Legislator Case Law & Legislation
453/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because bankruptcy proceedings commenced after the 2007 Bankruptcy Code. The court ruled that appeals are not admissible for proceedings started after the new code's entry into force. The court held that the old code's transitional provisions do not allow appeals for cases initiated post-2007. The decision establishes that bankruptcy proceedings started after the 2007 code cannot be appealed. The court dismissed the appeal as inadmissible due to the timing of the bankruptcy proceedings. The court ruled that the new Bankruptcy Code applies to proceedings started after its entry into force. The court held that the old transitional provisions do not permit appeals for such cases. The court dismissed the appeal as inadmissible because the bankruptcy proceedings commenced after the 2007 Bankruptcy Code. The court ruled that the new code applies to proceedings started after its entry into force. The court held that the old transitional provisions do not permit appeals for such cases. The court dismissed the appeal as inadmissible because the bankruptcy proceedings commenced after the 2007 Bankruptcy Code. The court ruled that the new code applies to proceedings started after its entry into force. The court held that the old transitional provisions do not permit appeals for such cases. The court dismissed the appeal as inadmissible because the bankruptcy proceedings commenced after the 2007 Bankruptcy Code. The court ruled that the new code applies to proceedings started after its entry into force. The court held that the old transitional provisions do not permit appeals for such cases.

Case Number 453/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal as inadmissible because the underlying bankruptcy proceedings commenced after the entry into force of the 2007 Bankruptcy Code. The appellants argued that a prior Supreme Court decision required a different procedure for the sale of assets, but the lower court correctly applied the transitional provisions of the new code. The court ruled that appeals are not admissible for proceedings initiated after the new code's enactment, thereby rejecting the request to recall the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Article 152 of the Bankruptcy Code 2007; Article 13 of the Bankruptcy Code 2016: Appeals are not admissible for bankruptcy proceedings that commenced after the entry into force of the new Bankruptcy Code.

Keywords

AI generated
Bankruptcy Code 2007 Bankruptcy Code 2016 Admissibility of Appeal Transitional Provisions Bankruptcy Proceedings Inadmissible Appeal Supreme Court Ruling

Cited Legislation

AI generated
Article 152 of the Bankruptcy Code 2007
Article 13 of the Bankruptcy Code 2016
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Full Bench, No. 4/2018
Athens Court of Appeal, No. 967/2017
Athens Court of Appeal, No. 3497/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 453 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 453/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…" (πρώην "…") και διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γρηγόριο Τιμαγένη και Νικόλαο Κανελλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…" και διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πλάτωνα Νιάδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ξ. Μ. του Σ., κατοίκου …, ως συνδίκου της πτώχευσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία …" και το διακριτικό τίτλο "… " που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2018 αίτηση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 23/7/2018 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 3497/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και η δεύτερη αναιρεσίβλητη ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την διάταξη του άρθρου 152 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού, ως προς τις οποίες, αν είναι εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας..." (ΦΕΚ 240/Α/22-12-2016), κατ` άρθρο 13 παρ.1 και 2 εδάφ.

β` και δ` του τελευταίου αυτού νόμου, ορίζονται τα εξής: "1. Οι κατ` ιδίαν πράξεις της Διαδικασίας του δημόσιου πλειστηριασμού που ενεργείται για την εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη είτε ως συνόλου είτε των κατ` ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων, προσβάλλονται από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον με ανακοπή που ασκείται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου. 2.

Η ανακοπή ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ενέργεια της κάθε πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή μετά τη μεταγραφή της περίληψης της πράξης εξόφλησης ή μερικής εξόφλησης και πιστοποίησης ότι τηρήθηκαν οι όροι που συμφωνήθηκαν για την εξασφάλιση της καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος, εκτός αν η προσβολή αφορά τη σύνταξη της μεταβιβαστικής σύμβασης, καθώς και μεταγενέστερες πράξεις, οπότε η ανακοπή ασκείται εντός ενενήντα (90) ημερών από της μεταγραφής ή αν δεν υπάρχουν ακίνητα εντός εξήντα (60) ημερών από της υπογραφής της σύμβασης μεταβιβάσεως. 3.

