Supreme Court dismisses appeal arguments but suspends proceedings pending Full Bench ruling on lawyer fees calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the first three appeal arguments regarding the validity of the lower court's decision on a gift claim. However, the court suspended the proceedings on the fourth argument concerning legal fees because a Full Bench ruling was required to resolve a conflicting precedent. Consequently, the request for restitution of court costs was also stayed until the Full Bench issues a final decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1831, 1835, 1509 of the Civil Code; Article 249 of the Code of Civil Procedure: When a Full Bench ruling is necessary to resolve a conflict in case law regarding the calculation of legal fees as court costs, the Supreme Court must suspend the proceedings pending that final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 453 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 453/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αιτούντων την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: 1) Μ. Β. Π., συζ. Δ. Ε., κατοίκου …, 2) Σ. Β. Π., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ).
Των αναιρεσιβλήτων: Κ. χας Β. Π., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ... Χανίων για την ίδια ατομικά και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων-ορφανών πατρός- θυγατέρων της: α) Ε. Π. του Β. και της Κ., β) Ν. - Ε. Π. του Β. και της Κ., κατοίκων ... Χανίων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Αγγελική Παππά και Ελένη Πραντάλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-06-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-10-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 123/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αριθμ. 53/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή μέμψεως αστόργου δωρεάς των ήδη αναιρεσειόντων. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
[I] Με τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ.1 του ΑΚ ορίζεται, ότι κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομιά, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομιά που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει την νόμιμη μοίρα. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1509 εδ.α' του πιο πάνω κώδικα ορίζεται, ότι η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε μέμψη υπόκεινται μόνον οι δωρεές, οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ.2 ΑΚ, προστίθενται στην κληρονομιά, όπως αυτό ορίζεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 1835 του ίδιου Κώδικα, η οποία δεν τροποποιήθηκε με το ν. 1329/1983.
Το γεγονός ότι η παροχή του γονέα προς το τέκνο, κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 1509 εδ.α' ΑΚ, δεν αποτελεί δωρεά, όταν είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, έχει ως συνέπεια, ότι η τελευταία δεν προσβάλλεται ως άστοργη, έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές.
Με τα δεδομένα αυτά, όταν με αγωγή μέμψης προσβάλλεται γονική παροχή που έγινε προς μεριδιούχο είτε για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ, πρέπει, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, να εκτίθενται σαφώς τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολο της ή μερικώς, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, το οποίο (μέτρο) κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική κατάσταση του γονέα, κατά το χρόνο σύστασης της παροχής, τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή,σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων (ΑΠ 307/2019).
Έτσι, αν οι παροχές δεν υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση των γονέων, τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων, τότε δεν αποτελούν δωρεά. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, εκείνη δηλαδή που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από τους αρ.8 και 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 23/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 17-06-2013 (υπ' αριθ. έκθ. καταθ. δικογρ. ΜΤ480/13) αγωγής , οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι οι ίδιοι και οι εναγόμενες ήδη αναιρεσίβλητες ( η πρώτη Κ. χήρα Β.Π., νόμιμη σύζυγος σε δεύτερο γάμο, η δεύτερη Ε. Π. και η τρίτη Ν. - Ε. Π. , ανήλικες θυγατέρες από τον ίδιο δεύτερο γάμο) είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συζύγου και πατέρα τους , Β. Π. του Σ., που απεβίωσε στις 19-06-2011, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και 3/16 εξ αδιαιρέτου καθένα τέκνο.
Ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο άνω κληρονομούμενος άφησε ως κληρονομιαία περιουσία τα ακίνητα (διαμέρισμα, αγροτεμάχια), τα οποία περιγράφονται με λεπτομέρεια στην αγωγή,πραγματικής-αγοραίας αξίας κατά τον άνω χρόνο 447.500 ευρώ, τραπεζικές καταθέσεις ύψους 8.953,96 ευρώ και 137.105 ονομαστικές μετοχές της ΑΕ «... ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ» αγοραίας-πραγματικής αξίας κατά τον άνω χρόνο 1.336.773,75 ευρώ.
