Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging evidence evaluation rather than procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a liability dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific evidence, but the court ruled these claims were merely objections to the evaluation of facts rather than procedural violations. Consequently, the appeal was declared inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure, and the appellant was ordered to pay the costs of the second respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the factual evaluation of evidence constitutes an inadmissible ground for review as it does not allege a procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 453 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 453/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Γ., κατοίκου Λεχαινών Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. Λ., κατοίκου Γαστούνης Ηλείας, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 2-10-2013 προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2497/2018 μη οριστική και 4319/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του Προέδρου του τμήματος ή του Προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 5135 Γ'/11-03-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, Β.
Σ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 22-11-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11210/1093/22-11-2019) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-03-2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω ειδικών συνθηκών (πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19) και με την από 13-05-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 19-11-2021.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (19-11-2021) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο ανωτέρω πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν απών και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, για την παρούσα δικάσιμο της 19-11-2021, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 και ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκε κατά την εν λόγω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ.
α' και γ' ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. ΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο, ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 33/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή, κατά το χρόνο της καταθέσεώς της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 963/2020).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην αποφάσεως, δεν αρχίζει καν η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντίστοιχα.
Συνεπώς, η παράλειψη επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη αποφάσεως υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).
Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.
ΑΠ 15/2001). Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 1422/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και στην κατ` έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 965/2017, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 658/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4319/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Ι. Λ. του Σ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 26-07-2019.
Όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής εφετειακής αποφάσεως στον ερημοδικασθέντα ανωτέρω εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Λ. του Σ., ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι του έχει κοινοποιηθεί η εν λόγω απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτόν, κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως δεν άρχισε να τρέχει για τον πρώτο αναιρεσίβλητο η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτόν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί ως προς αυτόν τελεσίδικη, σε αντίθεση με το δεύτερο αναιρεσίβλητο [Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ"], που συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας, ως προς το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη.
Συνεπώς, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη από 22-11-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11210/1093/22-11-2019 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 4319/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015): Α) ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) κατ' άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και Β) ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά του οποίου έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδάφιο α` του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείτε από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α` του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ` αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο όχημα με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός). Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής, που έχει ως βάση το Ν.
ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω Νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία που προήλθε από το όχημα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.
Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη, ούτε το παράνομο (ΑΠ 132/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 1159/2017). Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/2011 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (Α.Κ. 300) (ΑΠ 132/2019, ΑΠ 1159/2017), καθώς και στην περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος από ανώτερη βία ( ΑΠ 599/2018, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 1219/2015, ΑΠ 1446/2009).
Ειδικότερα, όποιο γεγονός δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλεια και γενικότερα σε υπαιτιότητα του προσώπου, εμπίπτει στην έννοια των τυχηρών (συνήθων ή γεγονότων ανώτερης βίας), για τα οποία, κατά κανόνα, δεν γεννιέται ευθύνη με βάση την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης ( ΑΠ 52/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου: "1. ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύ8υνση και την ταχύτητά τους. 2.
Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) `Εκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού. β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού.
γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης". Ακόμη, κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του ίδιου νόμου: "2. Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).
Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει".
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4319/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Την 11-6-2008 και περί ώρα 17:30, ο ενάγων - εκκαλών Γ.
Γ. οδηγούσε, με μικρή ταχύτητα περίπου 30χλμ./ώρα, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΥΝ - 2217 δίκυκλο μοτοποδήλατό του επί της Επαρχιακής Οδού Νεοχωρίου - Μυρσίνης στο Ν. Ηλείας με κατεύθυνση προς θάλασσα Ξέχειλης, στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, πλάτους έξι περίπου μέτρων, τα δύο ρεύματα πορείας διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη γραμμή, η οδός είναι ευθεία σε απόσταση άνω των δύο χιλιομέτρων και κατά συνέπεια η ορατότητα δεν περιορίζεται.
Τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΥΧΒ - 3389 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, καθότι από κανένα έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι εξακολουθούσε να είναι ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Personal Ins Α.Ε.Γ.Α.", ενώ αντίθετα τόσο από το από 1-7-2009 έγγραφο Υ.Σ.Α.Ε.
όσο και από το από 24-9-2013 έγγραφο του Ελληνικού Κέντρου Πληροφοριών αποδεικνύεται ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία ασφαλιστικού συμβολαίου σε ισχύ κατά την ημεροχρονολογία του ατυχήματος για το παραπάνω αυτοκίνητο, εκινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα περίπου 50χλμ./ώρα, ομόρροπα με το μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο ενάγων και όπισθεν αυτού.
