Legislator Case Law & Legislation
453/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to failure to cite sworn testimony in judgment.

Case Number 453/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court erred by failing to specifically reference a sworn affidavit submitted as evidence. The court ruled that the Third Instance Court had properly considered the evidence, including the sworn testimony, in reaching its conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, para. 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure; The failure to specifically cite a sworn affidavit in the judgment does not constitute a ground for appeal if the court has otherwise taken the evidence into account in its reasoning.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure sworn affidavit specific citation appeal grounds procedural error evidence admissibility judgment reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 559, para. 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191, para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 453 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 453/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κατσαντωνοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σούμπαση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - καλούντος και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1032/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 436/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων καλών και οι λοιποί αναιρεσείοντες Π. Ρ. του Θ., Μ. Γ. του Ν. και Σ. Μ. του Κ. με την από με την από 20/1/2010 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσείων-καλών με την από 22/12/2017 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου ανέγνωσε την από 8/3/2011 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας τότε Αρεοπαγίτου Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 7-11-2017 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 800/2017) αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος-καλούντος Γ. Π. και των λοιπών εναγόντων-αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι κατά την σημερινή δίκη, κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, πλήττεται η 436/2007 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείoυ Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσας από 24-7-2006 (αριθ.κατ. 6547/1348/2006) εφέσεως των εναγόντων κατά της 1032/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 30-9-2005 αγωγής, με την οποία ο αναιρεσείων -καλών και οι λοιποί ενάγοντες, ισχυριζόμενοι ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ανανεώνονταν ως τέτοιες κατά καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, ενώ στην πραγματικότητα συνδέονταν με αυτήν με συμβάσεις αορίστου χρόνου, επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της και ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους εκ μέρους της εναγομένης ήταν άκυρη, ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόλυσής τους, ότι συνδέονταν με την εναγομένη με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση των εναγόντων, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε ομοίως απορρίψει την αγωγή. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), μόνο ως προς τον εκ των αναιρεσειόντων Γ. Π., ο οποίος με την από 22-12-2000 κλήση του, ως απλός ομόδικος, νομίμως επαναφέρει την συζήτηση της αίτησης μετά την ματαίωσή της κατά την δικάσιμο της 11-2-2014.

2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν.2112/1920 συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς, ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, β) Η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Χαρακτηριστικό δε της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Εξάλλου, στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης".

Και στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι ως άνω, όμως, διατάξεις (των άρθρων 671 ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ Ν.2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του αναμορφωμένου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ... (ΓΚΠ - ...), που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. - άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990), ο ... δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.

Η σύμβαση εργασίας αυτή απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και από την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο κάτω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ - ... συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, οι δε προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2112/1920 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, του υποχρεωτικά, βάσει νόμου, προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο μισθωτού, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν έως τις 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται:

1) Να προσδιορισθούν: α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων.

2) Να καθορισθεί, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω μη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη έως τις 10- 7-2001 και σε κάθε περίπτωση έως τις 10-7-2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ. Ολ.ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", που, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου Π.Δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ:

Α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ% αυτού, με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ. γ' του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται, ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμένος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003. Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΕ(... ΑΕ).

Β) Στο άρθρο 5 αυτού (Π.Δ.81/2003), όπως το άρθρο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για τη (/πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σε σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος ( 180/2004).

Γ) Στο άρθρο 8Α (Μεταβατικές Διατάξεις) αυτού (Π.Δ. 81/2003), που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ.180/2004, ότι 1) Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσίβλητη), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. 164/2004... 3) Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών.

Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 2 του Ν. 3302/2004 ορίζεται ότι: Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ 81/2003, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004.

Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ.180/2004 ορίστηκε, ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...

γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής ουσιώδη: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη, με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας οκτάμηνης διάρκειας ο πρώτος........., ο έβδομος(καλών) στις 30-12-2002, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους........ο έβδομος ως βοηθός Τεχνιτών Δικτύων και....... Πριν την λήξη καθεμιάς από τις επίμαχες συμβάσεις, υπογράφηκε, για καθένα των εναγόντων μία τροποποιητική σύμβαση διαρκείας 14 μηνών αρχομένη από τη λήξη της πρώτης(αρχικής). Με βάση τις παραπάνω συμβάσεις οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη θέση που καθένας τοποθετήθηκε επί 22 συνεχόμενους μήνες, χωρίς, όμως περαιτέρω ανανέωση ή απασχόληση

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι όλοι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη για να καλύψουν έκτακτες ανάγκες σε προσωπικό στις προαναφερόμενες υπηρεσίες της, κατά τα έτη 2002, 2003 και 2004, για την εκτέλεση του έργου των Ολυμπιακών αγώνων του 2004, την επέκταση και ποιοτική αναβάθμιση του δικτύου της εναγομένης και την κάλυψη κενών που δημιουργήθηκαν λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία των μονίμων υπαλλήλων της.

