Legislator Case Law & Legislation
454/2006 AI generated

454/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 454/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1α ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Legislator headnote

AI generated

454/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 1999 έως τις αρχές του έτους 2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έπεισαν τρίτους με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών σε πράξη, δηλαδή στην καταβολή χρημάτων.

Keywords

AI generated
public officials bribery of foreign public officials extortion of excessive official fees prosecution for fraud forgery of official documents economic offence
AI generated
2054/2010
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Πλάνη.
1844/2010
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.
2583/2008
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Υπάρχει αιτιολογία της αποφάσεως όταν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία καθενός εγγράφου, χωριστά. Παραδεκτή η άσκηση της ποινικής διώξεως, εάν η έγκληση υποβλήθηκε από τον δικηγόρο που διορίστηκε από τη μία και όχι από τις δύο παθούσες, διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ( άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει την αναίρεση.
2351/2008
Όταν το δικαστήριο επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση, άλλως υποπίπτει στις πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση κλπ, με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών σε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες, που μετατράπηκε σε χρηματική, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Παραπέμπει.
514/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 454 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 454/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. - Μ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κράγκαρη, περί αναιρέσεως της 11769/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ. Π. του Σ.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Μ. Α. του Η., κάτοικο ..., 2. Γ. Μ. του Η., κάτοικο ... και 3. Ε. Γ. του Μ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1148/2005.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1α ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γvώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 11769/2004 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 1999 έως τις αρχές του έτους 2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έπεισαν τρίτους με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών σε πράξη, δηλαδή στην καταβολή χρημάτων.

Ειδικότερα η κατηγορουμένη, η οποία ήταν συνάδελφος στο Δήμο Γλυφάδας με τον εκ των μηνυτών Μ. Α., γνώριζε ότι τα παιδιά των αδελφών του τελευταίου ήθελαν να βρουν εργασία και τον Ιούλιο του 1999 του είπε ότι ο συγκατηγορούμενός της με το όνομα Α. Χ. είναι γιος του πρώην Υπουργού του ΠΑΣΟΚ Ι. Χ. και ως εκ τούτου είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει το διορισμό τους σε κρατικές υπηρεσίες, με την προϋπόθεση ότι θα του κατέβαλε το ποσό των 1.500.000 δραχμών για κάθε διορισμό.

Ο εν λόγω συγκατηγορούμενός της με το παραπάνω ψεύτικο όνομα και η ίδια συναντήθηκαν τον Ιούλιο 1999 με τον Μ. Α. στην οικία της αδελφής του, όπου συμπλήρωσαν δύο αιτήσεις, που εκείνος είχε μαζί του, για τον διορισμό των τέκνων της Γ. Μ., Α. και Σ., στη ΔΕΗ. Από τις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων ότι ο κατηγορούμενος, με το ψεύτικο όνομα που εμφανίσθηκε, είχε τη δυνατότητα να τους διορίσει στη ΔΕΗ, πείσθηκε η ανωτέρω μηνύτρια και ο Μ.

Α., ο οποίος και κατέβαλε στον εν λόγω κατηγορούμενο το ποσό των 3.000.000 δραχμών για λογαριασμό της αδελφής του. Τον Σεπτέμβριο 1999 ο Μ. Α., αφού είχε πεισθεί από τους κατηγορουμένους ότι ο δεύτερος από αυτούς, ως γιος του πρώην Υπουργού και εργαζόμενος στα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ, είχε τη δυνατότητα διορισμών και προκειμένου να επιτύχει το διορισμό των δύο τέκνων άλλης αδελφής του στη ΔΕΗ, της Β.

Α. και της Α. Γ., κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 3.000.000 δραχμών, το οποίο κατά τον κατηγορούμενο προοριζόταν για το ΠΑΣΟΚ. Για να καθησυχάσουν τους ανωτέρω οι κατηγορούμενοι και να τους πείσουν για τη δυνατότητα του κατηγορουμένου για τους διορισμούς που είχαν υποσχεθεί, τους έδωσαν και αριθμό πρωτοκόλλου των αιτήσεων και έτσι αυτοί ανέμεναν τους διορισμούς.