Ο πρώτος εναγόμενος όταν έφτασε στο ύψος όπου εκινείτο ο ενάγων, αλλά εξακολουθούσε να βρίσκεται όπισθεν αυτού, έχοντας πρόθεση να τον προσπεράσει, εφόσον τούτο επιτρεπόταν, εκτέλεσε μικρό ελιγμό προς αριστερά και ξεκίνησε στη συνέχεια να εκτελεί και την προσπέραση του μοτοποδηλάτου. Την ίδια στιγμή, όμως, ο ενάγων, ο οποίος εξακολουθούσε να οδηγεί στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος που έβαινε εξ αρχής, επιχείρησε εντελώς αιφνίδια να κινηθεί προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει σε κάθετο αγροτικό δρόμο, χωρίς να ειδοποιήσει τους λοιπούς χρήστες της οδού με τη χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση αυτών, οι οποίοι κινούνταν πίσω ή πλάι του και κυρίως του αυτοκίνητου του πρώτου εναγόμενου, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, όπως όφειλε και μπορούσε να κάνει και όπως θα έκανε κάθε συνετός οδηγός.
Με τον τρόπο, όμως, αυτό επέπεσε με την αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου του στο εμπρόσθιο δεξιό φανάρι - γωνία του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγώντας με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, μόλις αντιλήφθηκε τη δίκυκλη αυτή μοτοσικλέτα να κινείται προς τα αριστερά επιχείρησε άμεσα τροχοπέδηση και ταυτόχρονα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να μετριάσει τη σφοδρότητα της σύγκρουσης εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να τραυματιστεί ο ενάγων και να προκληθούν ζημίες στο δίκυκλο μοτοποδήλατό του. Ο ενάγων στο αγωγικό δικόγραφο εκθέτει ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο αντίθετο ρεύμα πορείας και ειδικότερα κατά τη χρονική στιγμή όπου ο εμπρόσθιος τροχός του μοτοποδηλάτου του είχε εισέλθει στον κάθετο χωματόδρομο, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει ο πρώτος εναγόμενος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος τον έλεγχο του οχήματός του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το μοτοποδήλατό του.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η μάρτυρας απόδειξης Π. Ρ., αδελφή του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε επί λέξει ότι "στο ρεύμα πορείας τους ήρθε και τον κτύπησε το αυτοκίνητο" και ότι επίσης "δεν το είχε ακινητοποιήσει το μηχανάκι, δεν είχε πάρει κλίση ακόμη το μηχανάκι για να στρίψει, όταν συνέβη (το ατύχημα)".
Συνεπώς, η παραπάνω μάρτυρας καταθέτει, αφού δεν είναι αυτόπτης, τις συνθήκες του ατυχήματος, των οποίων γνώση έλαβε από τον ενάγοντα αδελφό της. Αντιφατικά δε, η εν λόγω μάρτυρας, μετά από ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, καταθέτει στη συνέχεια ότι "η σύγκρουση διευκρινίζω ότι έγινε στο αντίθετο ρεύμα".
Συνεχίζει δε καταθέτοντας ότι ο ενάγων "θα τον έβλεπε τον οδηγό του αυτοκινήτου, εάν κοιτούσε πίσω". Από την τελευταία αυτή περικοπή της κατάθεσης της αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν προέβη σε έλεγχο της κίνησης στην οδό, όπου εκινείτο με πρόθεση τη διενέργεια αριστερού ελιγμού. Εξάλλου, η ίδια καταθέτει ότι, παρόλο που γνώριζε ότι δεν εκλήθησαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα στον τόπο του ατυχήματος κατά το χρόνο πρόκλησης αυτού και ενώ μέχρι την επόμενη του ατυχήματος ημέρα, που μετέβη αυτή στον παραπάνω τόπο και διαπίστωσε ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν στοιχεία - ίχνη από το ατύχημα και συγκεκριμένα "μαυρίλες από το φρενάρισμα πάνω από 30 μέτρα, που ξεκινούσε από δεξιά προς Ξέχειλο και τελείωνε πριν από το στενό, που ήθελε να μπει ο ενάγων" δεν κάλεσε έστω εκ των υστέρων την πλησιέστερη αστυνομική αρχή να καταγράψει τα υφιστάμενα ακόμη στοιχεία του ατυχήματος, αλλά αντίθετα η ίδια φωτογράφισε τον τόπο του ατυχήματος.
