Supreme Court dismisses appeal on lack of standing and error of law regarding forged will signature.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's heirs against the Court of First Instance's ruling on a will dispute. The heirs argued the lower court erred in accepting a forged signature claim without explicit evidence, while the opposing party contended the court properly evaluated the handwriting expert's report. The court rejected these arguments, ruling that the lower court's reliance on the expert's findings did not constitute an error of law or a violation of procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 559, 70, 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of standing or error of law regarding the evaluation of evidence is inadmissible if the lower court's decision is based on the expert report without violating legal standards.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 453 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 453/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., Α.Φ.Μ ..., Δ.Ο.Υ ..., 2. Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., Α.Φ.Μ ... Δ.Ο.Υ .... 3. Σ. συζ. Γ. Β., κατοίκου ...... Δ.Ο.Υ ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τσοβόλα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης : Ε. συζ. Φ. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Παπαμαλή και Ιωάννη Γιαννάτο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 11-2-2010 πρόσθετη παρέμβαση ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας ... " ...", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2012 μη οριστική και 51/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2015 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή ενίοτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως και με τη σκέψη ότι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ο λόγος αναίρεσης ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται, κατά κανόνα, στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005).
Επίσης, το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 493/2015).
Εξάλλου σαφώς συνάγεται, από μεν το άρθρο 1710 ΑΚ ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων αυτού σχέσεων που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης, στις οποίες περιλαμβάνονται όχι μόνο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις (ακόμη και υπό αίρεση και προθεσμία), αλλά και οι έννομες καταστάσεις ή προσδοκίες (ΑΠ 938/2000), από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1821 παρ. 1, 3 και 4 ΑΚ ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, απαιτείται πλην άλλων, να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και να υπογράφεται από αυτόν.
Από τη σχετική χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, ενώ ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από τον διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης, οπότε αυτή θεωρείται, κατ’ άρθρο 180 ΑΚ, σαν να μην έγινε.
Την ακυρότητα αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομία του (AΠ 1063/2006). Ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σ` αυτή, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη.
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ‘ Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε, αφενός ότι " η [αρχική] ενάγουσα Θ. συζ. Γ. Κ., η οποία πέθανε στις 10-2-2010, δηλαδή μετά την άσκηση και πριν από τη συζήτηση της αγωγής, κληρονομήθηκε από τη θυγατέρα της, ήδη εφεσίβλητη [αναιρεσίβλητη] Ε.
συζ. Δ. Α., η οποία υπεισήλθε στη δικονομική της θέση και συνέχισε την [υπό κρίση] δίκη" και αφετέρου, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ι. Α. του Π. και Μ., κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε την 31-1-2008 στην ... Λέσβου και φέρεται να συνέταξε την από 13-8-2007 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε με τα με αριθμό 41/18-2-2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, ενώ κατά τον χρόνο του θανάτου του μόνη πλησιέστερη συγγενής του και νόμιμη κληρονόμος του ήταν η πρώτη του εξαδέλφη ενάγουσα Θ.
σύζυγος Γ. Κ., το γένος Ξ. Σ. μετά τον θάνατο της οποίας, όπως ήδη σημειώθηκε, υπεισήλθε στη δικονομική της θέση η θυγατέρα της, ήδη εφεσίβλητη Ε., σύζυγος Φ. Α.. Με την διαθήκη αυτή ο ανωτέρω διαθέτης φέρεται ότι εγκατέστησε κληρονόμους σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τους εξωτικούς πρώτη και δεύτερο των εναγομένων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, την τρίτη εναγομένη επί των αναφερόμενων σε αυτή ακινήτων και την ενάγουσα στα επίσης αναφερόμενα ακίνητα, καθώς και στο ήμισυ του χρηματικού ποσού που είχε κατατεθειμένο στην ΑΤΕ (Υποκατάστημα ...), ενώ εγκατέστησε επίσης, κληρονόμο του την πρώτη εναγομένη σε ολόκληρο το χρηματικό ποσό που είχε κατατεθειμένο σε λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα ...ERGASIAS (Υποκατάστημα ...) και τον δεύτερο εναγόμενο κληρονόμο σε ολόκληρο το χρηματικό ποσό που είχε κατατεθειμένο σε λογαριασμό που τηρούσε στην Συνεταιριστική Τράπεζα Λέσβου-Λήμνου.
Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια διαθήκη του προαναφερόμενου διαθέτη, ως προς την γραφή και την υπογραφή του. Ειδικότερα, ο Ι. Α. κατά τον χρόνο σύνταξης και υπογραφής της φερόμενης ως γνήσιας διαθήκης του (13-8-2007) βρισκόταν στο τέταρτο στάδιο εξέλιξης της νόσου PARKINSON, λαμβάνοντας και τη σχετική φαρμακευτική αγωγή, η οποία του περιόριζε σημαντικά την δυνατότητα γραφής και υπογραφής, αφού μεταξύ άλλων συμπτωμάτων εμφανιζόταν τρεμούλιασμα, κυρίως στα χέρια και στα πόδια, το οποίο συνοδευόταν συχνά από αλλαγές στη γραφή του ασθενούς.
Η ειδική δικαστική γραφολόγος, Α. Κ.-Σ., η οποία διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την προαναφερόμενη, μη οριστική, απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στα συμπεράσματα της έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αναφέρει ότι η γραφή του κειμένου της διαθήκης έχει κατά την εκτίμησή της γίνει από τον αποβιώσαντα με την προϋπόθεση ότι το δειγματοληπτικό υλικό (χειρόγραφες σημειώσεις) που τέθηκε υπόψη της από τους εναγόμενους ανήκει στον αποβιώσαντα.
Σημειωτέον όμως ότι οι ανωτέρω χειρόγραφες σημειώσεις αμφισβητούνται από την ενάγουσα, ενώ ουδέν άλλο γραπτό δειγματοληπτικό υλικό προσκομίσθηκε στην ανωτέρω γραφολόγο, παρά την αναζήτησή του από τους διαδίκους. Με το υπάρχον υλικό, η γραφολόγος παρατήρησε ομοιότητες μεταξύ του κειμένου της κρινόμενης διαθήκης και των ως άνω χειρόγραφων σημειώσεων που αφορούν στη δομική κατασκευή, στον μορφολογικό σχηματισμό των γραμματικών χαρακτήρων, στη γραφική δυσχέρεια, στην σπασμωδικότητα των γραφικών κινήσεων και γραφικού τρόμου, στην εναλλαγή της χροιάς του γραφικού νήματος και στην ακανόνιστη κάλυψη του γραφικού χώρου, στην κατεύθυνση κλίσεως των αξόνων και στην ανορθογραφία.
Αναφορικά όμως με την φερόμενη ως υπογραφή του διαθέτη στην επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη και τη σύγκρισή της με άλλες υπογραφές που τέθηκαν από αυτόν εν ζωή, η ως άνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη παρατηρεί διαφορές, κυρίως στην έναρξη και στον σχηματισμό του αρχικού γράμματος του ονόματος του διαθέτη "I".
Επίσης παρατηρεί πως η κρινόμενη υπογραφή χαράχθηκε χωρίς σπασμωδική-ακανόνιστη γραφική πίεση, χωρίς γραφική αστάθεια και συσπάσεις της γραμμής χάραξης, οι δε ομοιότητες δεν είναι σημαντικές και αφορούν στην κατεύθυνση κλίσεως σχηματισμού προς τα δεξιά. Επιπλέον, επί της κρινόμενης υπογραφής διαπιστώθηκε και διακοπή της γραφικής ροής και επανεκκίνηση σε σημείο τέτοιο που δεν εντοπίστηκε σε καμία από τις γνήσιες υπογραφές του αποβιώσαντος.
