναγόντων στην επισκευή και συντήρηση των Η/Υ εγκαταστάσεων της εναγομένης είναι ακριβώς η ίδια και εκτελείται με τις ίδιες συνθήκες επικινδυνότητας που εκτελείται και η εργασία των συναδέλφων τους της αποχέτευσης, στους οποίους η εναγομένη χορηγεί οικειοθελώς επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% εφ' όλων των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους, ότι οι ενάγοντες είναι ηλεκτροτεχνίτες που εργάζονται σε εργασίες που έχουν σχέση με τον ηλεκτρισμό και μάλιστα σε ηλεκτρικά δίκτυα υπό τάση και υπόγεια δίκτυα, επεμβαίνουν σε περιπτώσεις βλαβών στα δίκτυα, συντηρούν και επισκευάζουν ηλεκτροκινητήρες, αντλίες και υποσταθμούς ηλεκτρικής ενέργειας, εργάζονται σε ανθυγιεινούς χώρους (αντλιοστάσια της Βίλιζας του Τομέα 'Υδρευσης), όπου οι λοιποί εργαζόμενοι λαμβάνουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 12% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος και εκτελούν την εργασία αυτή καθημερινά, ότι από πλευράς επικινδυνότητας η εργασία τους ενέχει τον αυτόν ακριβώς βαθμό επικινδυνότητας με την εργασία των ευνοηθέντων συναδέλφων τους, από πλευράς δε ανθυγιεινότητας της εργασίας τους το ποσοστό καθορίζεται σε 12% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος (αντί του 30% των ευνοηθέντων συναδέλφων τους), διότι εργάζονται στο συγκεκριμένο τμήμα το Τομέα 'Υδρευσης και ότι συνεπώς η εξαίρεση των εναγόντων από την εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και προς άρση της ανισότητας αυτής πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να εφαρμόσει σ' αυτούς τις 10636 και 221/1977 και τις άλλες αποφάσεις του Δ.Σ.
αυτής και να τους χορηγήσει τα δύο επιδόματα χωριστά από 1-3-1997, επικουρικά δε ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης παραβιάζει την συμβατική δέσμευση που αναλήφθηκε έναντι των εναγόντων με τις προαναφερόμενες αποφάσεις. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους (α) ν' αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους και η αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους από 1-3-1997 και εφεξής χωριστά (α) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 12% επί του μηνιαίου βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος και (β) επίδομα επικίνδυνης εργασίας ποσοστού 15% επί όλων των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους, περιλαμβανομένης και της Α.Τ.Α.
και (2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτούς τ' αναφερόμενα εκεί αναλυτικά ποσά για τον κάθε έναν ενάγοντα ως μισθολογική διαφορά και (3) ν' αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους και η αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης να υπολογίζει από 1-3-1997 τις έκτακτες αποδοχές τους για νυκτερινή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, υπόγεια εργασία, υπερεργασία και υπερωρίες με βάση το ωρομίσθιο που προκύπτει από τις προαναφερόμενες τακτικές αποδοχές τους, εάν σ' ατές περιλαμβανόταν από 1-3-1997 και εφεξής επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 12% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος και επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% επί του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους και περαιτέρω ν' αναγνωρισθεί το δικαίωμα των εναγόντων και η αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης ν' αμείβονται από 1-3-1997 και εφεξής ς προς τις ως άνω έκτακτες αποδοχές με το ωρομίσθιο που προκύπτει ύστερ' από συνυπολογισμό στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους των δύο ως άνω χωριστών επιδομάτων. (Β) Για την αγωγή αυτή το Εφετείο με την προσβαλλομένη με αριθ. 8643/2005 απόφασή του δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) εργάζονται με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και τ' αντιλιοστάσια της εναγομένης, ΕΥΔΑΠ ΑΕ (και τώρα αναιρεσίβλητης) προσληφθέντες απ' αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλην των 1ου - 6ου και 9ου που είχαν προσληφθεί από την τέως Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (ΕΕΥ), στην θέση της οποίας υπεισήλθε η εναγομένη από το έτος 1980, ότι με την 221/1997 απόφαση του Δ.Σ.
της εναγομένης χορηγήθηκε επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού στους ηλεκτροτεχνίτες που εργάζονταν σε ανθυγιεινούς χώρους εργασίας, μεταξύ των οποίων και στους ενάγοντες, ότι με την από 24-6-1982 ΕΣΣΕ μεταξύ της εναγομένης και του Σωματείου των Εργατοϋπαλλήλων Προσωπικού Ιδιωτικού Τομέα Αποχέτευσης το επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας διαχωρίσθηκε σε δύο ξεχωριστά επιδόματα και χορηγήθηκε στους ηλεκτροτεχνίτες τους προερχομένους από τον τέως ΟΑΠ επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% επί του συνόλου των αποδοχών τους και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, ότι με την 10636/1997 απόφαση του Δ.Σ.