Τον Ιούνιο 1999 η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, η οποία ήταν εξαδέλφη της άλλης μηνύτριας Ε. Γ. και γνώριζε ότι ο σύζυγος της τελευταίας είχε απολυθεί από την Πολιτική Αεροπορία, όπου εργαζόταν, είπε στην εξαδέλφη της ότι ο συγκατηγορούμενός της ήταν ανεψιός του πρώην Υπουργού του ΠΑΔΟΚ Ι. Χ., ήταν κυβερνητικός παράγων και είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει το διορισμό του συζύγου της στην Κρατική Ελληνική Αεροπορία, για να γίνει όμως αυτό έπρεπε να καταβάλει το ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Μετά από αυτά συναντήθηκαν οι κατηγορούμενοι σε καφετέρια στον Πειραιά με το ζεύγος Γ., όπου πράγματι ο εξ αυτών Χ. Π. εμφανίστηκε με την ως άνω ψεύτικη ιδιότητά του και η μηνύτρια Ε. Γ. του κατέβαλε για τον διορισμό του συζύγου της αρχικά το ποσό των 1.000.000 δραχμών, στη συνέχεια δε κατέβαλε και 500.000 δραχμές για τον διορισμό δήθεν της ίδιας στη Βουλή, ενώ αργότερα στις αρχές του έτους 2000 τους κατέβαλε και το υπόλοιπο 1.000.000 δραχμές για την επιτάχυνση του διορισμού του συζύγου της.

Ο κατηγορούμενος όμως ούτε Α. Χ. ονομαζόταν ούτε ήταν γιος ή ανεψιός του πρώην Υπουργού ούτε εργαζόμενος στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ ή στέλεχος του ήταν, ούτε και είχε οποιαδήποτε δυνατότητα να επιτύχει ή να διευκολύνει με οποιοδήποτε τρόπο τον διορισμό των προαναφερόμενων. Με τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς οι κατηγορούμενοι έπεισαν τους ανωτέρω παθόντες να τους καταβάλουν ο καθένας τα προαναφερθέντα ποσά, συνολικού ύψους 8.500.000 δραχμών, κατά τα οποία ζημιώθηκαν οι καταβαλόντες και ωφελήθηκαν παράνομα σε βάρος της περιουσίας τους, αντίστοιχα, οι κατηγορούμενοι.

Το ότι η κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) ενήργησε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της και γνώριζε ότι αυτός ούτε Χ. ονομάζεται ούτε ανεψιός ή γιος του πρώην Υπουργού ήταν ούτε είχε καμία δυνατότητα διορισμού και παρά ταύτα βεβαίωνε για το αντίθετο τους μηνυτές, συνάγεται από το ότι σε άλλους τον εμφάνιζε ως γιο και σε άλλους ως ανεψιό του πρώην Υπουργού και επί πλέον από το ότι οι δύο κατηγορούμενοι γνωρίζονταν από το έτος 1997 και ως εκ τούτου γνώριζε ποίος ήταν.

Ακολούθως, με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο κήρυξε ενόχους του κατηγορουμένους κατ' εξακολούθηση απάτης από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών στον καθένα, αφού αναγνώρισε ε αυτούς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ. 3. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ.

Ειδικότερα με σαφήνεια εκτίθεται ότι οι ψευδείς παραστάσεις, όπως ενδεικτικά ότι ήταν ανεψιός ή γιος του πρώην Υπουργού, ότι ήταν στέλεχος του κόμματος του ΠΑΣΟΚ, ότι είχε δυνατότητα διορισμών, αναφέρονται σε περιστατικά που ανάγονται στο παρόν και όχι στο μέλλον, ενώ δέχεται και δικαιολογεί με πληρότητα η απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού.

Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, οι λόγοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια, αφενός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφετέρου της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι, με τους οποίους, υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης σε πράγματα κρίσης του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτοι. 4.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την έναρξη της διαδικασίας εμφανίσθηκαν οι Μ. Α., Γ. Μ. και Ε. Γ. και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση 29 ευρώ και διόρισαν πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον Αντώνιο Ανούστη, στη συνέχεια δε οι ίδιοι εξετάσθηκαν, χωρίς να ορκισθούν, ως πολιτικώς ενάγοντες.

Σημειώνεται ότι με τον ίδιο τρόπο παρέστησαν και στον πρώτο βαθμό, όπου τους επιδικάσθηκε το ίδιο ποσό. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι επιδίκασε στους ανωτέρω το ποσό των 29 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, ενώ αυτοί εμφανίσθηκαν στο Εφετείο και εξετάσθηκαν ενόρκως ως απλοί μάρτυρες, χωρίς να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής και να διορίσουν δικηγόρο, είναι αβάσιμος. 5.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 300/13-6-2005 αίτηση της Ε. - Μ. Κ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 11769/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