Επομένως, κατά την εκτίμηση της ως άνω πραγματογνώμονα, η κρινόμενη υπογραφή στην επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν τέθηκε από το χέρι του, αλλά πλαστογραφήθηκε από άλλο πρόσωπο, με προσπάθεια απομίμησης της γνήσιας υπογραφής αυτού, ενώ οι εναγόμενοι που έχουν και το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας αυτής, παρά το ότι προσκλήθηκαν από την ανωτέρω πραγματογνώμονα δεν προσεκόμισαν σε αυτή άλλο γραπτό δειγματοληπτικό υλικό, αφού, όπως προαναφέρθηκε, εκείνο που τέθηκε υπόψη της, δηλαδή χειρόγραφες σημειώσεις του αποβιώσαντος-διαθέτη, αμφισβητήθηκαν από την ενάγουσα, ενώ αυτές πιθανολογήθηκαν από την πραγματογνώμονα ως γνήσιες ως προς την γραφή των κειμένων, χωρίς να αποδειχθεί, όπως αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με βεβαιότητα η προέλευσή τους.
Εξάλλου, τα συμπεράσματα των εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, των προαναφερόμενων γραφολόγων, οι οποίοι διορίστηκαν ως τεχνικοί σύμβουλοι από τους διαδίκους, είναι αντιφατικά και αλληλοαναιρούνται και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να σχηματίσει, ούτε από αυτές, πλήρη δικανική πεποίθηση για την γνησιότητα ή μη της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης.
Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι, οι εναγόμενοι που επικαλέστηκαν ότι η διαθήκη έχει γραφτεί και έχει υπογραφεί από τον ανωτέρω διαθέτη, δεν εξέτασαν κανένα μάρτυρα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, προκειμένου να αποδείξουν, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα την γνησιότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.
Συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η υπογραφή στην επίδικη από 13-8-2007 ιδιόγραφη διαθήκη τέθηκε από τον προαναφερόμενο διαθέτη, αλλά αποδείχθηκε ότι τέθηκε από άλλο πρόσωπο με προσπάθεια απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η ακυρότητά της αυτή".
Στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η προαναφερόμενη αγωγή. Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718 και 1721 ΑΚ, 68 και 70 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όσον αφορά την αυτοδίκαιη υπεισέλευση της αναιρεσίβλητης, ως μοναδικής κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας στις κληρονομητές σχέσεις της, άρα δε και στη δικονομική θέση της τελευταίας στην ένδικη υπόθεση (ενάγουσα, μετέπειτα δε εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη) και τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό αυτής (αναιρεσίβλητης), η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου γνωστοποίησε τον θάνατο της αρχικής ενάγουσας μητέρας της και δήλωσε, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της ότι συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη, χωρίς να συντρέχει εν προκειμένω λόγος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1816 ΑΚ (τρίτη τάξη επί εξ αδιαθέτου διαδοχής) και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την σωματική ικανότητα για την γραφή και την υπογραφή της επίδικης διαθήκης από τον Ι.
Α., χωρίς να υφίσταται υποχρέωση αναλυτικής παράθεσης των συμπερασμάτων των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων των αντιδίκων, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 41/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "η κρινόμενη υπογραφή στην επίδικη διαθήκη δεν τέθηκε από το χέρι του διαθέτη, αλλά πλαστογραφήθηκε από άλλο πρόσωπο, με προσπάθεια απομίμησης της γνήσιας υπογραφής αυτού", χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός περί πλαστογραφίας ισχυρισμός εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αποτυπώνει στο σκεπτικό της ότι "κατά την εκτίμηση της πραγματογνώμονα, η κρινόμενη υπογραφή στην επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν τέθηκε από το χέρι του (διαθέτη), αλλά πλαστογραφήθηκε από άλλο πρόσωπο, με προσπάθεια απομίμησης της γνήσιας υπογραφής αυτού", μεταφέροντας και μόνο την διατυπούμενη από την πραγματογνώμονα κρίση περί πλαστογραφίας.
Συνεπώς ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2016 αίτηση των Β. συζ. Γ. Κ., Γ. Κ. του Κ. και Σ. συζ. Γ. Β. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 53/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