Ο μάρτυρας δε που εξετάσθηκε με επιμέλεια του πρώτου εναγομένου αδελφός αυτού, ο οποίος μετέβη στον τόπο του ατυχήματος δύο ώρες μετά απ' αυτό, διαπίστωσε την ύπαρξη ιχνών φρεναρίσματος μήκους ενός μέτρου, ενώ καταθέτει ότι το σημείο της σύγκρουσης εντοπίζεται στο μέσο του οδοστρώματος, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος εκτελούσε επιτρεπόμενη προσπέραση όταν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, όπου αρχικά έβαινε, θέλησε να κατευθυνθεί αριστερά και να εισέλθει, μέσω χωματόδρομου, στα παρακείμενα κτήματά του.
Η τελευταία αυτή κατάθεση επιβεβαιώνει τα αρχικά κατατεθέντα από τη μάρτυρα του ενάγοντος, ήτοι ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα αρχικής πορείας των οχημάτων και όχι στο αντίθετο. Στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ισχυρίζεται επίσης αντιφατικά ότι ο ίδιος πριν εκτελέσει τον αριστερό ελιγμό είχε ελέγξει την κυκλοφορία οχημάτων αριστερά και όπισθεν αυτού και είχε διαπιστώσει ότι δεν εκινείτο κανένα όχημα, ωστόσο δεν έθεσε σε λειτουργία μόνο τον αριστερό δείκτη αλλαγής πορείας, όπως υποχρεούτο, αλλά επιπρόσθετα ανύψωσε το αριστερό άνω άκρο του σε ευθεία θέση μετά του αριστερού ώμου του και κάθετη με την αριστερή πλευρά του σώματός του, λόγω της πρόθεσής του να στρίψει αριστερά.
Ο τελευταίος όμως δεν δικαιολογεί πειστικά την ανάγκη ανύψωσης του αριστερού άνω άκρου του, εφόσον από τον έλεγχο της οδού, η οποία εκτεινόταν σε ευθεία άνω των δύο χιλιομέτρων, είχε διαπιστώσει ότι δεν εκινείτο κανένα όχημα, καθότι αναφέρει ότι προέβη στην εν λόγω κίνηση, για την περίπτωση που καταφθάσει κάποιο έτερο όχημα με ανάπτυξη ταχύτητας 150 χιλ./ώρα.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι η ανύψωση του αριστερού άκρου του ενάγοντος απευθυνόταν στον πρώτο εναγόμενο, τον οποίο ο ενάγων είχε αντιληφθεί όπισθεν αυτού κατά τη διενέργεια προσπέρασης και αποτελούσε δήλωση προς αυτόν να αναμείνει να ενεργήσει αριστερό ελιγμό πρώτος αυτός, αντί να αναμένει να ολοκληρώσει ο πρώτος εναγόμενος την προσπέραση, με δεδομένο ότι ήδη είχε ξεκινήσει αυτή.
Τα ως άνω ισχυριζόμενα δε από τον ενάγοντα περί απώλειας του ελέγχου του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου λόγω της ανάπτυξης από μέρος του τελευταίου ταχύτητας υπερβαίνουσας αυτή των 120 χιλ./ώρα σε καμία περίπτωση δεν ευσταθούν, διότι η πτώση ενός αυτοκινήτου κινούμενου με την παραπάνω ταχύτητα επί ενός μοτοποδηλάτου μικρού όγκου και βάρους, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 13-9-1989, θα είχε σαν συνέπεια την εκτίναξη του μοτοποδηλάτου καθώς και του οδηγού αυτού σε πολύ μεγάλη απόσταση, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι τόσο το μοτοποδήλατο όσο και ο οδηγός αυτού επέπεσαν στην περίφραξη κτήματος πλησίον του οδοστρώματος.
Επίσης, ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός περί παράσυρσης του μοτοποδηλάτου και του ενάγοντος από το όχημα του πρώτου εναγομένου για απόσταση τριάντα έξι μέτρων και τούτο διότι πρώτον το είδος και η έκταση του τραυματισμού του πρώτου (κυρίως δύο κατάγματα και θλαστικό τραύμα ραχιαίας επιφάνειας) δεν συνάδουν με παράσυρση για τόσο μεγάλη απόσταση και δεύτερον διότι στο από 12-6-2008 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συνέταξε ο αρχιτέκτων - μηχανικός Ι.
Κ., με επιμέλεια του ενάγοντος, αποτυπώνεται το σημείο πτώσης του ενάγοντος και του μοτοποδηλάτου του επί της παρακείμενης καταστραφείσας περίφραξης κτήματος, ευρισκόμενης στη γωνία της επαρχιακής οδού και του χωματόδρομου, στο οποίο θα εισερχόταν ο ενάγων, και όχι μετά από απόσταση 36 μέτρων, δεδομένου ότι κατά το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα σε μήκος 36,60 μέτρων ανέρχονται τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του πρώτου εναγομένου, όπως αυτά αποτυπώνονται καθ' υπόδειξη του ενάγοντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κανένας εκ των εμπλακέντων στο ατύχημα δεν ενημέρωσε την πλησιέστερη αστυνομική αρχή.