Ότι ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, είχε μεταβιβάσει στις ανήλικες θυγατέρες του, 2η και 3η από τις εναγόμενες, κατά ψιλή κυριότητα και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο (αγροτεμάχιο), παρακρατώντας για τον εαυτό του εφόρου ζωής την επικαρπία, αξίας της ψιλής κυριότητας 50.000 ευρώ, επί του οποίου με δικές του δαπάνες ανήγειρε κατά τα έτη 2006-2008 διώροφη οικία, αξίας με τον εντός αυτής οικιακό εξοπλισμό 500.000 ευρώ, καθώς επίσης μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, στην 1η εναγομένη σύζυγό του στις 27-12-2007 106.058 μετοχές αγοραίας αξίας 827.252,40 ευρώ και σε καθεμία από τις ανωτέρω θυγατέρες του στις 09-10-2006 68.750 μετοχές και στις 27-12-2007 36.308 μετοχές, αξίας 819.452,40 ευρώ.
Περαιτέρω, εξέθεταν ότι το σύνολο της πλασματικής κληρονομιαίας περιουσίας του άνω αποβιώσαντος με το συνυπολογισμό (συνεισφορά) και των άνω συνεισενεκτέων παροχών, που έγιναν χωρίς αντάλλαγμα προς τις εναγόμενες, ανέρχεται σε 6.549.759,96 ευρώ και, συνακόλουθα, η πλασματική κληρονομιαία μερίδα καθενός των εναγόντων ανέρχεται σε 1.228.079,62 ευρώ και η νόμιμη μοίρα καθενός των εναγόντων σε 614.039,81 ευρώ (1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας τους), δηλαδή υπολείπεται της νόμιμης μοίρας εκάστου, κατά το ποσό των 277.809,61 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη την κληρονομική μερίδα καθενός ενάγοντα επί της πραγματικής κληρονομίας, που ανέρχεται σε 336.230,20 ευρώ για καθένα.
Περαιτέρω, εξέθεταν ότι οι προαναφερθείσες γονικές παροχές των ανωτέρω μετοχών που έγιναν, χωρίς αντάλλαγμα, προς τα εναγόμενα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, συνιστούν δωρεές, καθώς έγιναν καθ' υπέρβαση του μέτρου που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και ορίζεται στην άνω διάταξη, καθόσον ο πατέρας τους στις 26-04-2005 είχε με γονική παροχή μεταβιβάσει στα ανωτέρω τέκνα του το προαναφερόμενο ακίνητο, αγροτεμάχιο, όφειλε δε αφού είχε τέσσερα τέκνα να συμβάλει εξίσου σε όλα για τη διατήρηση της οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας εκάστου, πράγμα που δεν θα μπορούσε να συμβεί αν μεταβίβαζε όλες τις πιο πάνω μετοχές στα ανωτέρω τέκνα του.
Ότι εν όψει του ότι δεν επαρκεί η πραγματική κληρονομία για να καλύψει την νόμιμη μοίρας τους (277.809,61 ευρώ καθενός), πρέπει να ανατραπούν οι δυνάμει των από 27-12-2007 τριών ιδιωτικών συμφωνητικών συσταθείσες προς την πρώτη εναγομένη δωρεά και προς τις λοιπές εναγόμενες γονικές παροχές-δωρεές των ανωτέρω ονομαστικών μετοχών και να υποχρωθούν οι εναγόμενες να μεταβιβάσουν σε καθένα η πρώτη εναγομένη 7.123 ονομαστικές μετοχές και καθεμία από τις λοιπές εναγόμενες 10.685 ονομαστικές μετοχές της ΑΕ με την επωνυμία «... ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ».