Να σημειωθεί ότι στις ένδικες συμβάσεις περιεχόταν όρος, σύμφωνα με τον οποίο, με την περάτωση του χρόνου αυτών λήγουν αυτοδικαίως και η εναγομένη στη θέση των εναγόντων δεν προσέλαβε άλλο έκτακτο προσωπικό. Για την εξυπηρέτηση δε των πάγιων επιχειρησιακών αναγκών της προκήρυξε την πλήρωση 391 θέσεων μόνιμου προσωπικού..........., στη διαδικασία πρόσληψης των οποίων οι ενάγοντες δεν έλαβαν μέρος,.......οι συμβάσεις των εναγόντων δεν συνήφθησαν ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας, ούτε υποκρύπτονταν συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού μόλις έπαυσαν να υφίστανται οι έκτακτες ανάγκες που επέβαλαν την κατάρτιση των ορισμένου χρόνου ως άνω συμβάσεων, συνολικής διάρκειας 22 μηνών, έληξαν ,ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση από το γεγονός ότι οι εργασίες που εκτελούσαν ήταν όμοιες με αυτές του μόνιμου προσωπικού, από δε τα 1.500 περίπου άτομα που προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη των ως άνω έκτακτων αναγκών, ουδείς συνέχισε να εργάζεται μετά τη λήξη της ορισμένου χρόνου διάρκειας της συμβάσεώς του".

Κατέληξε δε το Εφετείο, ότι η δυνατότητα της εναγομένης να προσλαμβάνει προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών, δεν προσκρούει στις διατάξεις του Συντάγματος και της Κοινοτικής Οδηγίας 1999 / 70 / ΕΟΚ και του ΠΔ 81/2003, όπως τροποποιήθηκε με ΠΔ 180/2004,ούτε σ' αυτές του άρθρου 281, 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1,3 του Συντάγματος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος- καλούντος από ουσιαστική άποψη(οι λοιποί ενάγοντες-εκκαλούντες δεν είναι διάδικοι στη σημερινή δίκη), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες, στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνονται δε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και το διατακτικό της.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. οι δύο πρώτοι, και 559 αριθμός 1 του ίδιου Κώδικα, οι τρεις επόμενοι, είναι αβάσιμοι.

4. Από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.( όπως ίσχυε πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015, καθόσον στην ένδικη υπόθεση πρόκειται για ένορκη βεβαίωση ληφθείσα πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού), κατά την οποία στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα, που επιβάλλει την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, συνάγεται ότι η ένορκη βεβαίωση δίνεται στην ώρα που αναγράφεται στην κλήση προς τον αντίδικο, εκτός αν από λόγους υπηρεσιακής απασχόλησης του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου ή λόγους προσωρινής αντικειμενικής αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων τους, οι οποίοι λόγοι πρέπει να αναφέρονται στην ένορκη βεβαίωση και την άρση των οποίων πρέπει να αναμείνει ο κλητευθείς, κατέστη αναγκαία η λήψη της σε μεταγενέστερο χρόνο, οπότε και δεν παραβλάπτεται από την τοιαύτη καθυστέρηση το κύρος αυτής (σχ.

ΟλΑΠ 20/2004, ΑΠ 1150/2007, ΑΠ 36/2006, ΑΠ 115/2006, ΑΠ 1709/2005). Οι κατά τα ανωτέρω ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, γΓ αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή, αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 176/2016).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 802/2017).

5. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων-καλών, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ' του ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του, τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα, ήτοι, τις …73/2006 και …04/2006 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Ρ. και Ι. Τ., καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Κ., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που πλήττεται η μη λήψη υπόψη της 5873/2006 ένορκης βεβαιώσεως του Ε. Ρ., είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, ναι μεν η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, όταν προσκομίζεται στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση αυτή, όμως ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και δεν αναφέρθηκε ειδικά στην προσβαλλομένη απόφαση, διότι, από την επισκόπηση της από 14-11-2006 κλήσης προς εξέταση μαρτύρων του αναιρεσείοντος (μεταξύ άλλων αναιρεσειόντων και μη διαδίκων σήμερα), που επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (16-11-2006) προς την αναιρεσίβλητη, ήτοι προ 24 ωρών πριν από την λήψη της (20-11-2006), προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί κατά την εξέταση "μαρτύρων", η οποία θα ελάμβανε χώρα

Α) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών την 20-11-2006, ημέρα Δευτέρα και ώρες 10:00 π.μ, 10:30 π,μ, 11:00 και 11:30 π.μ, και

Β) ενώπιον της Σ/φου Α. Μ., οδός ..., την 20ΐ Νοεμβρίου 2006, ημέρα Δευτέρα και ώρες 15:30, 16:00, 16:30 και 17:00, στην ρο άνω όμως (με αριθμό …73/2006) ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε ενώπιον της Σ/φου ν Α. Μ., χωρίς να παρασταθεί η αναιρεσίβλητη, δεν αναφέρεται καθόλου η ώρα προσέλευσης του άνω μάρτυρος Ε. Ρ. ενώπιον της Σ/φου αυτής, ούτε και η ακριβής, ώρα λήψης της κατάθεσης αυτής (ώστε να προκύπτει αν η αντίδικος δεν εμφανίστηκε στην ορισθείσα προς εξέταση του μάρτυρα ώρα) γεγονός, που σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην με αριθμό 4 μείζονα σκέψη επηρεάζει το κύρος αυτής, καθιστώντας την απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη την εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος επιτρέπει.

Κατά το υπόλοιπο μέρος του, ο ίδιος λόγος είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση αλλά και η συγκεκριμένη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της κατάθεσης του μάρτυρα των εναγόντων όπως και της 104/28.2.2006 ένορκης βεβαίωσης, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, τόσο την ένορκη βεβαίωση του Ι.

Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ζακύνθου, όσο και την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Κ., που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της ως προς τον καλούντα-αναιρεσείοντα Γ. Π. και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.1.2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 436/2007 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα καλούντα Γ. Π.. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτόν στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