Τέλος, τα αναφερόμενα στην από 2-10-2015 έκθεση, που συνέταξε ο διορισθείς από τον ενάγοντα πραγματογνώμονας - τεχνικός σύμβουλος Β. Κ. λαμβάνοντας υπόψη, όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο πραγματογνώμονας για τη σύνταξη της έκθεσής του, πλην των δικογράφων, προτάσεων και πρακτικών του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το προαναφερόμενο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, που έχει συνταχθεί με επιμέλεια του ενάγοντος και φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, που επίσης ελήφθησαν από τον ενάγοντα, περί ανάπτυξης υπερβολικής ταχύτητας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και απώλειας του ελέγχου του οχήματός του δεν συνάδουν με τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και κυρίως την κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος, αδελφής αυτού.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται, δίχως αμφιβολία, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος και όχι στο αντίθετο ρεύμα, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται και κατά την εκτέλεση προσπέρασης από τον πρώτο εναγόμενο. Υπ' αυτά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος δεν πρόβλεψε το ατύχημα, διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, όπως θα έπραττε, υπό τις ίδιες περιστάσεις, κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός και την οποία αν επεδείκνυε, θα μπορούσε, να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β' του ΑΚ). Ειδικότερα, ο ενάγων, οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΥΝ-2217 δίκυκλου μοτοποδηλάτου, αν και όφειλε, καταβάλλοντος την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά για να εισέλθει στον προαναφερόμενο χωματόδρομο, να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αφού προηγουμένως, ελέγξει την όπισθεν αυτού κυκλοφορία και καταστήσει εγκαίρως γνωστή αυτήν του την πρόθεση χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους αντίστοιχους δείκτες κατεύθυνσης του μοτοποδηλάτου του και ακολούθως, πριν πραγματοποιήσει τον ελιγμό προς τα αριστερά να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονταν, να προσπεράσουν το όχημά του, λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους αυτός δεν προέβη σε καμία των ανωτέρω ενεργειών, αλλά αντίθετα οδηγώντας το όχημά του χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε τον ελιγμό προς τα αριστερά ανέλεγκτα και αιφνίδια, ήτοι χωρίς προειδοποίηση και από τη θέση στην οποία αρχικά εκινείτο, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου, ο οποίος εκείνη τη στιγμή, της εκτελέσεως δηλαδή του προς τα αριστερά ελιγμού, ενεργούσε επιτρεπόμενη προσπέραση του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος (παράβαση άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2, 23 παρ. 2 ΚΟΚ).
Η ανωτέρω δε αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ως άνω μοτοποδηλάτου συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα σύγκρουση και το εξ αυτής αποτελέσματα, καθόσον, εάν αυτός, πριν πραγματοποιήσει τον προς τα αριστερά ελιγμό, ήλεγχε, έστω από τους καθρέπτες του μοτοποδηλάτου του, την όπισθεν αυτού κυκλοφορία, θα είχε, μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αντιληφθεί το ομορρόπως κινούμενο όπισθεν και πλησίον του αυτοκίνητο, δεδομένου ότι η προς τα πίσω ορατότητα της οδού δεν περιοριζόταν, καθώς και την ενέργεια του οδηγού αυτού να επιχειρήσει προσπέραση, αφού τον πλησίαζε από αριστερά, ώστε κάποια στιγμή να κινείται παραλλήλως αριστερά του και μετά ταύτα θα ανέβαλε την εκτέλεση του ελιγμού μετά τη διέλευση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια όσον αφορά την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και έκανε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος Γ. Γ. στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος, που αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση (παρελκομένης ως εκ τούτου της έρευνας του ισχυρισμού του ενάγοντος περί απαράδεκτης προβολής των ενστάσεων εκ μέρους των εναγομένων) και απέρριψε την από 15-5-2013 κυρία αγωγή και απεφάνθη ότι παρέλκει η εξέταση της από 2-10-2013 παρεμπίπτουσας αγωγής του Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" λόγω απόρριψης της κυρίας αγωγής, δεν έσφαλε και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί και ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος. Μετά την απόρριψη του ως άνω λόγου της έφεσης του ενάγοντος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και η από 8-9-2016 έφεσή του, καθώς και η από 24-2-2017 έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου, η εξέταση της οποίας παρέλκει μετά την απόρριψη της από 8-9-2016 έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις: α) του κυρίως ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) του παρεμπιπτόντος ενάγοντος και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου (νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ"), κατά της υπ' αριθμ. 