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, ως αόριστη, την ένδικη αγωγή μέμψεως αστόργου δωρεάς, με την αιτιολογία ότι οι προς τις εναγόμενες επίμαχες γονικές παροχές αποτελούν δωρεά μόνο κατά το ποσό που υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, το οποίο δεν προσδιορίζεται με την αγωγή. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι οι επίμαχες γονικές παροχές έγιναν όχι για κάποιο σκοπό, από εκείνους που αναφέρει το άρθρο 1509 ΑΚ, δηλαδή για τη δημιουργία ή διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας ή για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος των εναγομένων θυγατέρων του αποβιώσαντος, ούτε αναφέρεται ότι αυτές (γονικές παροχές) υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, οι οποίες στην συγκεκριμένη περίπτωση επίσης δεν προσδιορίζονται με την αγωγή, το οποίο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, κρίνεται με βάση την οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική κατάσταση του παρέχοντος γονέα, κατά το χρόνο των ένδικων παροχών, τις ανάγκες των εναγομένων τέκνων, προς τα οποία έγιναν οι γονικές παροχές, καθώς και την οικονομική, οικογενειακή κατάσταση των άλλων τέκνων, δηλαδή των εναγόντων, με αναφορά και στην ηλικία όλων των ανωτέρω, στοιχεία που δεν διαλαμβάνονται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν αξίωσε για την νομική θεμελίωση της αξίωσης για ανατροπή των άνω γονικών παροχών, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας, και την απόδοση των ένδικων μετοχών στους αναιρεσείοντες στοιχεία περισσότερα από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, και συγκεκριμένα οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1509, 1835 και 1831 ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο που κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημά της δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ο οποίος πρέπει γι' αυτό ν' απορριφθεί.
[II] Οι από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης προϋποθέτουν, ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύονται, επομένως, οι λόγoi αυτοί, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη (ΑΠ 924/2018, 790/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 27-12-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού δωρεάς μετοχών προς την πρώτη εναγομένη Κ. χήρα Β.Π. και με τον τρίτο αναιρετικό λόγο , κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι την από τον αριθμό 20 που αναφέρουν στο αναιρετήριο, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από την νόμιμη βάση της με το να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή και ως προς την ανατροπή, ως άστοργης, της γενομένης προς την πρώτη εναγομένη, δυνάμει του από 27-12-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού δωρεάς μετοχών.
Οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, εφόσον, όπως ήδη έχει αναφερθεί, προκύπτει δε και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη μέμψεως αστόργου δωρεάς αγωγή "είναι απορριπτέα ως αόριστη στο σύνολό της", ακολούθως δε την απέρριψε για τον ως άνω λόγο, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.
[III] 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 189, 190, 191 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αποδίδονται στον νικήσαντα διάδικο μόνον τα έξοδα τα οποία ήσαν απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (τέλη χαρτοσήμου, τέλος δικαστικού ενσήμου, αμοιβή του δικηγόρου κ.λπ), ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλει κατάλογο των εξόδων και ότι αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του σχετικού αιτήματος, για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάριση των εξόδων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει, από τα άρθρα 58 και 84 Ν. 4194 της 25/27-9-2013 (Κώδικας Δικηγόρων), που ισχύει κατά το άρθρο 166 § 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του κρίσιμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (30/11/2017), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον πελάτη του και αν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα του Κώδικα Δικηγόρων.
Τέλος,σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 του Κώδικα Δικηγόρων, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, η αμοιβή του πρώτου για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ.
β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ. γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ. δ) 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ. ε) 0,3 % όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ.
στ) 0,2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ. ζ) 0,1 % όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ. η) 0,05% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.000 ευρώ. [...]. Η αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση για τον δικηγόρο του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής και για τον δικηγόρο του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής (άρθρο 68), ενώ για την σύνταξη προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αμοιβή όλων των δικηγόρων είναι διπλάσια από την προηγούμενη (άρθρο 69 παρ. 1) και για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου που δικάζει ως Δικαστήριο πρώτου βαθμού, η αμοιβή καθορίζεται , σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κώδικα, με βάση το αντικείμενο της διαφοράς.
Όσον αφορά δε την αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του στο Εφετείο, σύμφωνα με το παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, αυτή ορίζεται στο ποσό των 192 ευρώ.