αυτής η εναγομένη διαχώρισε από 1-3-1997 το επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας σε (α) ειδικό επίδομα επικίνδυνης ηλεκτρολογικής εργασίας 15% επί του συνόλου των αποδοχών των ηλεκτροτεχνιτών που απασχολούνται στα εναέρια και υπόγεια δίκτυα που λειτουργούν με ή χωρίς τάση και (β) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού και του χρονοπεπιδόματος με την προϋπόθεση ότι κατά την διάρκεια της εργασίας τους έρχονται σε συνεχή επαφή με τ' ακάθαρτα, ότι με τον τρόπο αυτό έγινε διαμορφοποίηση των επιδομάτων μεταξύ των εργαζομένων στον Τομέα 'Υδρευσης και αυτών στον Τομέα Αποχέτευσης οφειλομένης το γεγονός ότι οι τελευταίοι εργάζονται συνεχώς σε ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας ερχόμενοι σε άμεση επαφή με τα ακάθαρτα, ότι ειδικότερα για τους ηλεκτροτεχνίτες η διαφοροποίηση ως προς τα επιδόματα ήταν φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι τα αντλιοστάσια της ύδρευσης, όπου υπηρετούν και οι ενάγοντες, βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της γης και αντλούν καθαρό νερό, ενώ αυτά της αποχέτευσης είναι κάτω από την επιφάνεια της γης και αντλούν ακάθαρτα, ότι η διαφοροποίηση υπέρ των ηλεκτροτεχνιτών που εργάζονται στα Κέντρα Λυμάτων Σούδας, ΚΕΡΕΦΥΤ, Μεταμόρφωσης και Ψυττάλειας οφείλεται μόνο στις διαφορές των συνθηκών εργασίας, δεδομένου ότι στα ως άνω κέντρα λυμάτων οι ηλεκτροτεχνίτες που εργάζονται στις εγκαταστάσεις αποχέτευσης βρίσκονται καθόλο το ωράριο εργασίας τους υπό την άμεση επίδραση της υγρής ή αέριας φάσης των λυμάτων, γεγονός που δικαιολογεί την εξαίρεση θέσπισης ενός επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, ότι εάν και οι ενάγοντες μετακινηθούν για υπηρεσιακούς λόγους στα ως άνω κέντρα λυμάτων θα λάβουν και αυτοί τα ως άνω επιδόματα, δηλ.
χωριστό επίδομα επικίνδυνης εργασίας 15% και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας στο ως άνω ορισθέν ποσοστό, ότι κατά συνέπεια αποδείχθηκε η ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου που δικαιολογεί την διαφορετική μεταχείριση αυτών που εργάζονταν σε διαφορετικές και ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, ότι δικαιολογείται η εξαίρεση που αίρει στην συγκεκριμένη περίπτωση την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, με την ίδια ειδικότητα αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες εργασίας, την οποία η εναγομένη δεν παρέβη σε σχέση με τους ενάγοντες, με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την ένδικη αγωγή και κατά την βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης σε σχέση με την ένδικη αγωγή, δεν έλαβε υπόψη τα περιεχόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την βάση και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής των εναγόντων για την χορήγηση χωριστού επιδόματος επικίνδυνης εργασίας ποσοστού 15% εφ' όλων των αποδοχών τους.
Επίσης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και την βάση της αγωγής και το αντίστοιχο αίτημα, που αφορούσε την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλλει σ' αυτούς από 1-3-1997 χωριστό επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 12% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος και να υπολογίζει από το ίδιο χρονικό σημείο τις έκτακτες αποδοχές τους για νυκτερινή εργασία κτλ με βάση και το επίδομα αυτό καθώς και την καταψήφιση της εναγομένης να τους καταβάλει τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως μισθολογικές διαφορές σε σχέση με το επίδομα αυτό, ούτε τα προταθέντα προς θεμελίωση αυτών επιμέρους πραγματικά περιστατικά και δη ότι η εναγομένη με μονομερείς οικειοθελείς παροχές χορηγεί το ως άνω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε άλλους εργαζομένους διαφόρων ειδικοτήτων που απασχολούνται στους αυτούς ως και οι ενάγοντες χώρους, του Τομέα 'Υδρευσης, που είναι ανθυγιεινοί, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτεθέντα.
Αντίθετα έλαβε υπόψη και συνέκρινε τις συνθήκες και τους χώρους εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών που απασχολούνται στον Τομέα 'Υδρευσης της εναγομένης, όπως είναι και οι ενάγοντες, με εκείνες των συναδέλφων τους του Τομέα Αποχέτευσης, οι οποίοι λαμβάνουν, κατά τις σχετικές παραδοχές, ως ευρισκόμενοι συνεχώς υπό την επίδραση της αέριας ή υγρής φάσης των λυμάτων επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% (επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος), το οποίο έκρινε ότι δεν δικαιούνται οι ενάγοντες λόγω της διαφοράς των συνθηκών και του βαθμού ανθυγιεινότητας της εργασίας τους, το αυξημένο, όμως, αυτό επίδομα (30%) δεν ζήτησαν οι ενάγοντες ούτε συνέκριναν τις συνθήκες παροχής της εργασίάς τους και τον βαθμό της ανθυγιεινότητας αυτής με αυτές των συναδέλφων τους του Τομέα Αποχέτευσης ούτε έθεσαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά ως ιστορική βάση του αντιστοίχου αιτήματός τους.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το Β' σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρ. 559 Κ.Πολ.Δ., παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8643/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