301/2015 πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κύρια αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης για τις σωματικές βλάβες, που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα και είχε αποφανθεί ότι παρέλκει, κατόπιν της απορρίψεως της κύριας αγωγής, η εξέταση της παρεμπίπτουσας αγωγής του άνω δεύτερου αναιρεσίβλητου], απέρριψε αυτές (εφέσεις) κατ' ουσίαν, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του κυρίως ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ, 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 21 παρ. 1 και 2 και 23 παρ. 2 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και δη το μεν ότι η πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται αποκλειστικά στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΥΝ - 2217 δίκυκλο μοτοποδήλατό του, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε, από τη θέση στην οποία αρχικά κινείτο, ήτοι από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος όπου έβαινε, ελιγμό προς τα αριστερά, ανέλεγκτα, αιφνίδια και χωρίς καμία προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου, ο οποίος εκείνη τη στιγμή, της εκτελέσεως δηλαδή του προς τα αριστερά ελιγμού, ενεργούσε επιτρεπόμενη προσπέραση του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος, το δε ότι, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο (πρώτο αναιρεσίβλητο), εφόσον αυτός, οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΥΧΒ - 3389 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα περίπου 50χλμ./ώρα, ομόρροπα με το μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο ενάγων και όπισθεν αυτού και ενώ επιχειρούσε επιτρεπόμενη προσπέραση του εν λόγω μοτοποδηλάτου, ο ενάγων επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά από τη θέση στην οποία αρχικά κινείτο, ανέλεγκτα, αιφνίδια και χωρίς καμία προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου του, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της ένδικης αγωγής του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων, της οδηγικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων και δη του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου και ιδιαίτερα το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος οδηγού και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του οδηγού αυτού και της συγκρούσεως που επακολούθησε, καθώς και της ελλείψεως υπαιτιότητας από πλευράς του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα: 1) αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, 2) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του μοτοποδήλατου που οδηγούσε ο ενάγων και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε, με μικρή ταχύτητα περίπου 30χλμ./ώρα, το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΥΝ - 2217 δίκυκλο μοτοποδήλατό του, επί της Επαρχιακής Οδού Νεοχωρίου - Μυρσίνης στο Ν. Ηλείας, με κατεύθυνση προς θάλασσα Ξέχειλης, κινούμενος στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, 3) περιγράφεται επίσης η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΥΧΒ - 3389 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, κινείτο στην ίδια οδό, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα περίπου 50χλμ./ώρα, ομόρροπα με το μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο ενάγων και όπισθεν αυτού, 4) διευκρινίζονται οι κινήσεις, που ενήργησε ο πρώτος εναγόμενος προκειμένου να ενεργήσει προσπέραση του μοτοποδηλάτου, που οδηγούσε ο ενάγων και ειδικότερα ότι, όταν ο πρώτος εναγόμενος έφτασε στο ύψος όπου κινείτο ο ενάγων, αλλά εξακολουθούσε να βρίσκεται όπισθεν αυτού, έχοντας πρόθεση να τον προσπεράσει, εφόσον τούτο επιτρεπόταν, εκτέλεσε μικρό ελιγμό προς αριστερά και ξεκίνησε στη συνέχεια να εκτελεί και την προσπέραση του μοτοποδηλάτου, 5) αναλύεται η οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος κατά το χρονικό σημείο της επιχειρούμενης προσπέρασης και ειδικότερα ότι αυτός την ίδια στιγμή, ενώ μέχρι τότε εξακολουθούσε να οδηγεί στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος που έβαινε εξ αρχής, επιχείρησε εντελώς αιφνίδια να κινηθεί προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει σε κάθετο αγροτικό δρόμο, χωρίς να ειδοποιήσει τους λοιπούς χρήστες της οδού με τη χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση αυτών, οι οποίοι κινούνταν πίσω ή πλάι του και κυρίως του αυτοκίνητου του πρώτου εναγόμενου, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του, 6) αναφέρεται η οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου και οι αποφευκτικές του ενέργειες και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, μόλις αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο να κινείται προς τα αριστερά, επιχείρησε άμεσα τροχοπέδηση και ταυτόχρονα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να μετριάσει τη σφοδρότητα της σύγκρουση, 7) προσδιορίζεται το ρεύμα κυκλοφορίας, όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση και ειδικότερα ότι αυτή συνέβη στο ρεύμα πορείας, όπου αρχικά κινούνταν τα δύο οχήματα, 8) μνημονεύονται ο τρόπος συγκρούσεως και τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο οχημάτων και ειδικότερα ότι ο ενάγων επέπεσε με την αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου στο εμπρόσθιο δεξιό φανάρι - γωνία του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, 9) αναφέρεται η πορεία