2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
3. Κατά το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό Τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 431/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα τα εξής: « [...] Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων - εναγομένων για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας», επεδίκασε δε για δικαστικά έξοδα το ποσόν των 15.000 ευρώ.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ,την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι απορρίπτοντας η προσβαλλομένη ως αόριστη την ένδικη αγωγή τους, τους καταδίκασε σε υπέρμετρα δικαστικά έξοδα, παραβιάζοντας τις διατάξεις του Νέου Κώδικα Δικηγόρων, που αναφέρονται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Επειδή, όμως, στην κρινόμενη περίπτωση η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 555.619,22 ευρώ, γεννάται ζήτημα ερμηνείας της εφαρμοστέας πιο πάνω διάταξης του άρθρου 63 του Κ.Δ., περί του εάν η αμοιβή του δικηγόρου θα καθορισθεί επί τη βάσει του αντίστοιχου ποσοστού που ορίζει ο νόμος ενιαίως επί της αξίας ολοκλήρου του αντικειμένου της δίκης ή εάν αντιθέτως θα καθορισθεί κατά φθίνουσα κλίμακα, ήτοι για τα πρώτα 200.000 ευρώ με βάση ποσοστό 2%, για τα επόμενα 550.000 ευρώ με βάση ποσοστό 1,5% κ.ο.κ., ενόψει μάλιστα του ότι επί του ζητήματος αυτού η αιτιολογική έκθεση του νόμου ουδέν διαλαμβάνει.
Ο Άρειος Πάγος με τις με αριθ. 961/2017 και 1014/2019 αποφάσεις του, χωρίς κάποια ειδικότερη αιτιολογία, έχει προβεί στον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου, ως στοιχείο των δικαστικών εξόδων, με βάση το ποσοστό που αντιστοιχεί ενιαίως στην αξία ολοκλήρου του αντικειμένου της δίκης. Η άποψη αυτή, αν και φαίνεται σύμφωνη με την γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής, έχει ως συνέπεια ότι σε πολλές περιπτώσεις η αμοιβή του δικηγόρου για μικρότερο αντικείμενο δίκης να είναι μεγαλύτερη της αμοιβής δικηγόρου για μεγαλύτερο αντικείμενο δίκης, λόγω της εφαρμογής διαφορετικού συντελεστή, πράγμα που δεν φαίνεται ότι συμβαδίζει με το σκοπό του νόμου.
Ενόψει αυτών, με τις 453/2020, 454/2020, και 455/2020 αποφάσεις του το Β2 Πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου, κρίνοντας ότι το πιο πάνω ζήτημα είναι γενικότερου ενδιαφέροντος παρέπεμψε τον σχετικό αναιρετικό λόγο προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' και γ' του ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ.
γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ορίστηκε δε δικάσιμος η 25η Φεβρουαρίου 2021, πλην όμως η συζήτηση ματαιώθηκε, εξαιτίας της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων με την υπ' αριθ. ΚΥΑ Δ1 α/Γ.Π. οικ. 9147/10.2.2021 (ΦΕΚ 534/Β/10.2.2021) για τα μέτρα προστασίας έναντι του κορονοϊού SARS-COV19.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της, συνακόλουθα, δε, πρέπει να αναβληθεί και η εκδίκαση της ασκηθείσας από τους αναιρεσείοντες με τις από 14-10-2020 προτάσεις, που κατέθεσαν αυθημερόν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, με την οποία αυτοί (αναιρεσείοντες) ζήτησαν να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες, καθεμία σε ολόκληρο, να τους επιστρέψουν (να καταβάλουν) στον καθένα από αυτούς το ποσό των 7.500 ευρώ, το οποίο εκουσίως κατέβαλαν σ'αυτές για την επιδικασθείσα, με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Κρήτης, δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους της από 29-10-2019 αίτησης για αναίρεση της 123/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Χανίων.
Αναβάλλει τη συζήτηση επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας τέταρτο αναιρετικό λόγο, περί δικαστικής δαπάνης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί των υποθέσεων που έχουν παραπεμφθεί σ' αυτή με τις 455/2020, 454/2020 και 453/2020 αποφάσεις του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου, καθώς και επί της από 14-10-2020 αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