Η άσκηση της ανακοπής και η προθεσμία αυτής δεν αναστέλλουν την περαιτέρω Διαδικασία της εκκαθάρισης, εκτός αν διατάξει τούτο ο εισηγητής, μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που δικαιολογεί έννομο συμφέρον και αφού ακουσθεί η επιτροπή των πιστωτών και ο σύνδικος, που προσκαλούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους εγγράφως προ τριών (3) ημερών. 4.

Το δικαστήριο αποφαίνεται επί της ανακοπής εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Η Απόφαση του δικαστηρίου υπόκειται μόνο στο ένδικο μέσο της εφέσεως. Το πτωχευτικό δικαστήριο με την Απόφαση που απαγγέλλει την ακύρωση ορίζει ποιες από τις πράξεις πρέπει να επαναληφθούν.". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προς το σκοπό ταχείας περαιώσεως της διαδικασίας εκκαθαρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας και της άρσεως των σχετικών αμφισβητήσεων περί την ισχύ των πράξεων αυτής, καθώς και προς αποφυγή της διαιωνίσεως των δικών επί των ανακοπών, που ασκούνται κατ` αυτών, η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, που αφορά την ακυρότητα της εκποιήσεως, προσβάλλεται μόνο με το ένδικο μέσο της εφέσεως (που κι αυτό στη συνέχεια απαγορεύθηκε με το άρθρο 8 παρ.12 του Ν. 4446/2016) και δεν υπόκειται ούτε σε ανακοπή ερημοδικίας ούτε και σε αναίρεση, από τους διαδίκους (ΑΠ 889/2019, ΑΠ 1139/2018).

Η ίδια αρχή της απαγορεύσεως των άνω ενδίκων μέσων, για την ταυτότητα του νομοθετικού λόγου, ισχύει και επί αποφάσεως, που εκδόθηκε, κατ' άρθρο 758 ΚΠολΔ, επί αιτήσεως ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως αποφάσεως, εκδοθείσας επί ανακοπής, που ασκήθηκε σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 152 του νόμου 3588/2007, αφού διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν ο ως άνω επιδιωκόμενος με την προαναφερόμενη διάταξη σκοπός.

Περαιτέρω, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης (ν.δ. 53/1974), διότι οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν μεν τη δυνατότητα προσφυγής σε δικαστήριο, όχι όμως και το δικαίωμα σε ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Εξάλλου, η διαδικασία εκδικάσεως των παραπάνω υποθέσεων διασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα αποδείξεως των ισχυρισμών των διαδίκων και συνεπώς πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης (Ολ.

ΑΠ 8/2003, ΑΠ 153/2023, ΑΠ 1335/2020, ΑΠ86/2002, ΑΠ 1111/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αρ. 1142/31-10-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας) κηρύχθηκε σε πτώχευση η εταιρεία με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…".

Με την από 30-1-2015 ανακοπή (τριτανακοπή), που άσκησε η νυν πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία "…" στρεφόμενη κατά της νυν δεύτερης αναιρεσίβλητης ως συνδίκου της πτωχεύσεως της παραπάνω εταιρείας, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι αυτή είναι δικαιούχος των ειδικότερα αναφερομένων στο δικόγραφο της ανακοπής σημάτων, τα οποία απέκτησε δυνάμει των αναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών από την ανώνυμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "…", της οποίας η πτωχή είναι καθολική διάδοχος, με συνέπεια να μην ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και ως εκ τούτου να μην δύνανται να εκποιηθούν δια πλειστηριασμού από την σύνδικο της πτωχεύσεως και β) να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός αυτών καθώς και κάθε άλλη πράξη της πτωχευτικής διαδικασίας, που σχετίζεται με την εκποίηση των εν λόγω σημάτων, με βάση τους λόγους που εξέθεσε σε αυτή (ανακοπή), και ειδικότερα, διότι η διαδικασία εκποιήσεως είναι άκυρη, λόγω του ότι δεν είχε χορηγηθεί σχετική άδεια από το πτωχευτικό δικαστήριο και διότι η σχετική απόφαση (έκθεση) εκποιήσεως της εισηγήτριας της πτωχεύσεως δεν καταχωρήθηκε στα βιβλία σημάτων του Υπουργείου Εμπορίου.

Κατά τη συζήτηση της άνω υποθέσεως στο ακροατήριο, η νυν αναιρεσείουσα εταιρία "…", άσκησε προφορικώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ' ης και ζήτησε να απορριφθεί η ανακοπή, επικαλεσθείσα το έννομο συμφέρον της, ως εκ του ότι στον διενεργηθέντα πλειστηριασμό των επίδικων σημάτων, αναδείχθηκε υπερθεματίστρια και κατέβαλε το πλειστηρίασμα ύψους 520.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 286/2016 απόφασή του, με την οποία, αφού προέβη σε χωρισμό τη δίκης, ως προς το πρώτο αίτημα της ανακοπής περί αναγνωρίσεως της κυριότητας των σημάτων, παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Ειδικό Τμήμα του 3ου Πολιτικού Τμήματος (Εμπορικού Δικαίου) του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ακολούθως, δίκασε την υπόθεση ως προς το δεύτερο αίτημα της ανακοπής, περί ακυρώσεως της πτωχευτικής διαδικασίας, δέχθηκε την ανακοπή, ως προς τον πρώτο λόγο της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ακύρωσε την εκποίηση των 53 σημάτων "…" και διέταξε την εκ νέου εκποίηση αυτών από την σύνδικο της πτωχεύσεως, ύστερα από άδεια του πτωχευτικού Δικαστηρίου.

Επί ασκηθεισών εφέσεων εκ μέρους της συνδίκου της πτωχεύσεως και της προσθέτως παρεμβάσης - νυν αναιρεσείουσας εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας η υπ' αριθ. 967/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτές. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από την νυν αναιρεσείουσα, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 1139/19-6-2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη, επειδή κρίθηκε ότι η ως άνω απόφαση δεν προσβάλλεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 152 παρ.4 του ΠτΚ, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.

Παράλληλα, κατά της ίδιας αποφάσεως (967/2017) του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε αναίρεση υπέρ του νόμου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 4/15-3-2018 απόφαση του Αρείου Πάγου σε πλήρη Ολομέλεια, η οποία έκρινε ότι για την εκποίηση σήματος (και γενικότερα ειδικών περιουσιακών στοιχείων) στο πλαίσιο της πτωχεύσεως δεν απαιτείται η χορήγηση στο σύνδικο άδειας από το πτωχευτικό δικαστήριο, παρά μόνο, ύστερα από σχετικό αίτημα του συνδίκου, η χορήγηση άδειας από τον εισηγητή πτωχεύσεων.

Ακολούθως, η νυν αναιρεσείουσα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, σύνδικος της άνω πτωχεύσεως, με αιτήσεις τους από το άρθρο 758ΚΠολΔ, επικαλούμενες ότι με την υπ' αρ. 4/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επήλθε μεταστροφή της νομολογίας που συνιστά μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αρ. 967/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ζήτησαν την ανάκληση της τελευταίας, ώστε στη συνέχεια, αφού εξαφανιστεί η υπ' αρ. 286/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να απορριφθεί η προαναφερόμενη ανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Με την προσβαλλόμενη (3497/2019) απόφαση το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, απέρριψε τις αιτήσεις ανακλήσεως της υπ' αρ. 967/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν αυτών, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 4 του νόμου 3588/2007, η οποία, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω (οι διαδικασίες της ένδικης πτωχεύσεως άρχισαν μετά την έναρξη της ισχύος της και ήταν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4446/22-12-2016), δεν προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως η υπ' αρ. 967/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση επί της ανακοπής (τριτανακοπής) του άρθρου 152 του ΠτΚ της πρώτης αναιρεσίβλητης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και σύμφωνα και με τ' ανωτέρω λεχθέντα, δεν προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και η με την κρινόμενη αναίρεση προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης για ανάκληση της παραπάνω αποφάσεως (967/2017) του Εφετείου Αθηνών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης - συνδίκου της άνω πτωχεύσεως, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 3497/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