των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων μετά τη σύγκρουση και ειδικότερα ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το δε μοτοποδήλατο και ο ενάγων - οδηγός του επέπεσαν προς την πλευρά του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και ειδικότερα στην περίφραξη κτήματος πλησίον του οδοστρώματος, ευρισκόμενη στη γωνία της άνω επαρχιακής οδού και του χωματόδρομου, όπου προτίθετο να εισέλθει ο τελευταίος, 10) αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΥΝ - 2217 δίκυκλο μοτοποδήλατο του χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε ελιγμό από τη θέση στην οποία αρχικά κινείτο, προς τα αριστερά, ανέλεγκτα, αιφνίδια και χωρίς προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου, ο οποίος εκείνη τη στιγμή, της εκτελέσεως δηλαδή του προς τα αριστερά ελιγμού του ενάγοντος, ενεργούσε επιτρεπόμενη προσπέραση του μοτοποδηλάτου του τελευταίου, 11) διευκρινίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο - οδηγό και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε το ανωτέρω Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητό του με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα περίπου 50χλμ./ώρα ομόρροπα με το μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο ενάγων και όπισθεν αυτού και ενώ επιχειρούσε επιτρεπόμενη προσπέραση του εν λόγω μοτοποδηλάτου [διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ανωτέρω επαρχιακής οδού χωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή], ο ενάγων επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά από τη θέση στην οποία αρχικά κινείτο, αιφνίδια και ανέλεγκτα, χωρίς καμία προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου και 12) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος - οδηγού και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα.
Επομένως το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον ίδιο (ενάγοντα), διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στους πρώτο, δεύτερο και έβδομο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Το Εφετείο, με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του, στήριξε με επάρκεια και σαφήνεια την απαλλαγή από κάθε ευθύνη του πρώτου εναγομένου, στην έλλειψη υπαιτιότητας αυτού ως προς την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, για το οποίο ανελέγκτως δέχθηκε ότι οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, ήτοι δέχθηκε, ως νόμιμο και βάσιμο λόγο απαλλαγής του πρώτου εναγομένου, το γεγονός ότι αυτός δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την επελθούσα σύγκρουση των άνω δύο οχημάτων, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οφείλεται αποκλειστικά σε αμελή συμπεριφορά του ενάγοντος - παθόντος, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει για την πληρότητα της αιτιολογίας του αν συνέτρεχαν περιστατικά ανώτερης βίας, ως λόγος απαλλαγής της ευθύνης του πρώτου εναγομένου, αφού, αρκούσε για την ορθότητα και πληρότητα του άνω αποδεικτικού του πορίσματος, περί απαλλαγής από την ευθύνη για το ένδικο ατύχημα του πρώτου εναγομένου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί ελλείψεως υπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος.
Συνεπώς, ενόψει του ότι η έλλειψη υπαιτιότητας, που έγινε ανελέγκτως δεκτή, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, συνιστά νόμιμο λόγο απαλλαγής ευθύνης κατά τις διατάξεις τόσο του άρθρου 914 του Α.Κ., όσο του άρθρου 5 εδ. α` του Ν. ΓΠΝ/1911 (αν και η ένδικη αγωγή δεν θεμελιώνεται στην αντικειμενική ευθύνη του νόμου αυτού), η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, επειδή δεν αναφέρεται καθόλου στην αιτιολογία απαλλαγής του πρώτου εναγομένου, ότι η επελθούσα σύγκρουση των άνω οχημάτων οφειλόταν σε ανώτερη βία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 2) Ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.
ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση", ενώ με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζονται, εκτός κατοικημένων περιοχών, μεγαλύτερα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητας και στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο πρώτος εναγόμενος κινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα περίπου 50 χ.λ.μ.
την ώρα στην άνω επαρχιακή οδό, στην οποία δεν γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι υπήρχε ειδική σήμανση που όριζε μικρότερη ταχύτητα, σαφώς συνάγεται ότι, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνέτρεχε από πλευράς του πρώτου εναγομένου υπερβολική ταχύτητα, ούτε και υπέρβαση ανωτάτου ορίου ταχύτητας στην άνω επαρχιακή οδό όπου έβαινε και συνεπώς δεν υφίσταται ασάφεια, ούτε ανεπάρκεια της αιτιολογίας ως προς το ζήτημα αυτό της ταχύτητας με την οποία κινείτο το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, σε σχέση με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην ανωτέρω οδό. 3) Δεν υπάρχει ασαφής και ανεπαρκής αιτιολογία, ούτε όσον αφορά την ταχύτητα, που είχε το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, καθόσον από την ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο πρώτος εναγόμενος κινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα περίπου 50 χ.λ.μ.
