Legislator Case Law & Legislation
454/2007 AI generated

454/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 454/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

454/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Θετικές διακρίσεις υπέρ των γυναικών επιτρέπονται μόνο κατά το μέρος που στηρίζονται σε σοβαρούς λόγους, που αναφέρονται στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες των δυο φύλων, όπως οι προβλεπόμενοι από την Οδηγία 76/207/ΕΟΚ, η οποία θεσπίζει ιδιαίτερη προστασία για εργαζόμενες γυναίκες κατά το στάδιο της κυήσεως, του τοκετού και της γαλουχίας, β) η δεύτερη (άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 454 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 454/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: "ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκούβα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..... , 2) ....., 3) ..... , 4) ....., 5) ..... , 6) .... και 7).... . Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 6ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο 7ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 19-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις με επίκληση προσκομιζόμενες 3750 β/24.10.2006, 5350/28.12.2005, 5409/3.1.2006, 5310/22.12.2005, 5381Ε/29.12.2005, 6220 Ε/12.4.2006 εκθέσεις επιδόσεων των δικαστικών επιμελητών στα πρωτοδικεία Αιγίου και Πατρών ..... και .... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως, ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο σε κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία των νομίμως κλητευθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Επειδή στις διατάξεις του Συντάγματος ορίζονται α) στο άρθρο 4 παρ. 2 "οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", β) στο άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ. β΄ "όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας", γ) στο άρθρο 116 παρ. 1 "διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως 31.12.1982", δ) στο άρθρο 116 παρ. 3 "κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις ΣΣΕ ή ΔΑ για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: α) η πρώτη (άρθρο 4 παρ. 2) δεν αποτελεί απλώς μερική επανάληψη της γενικής αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου, καθόσον, ενώ με τη γενική αρχή της ισότητας ο νομοθέτης δεσμεύεται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων, να μη εισάγει εξαιρέσεις και διακρίσεις μη δικαιολογούμενες από λόγους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ των φύλων είναι επιτρεπτή μόνο όταν τυχόν παράλειψή τους από τον νομοθέτη θα αποτελούσε (για βιολογικούς κυρίως λόγους) αυθαιρεσία.

Θετικές διακρίσεις υπέρ των γυναικών επιτρέπονται μόνο κατά το μέρος που στηρίζονται σε σοβαρούς λόγους, που αναφέρονται στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες των δυο φύλων, όπως οι προβλεπόμενοι από την Οδηγία 76/207/ΕΟΚ, η οποία θεσπίζει ιδιαίτερη προστασία για εργαζόμενες γυναίκες κατά το στάδιο της κυήσεως, του τοκετού και της γαλουχίας, β) η δεύτερη (άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ.

β΄) καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που απασχολεί έναντι αμοιβής, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα πρόσωπα που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσέλαβε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται ομοιομόρφως και να μη εξαιρεί ορισμένα από αυτά από παροχές, είτε μονομερώς είτε συμβατικώς χορηγούμενες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.

Επομένως, κατά την έννοια των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων, κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας απαγορεύεται. Τούτο ισχύει όχι μόνον όταν η διάκριση αυτή στηρίζεται αμέσως στη διαφορά του φύλου ανάμεσα σε εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, αλλά και όταν η διαφορά του φύλου χρησιμοποιείται στον νόμο, στις ΣΣΕ ή ΔΑ ή στον κανονισμό εργασίας που έχει ισχύ νόμου, ως στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους ή της χρονικής διάρκειας της αμοιβής, στην οποία περιλαμβάνονται και τα οικογενειακά επιδόματα, αφού και αυτά παρέχονται στον εργαζόμενο έναντι της απασχολήσεώς του.

Αντίστοιχες διατάξεις περιέχονται στις παραγράφου 1 και 2 του άρθρου 141 της Συνθ. ΕΚ, όπου ορίζεται ότι κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας και ότι ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται, άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας.

Όμοιο περιεχόμενο έχουν οι διατάξεις του άρθρου 1 στοιχ. α΄ και β΄ και 2 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως 100 του 1951 "περί ισότητος αμοιβών αρρένων και θηλέων", που κυρώθηκε με τον Ν. 46/1975. Για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις παραπάνω διατάξεις εκδόθηκε ο Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", με τον οποίο στο άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζόμενου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική τους εξέλιξη και σταδιοδρομία, στο άρθρο 10 παρ. 1 ότι διαφυλάσσεται η ισχύς διατάξεων νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων που εισάγουν διακριτή ρύθμιση επί θεμάτων στα οποία το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας και στο άρθρο 15 και οι διατάξεις νόμων διαταγμάτων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού, καταργούνται.

Από τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 1414/1984 συνάγεται ότι απαγορεύονται οι υπέρ και κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές, διακρίσεις, τυχόν δε υφιστάμενες ευνοϊκές ρυθμίσεις με βάση το φύλο, ως αντίθετες με όσα προαναφέρθηκαν, θεωρούνται κατηργημένες. Εξάλλου με τη διάταξη της παραγράφου 4 του Β΄ κεφαλαίου της 83/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών "περί των όρων αμοιβής και εργασίας προσωπικού κινήσεως, διαχειρίσεως και βοηθητικού προσώπου των Αστικών και Υπεραστικών Λεωφορείων απάσης της Χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 16291/29.7.1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 471/10-8-1981), χορηγήθηκε στο προσωπικό των ΚΤΕΛ οικογενειακό επίδομα ανερχόμενο σε ποσοστό 5% και υπολογιζόμενο επί του βασικού μισθού, του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας και του επιδόματος τριετιών, για καθένα και μέχρι τρία τέκνα, εφόσον αυτά, ανεξαρτήτως φύλου, είναι ηλικίας κάτω των 18 ετών (ή των 25 ετών εφόσον σπουδάζουν ή εφόρου ζωής όταν είναι ανίκανα λόγω αναπηρίας), για δε τα θήλεα όσο χρόνο παραμένουν άγαμα.

Η κανονιστικής ισχύος διάταξη αυτή εισάγει ευνοϊκή ρύθμιση με βάση το φύλο, για τους εργαζομένους των ΚΤΕΛ που έχουν ενήλικα άγαμα κορίτσια, σε βάρος των συναδέλφων τους που έχουν ενήλικα άγαμα αγόρια, χωρίς η διακριτή αυτή ρύθμιση να δικαιολογείται. Επομένως, η ρύθμιση αυτή πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη στο σύνολό της, καθόσον αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις, αφού μάλιστα για την κατά διάκριση χορήγηση του επιδόματος δεν απαιτούνται, πλην της αγαμίας του κοριτσιού, άλλα προσδιοριστικά στοιχεία, όπως ανώτατο όριο ηλικίας, ανυπαρξία ιδίων περιουσιακών στοιχείων, ανεργία ή μειωμένα εισοδήματα, συνοίκηση με τη γονεϊκή οικογένεια.

Κατά συνέπεια η παραπάνω κανονιστική διάταξη της ΔΑ, ως καταργημένη στο σύνολό της, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για εξίσωση υπέρ των μισθωτών που έχουν ενήλικα άγαμα αγόρια, αφού δεν μπορούν αυτοί να αρυστούν δικαιώματα από ήδη καταργημένη διάταξη (ΟλΑΠ 21/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα έπαυσε να χορηγεί το παραπάνω επίδομα στους αναιρεσίβλητους μισθωτούς της, μόλις τα άρρενα και άγαμα τέκνα τους συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους, ενώ συνέχισε να καταβάλει το επίδομα σε συναδέλφους του με άγαμα κορίτσια.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη της ΔΑ παραβιάζει την αρχή της ισότητας των φύλων στην εργασία, εισάγοντας δυσμενή διάκριση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και γιαυτό είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και επικύρωσε έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους οικογενειακό επίδομα για τα άρρενα άγαμα τέκνα τους που είχαν ενηλικιωθεί.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 190/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