την ώρα, σε συνδυασμό με την άλλη παραδοχή της, ότι αυτός, έχοντας πρόθεση να προσπεράσει το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ενάγων, εκτέλεσε μικρό ελιγμό προς τα αριστερά και ξεκίνησε να εκτελεί την προσπέραση, σαφώς συνάγεται ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο πρώτος εναγόμενος κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, που έλαβε χώρα ενώ επιχειρούσε την άνω προσπέραση, δεν είχε μεταβάλλει την ταχύτητά του, ήτοι αυτή των 50 χ.λ.μ.
την ώρα, αλλά μόνο είχε εκτελέσει μικρό ελιγμό προς τα αριστερά. 4) Δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να αναφέρεται το πόσο απείχε το σημείο σύγκρουσης από τα δύο άκρα του οδοστρώματος, καθόσον η σαφής παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα αρχικής πορείας όπου κινούνταν τα δύο οχήματα και όχι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στηρίζουν επαρκώς και με σαφήνεια το αποδεικτικό πόρισμα της πληττόμενης αποφάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του ενάγοντος - οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ως απότοκο, του ελιγμού προς τα αριστερά, από τη θέση στην οποία αρχικά κινείτο [ήτοι το δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του], τον οποίο (ελιγμό) επιχείρησε ανέλεγκτα, αιφνίδια και χωρίς καμία προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου, ο οποίος εκείνη τη στιγμή, ενεργούσε επιτρεπόμενη προσπέραση του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος.
Και 5) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "τα ισχυριζόμενα από τον ενάγοντα περί απώλειας του ελέγχου του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου λόγω της ανάπτυξης από μέρος του τελευταίου ταχύτητας υπερβαίνουσας αυτή των 120 χιλ./ώρα σε καμία περίπτωση δεν ευσταθούν, διότι η πτώση ενός αυτοκινήτου κινούμενου με την παραπάνω ταχύτητα επί ενός μοτοποδηλάτου μικρού όγκου και βάρους, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 13-9-1989, θα είχε σαν συνέπεια την εκτίναξη του μοτοποδηλάτου, καθώς και του οδηγού αυτού, σε πολύ μεγάλη απόσταση" και της άλλης παραδοχής της ότι "το μοτοποδήλατο όσο και ο οδηγός αυτού επέπεσαν στην περίφραξη κτήματος πλησίον του οδοστρώματος", καθόσον η πτώση του ενάγοντος και του μοτοποδηλάτου του μετά τη σύγκρουση έγιναν, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε παρακείμενη περίφραξη πλησίον του οδοστρώματος, ήτοι σε μικρή απόσταση από το σημείο συγκρούσεως, όπως σαφώς συνάγεται από τη λέξη "παρακείμενη" και όχι σε μεγάλη απόσταση από το σημείο αυτό, όπως θα συνέβαινε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εάν ο πρώτος εναγόμενος είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα.
Επομένως όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στους παραπάνω αναφερόμενους λόγους του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - οδηγού και ήδη αναιρεσείντος.
Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στους πρώτο, δεύτερο και έβδομο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. α' και β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) ], ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως αποδεικτικά έγγραφα και το περιεχόμενο αυτών, ούτε πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 923/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αυτό, να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1149/2019, AΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, ότι ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός του ανωτέρω Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου ουδεμία υπέχει ευθύνη για το ένδικο ατύχημα λόγω συνδρομής ανώτερης βίας, ο ισχυρισμός δε αυτός, ο οποίος ουδέποτε προτάθηκε, ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι αναιρούσε την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής του (ενάγοντος).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, επειδή με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτός ισχυρισμός περί απαλλαγής του πρώτου εναγομένου λόγω συνδρομής περιστατικού ανώτερης βίας, χωρίς να έχει προταθεί τέτοιος ισχυρισμός, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, η απαλλαγή του πρώτου εναγομένου για την ευθύνη από το ένδικο ατύχημα, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, βασίστηκε στο νόμιμο, και κριθέντα ανελέγκτως ως βάσιμο, λόγο της ελλείψεως υπαιτιότητας αυτού ως προς την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος και όχι σε λόγους ανώτερης βίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 β' Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο, "στοιχεία και δη έγγραφα, αλλά και μαρτυρικές καταθέσεις, ισχυρισμούς, μηχανολογικές γνωματεύσεις και αμυντικά στοιχεία στις αιτιάσεις των αντιδίκων και που απεδείκνυαν ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσίβλητων ετύγχαναν κατ' ουσίαν απορριπτέοι".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται σε "έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις, μηχανολογικές γνωματεύσεις και αμυντικά στοιχεία", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον όλα τα ανωτέρω, που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, δεν συνιστούν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο, από τον αριθμό αυτό του εν λόγω άρθρου, λόγος αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων δεν αιτιάται τη μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ, αλλά την παραγνώριση της αξίας αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται σε "ισχυρισμούς", είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο ποιοι συγκεκριμένα είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση αυτής της δίκης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο.
Επισημαίνεται ότι, τα αναφερόμενα στις εφετειακές προτάσεις του αναιρεσείοντος, τα οποία έχει περιλάβει στον κρινόμενο τρίτο λόγο του αναιρετήριου, συνιστούν δικά του επιχειρήματα προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων και όχι "πράγματα" κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων επικαλείται ως "πράγμα" τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο πρώτος εναγόμενος, τότε κατά το μέρος του αυτό ο κρινόμενος λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητά, καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Σε κάθε περίπτωση ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους ( ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη ( ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη ( ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1320/2011).
Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο γι` αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ` αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές (ΑΠ 556/2020, ΑΠ 176/2020, ΑΠ 1086/2018).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 390 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, οι από τη δεύτερη απ' αυτές προβλεπόμενες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ' αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, εκτιμώμενο ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και τα εν γένει αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 111/1981, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 983/2007, ΑΠ 1114/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο και όγδοο αναιρετικούς λόγους υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα, και ειδικότερα: 1) τέσσερις (4) φωτογραφίες, που λήφθηκαν από την αδελφή του ενάγοντος την επομένη ημέρα του ατυχήματος και αποτυπώνονται στις (3) πρώτες από αυτές τα ίχνη διπλής τροχοπεδήσεως του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και στην τέταρτη (4η) το τρακαρισμένο και εκτιναγμένο εκτός ασφαλτοτάπητα μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), 2) το από 12-06-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Κ., το οποίο απεικονίζει τον τόπο του ατυχήματος και τα ευρήματα στον τόπο του συμβάντος, 3) την από 2-10-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου του - διπλωματούχου μηχανικού Ε.Μ.Π.
Β. Κ. και 4) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του Δ. Η. ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Α. Ν., καθώς και την υπ' αριθμ. 2582/2-10-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του Β. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση και επαναξιολόγηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων Π.
Ρ. και Α. Λ., που εξετάσθηκαν, με επιμέλεια των διαδίκων, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, οι οποίες, ένορκες καταθέσεις, εκτιμώνται κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, από τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδυασμό προς 395 ΚΠολΔ), μεταξύ αυτών δε περιλαμβάνονται και οι μη αμφισβητούμενες για τη γνησιότητα τους φωτογραφίες (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, από την υπ' αριθμ. 27888/15-10-2013 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ε.
Ρ., την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Α. Ν. και την υπ' αριθμ. 2582/2-10-2017 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. (που λαμβάνονται υπόψη οι δύο τελευταίες κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ), που δόθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος και την 7897/8-5-2014 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Γαστούνης Ηλείας Α.
Π., που δόθηκε με επιμέλεια του πρώτου εναγομένου, ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων τους καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρα 336 αρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".
Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω υπ' αριθμ. ... και 2582/2-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητά αναφέρει, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω φωτογραφίες τις οποίες ρητά μνημονεύει, σε συνδυασμό και με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, όπου μάλιστα κάνει ειδική αναφορά τόσο στο από 12-06-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι.
Κ., όσο και στην από 2-10-2015 έκθεση που συνέταξε ο διορισθείς από τον ενάγοντα πραγματογνώμονας - τεχνικός σύμβουλος Β. Κ. και το όλο περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τέταρτος, πέμπτος, έκτος και όγδοος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι, κατά το μέρος τους αυτό, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθόσον από το περιεχόμενό τους σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονείται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο ίδιος θεωρεί ορθό.
Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ανάγονται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικού αυτών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αιτίαση που αναφέρεται στους τέταρτο, πέμπτο και όγδοο αναιρετικούς λόγους ότι από τη μη λήψη υπόψη των, σε αυτούς αναφερόμενων, αποδεικτικών μέσων (ήτοι των τεσσάρων φωτογραφιών, του από 12-06-2008 τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Κ. και των υπ' αριθμ. 2711/16-2-20 και 2582/2-10-201717 ενόρκων βεβαιώσεων αντίστοιχα), ιδρύεται και ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, τα αποδεικτικά μέσα δεν συνιστούν, "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο, από τον αριθμό αυτό του εν λόγω άρθρου, λόγος αναιρέσεως.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττωμένος διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δεύτερου αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .
-
Απορρίπτει την από 22-11-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11210/1093/22-11-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4319/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου δεύτερου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