453/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated453/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε αναφορικά με τις ένδικες αγωγές και κύρια παρέμβαση που συνεκδικάστηκαν, ήτοι, α) την από 22.1.1991 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, β) την από 8.8.2003 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων 1) Π.
Full text
Απόφαση 453 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 453/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κυριάκο Παραβάντη και Παναγιώτη Παπαλελούδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 2) Π. συζ. Ι. Β., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 3) Ε. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 4) Ξ. χήρας Π. Ε., το γένος Κ. Κ., 5) Ν. Ε. του Π., κατοίκου ..., 6) Π. συζ. Γ. Κ., το γένος Π. Ε., κατοίκου ..., 7) Ι. Γ. Β., κατοίκου ..., ως κηδεμόνος της κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου σχολαζούσας κληρονομιάς της Ε. χήρας Δ. Σ., το γένος Π. Π., 8) T. S. χήρας Ν. Ε., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Α. Ε. του Ν. και β) Σ. Μ. Ε. του Ν., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Ν. Ε. Ε.. Το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η 4η δεν παραστάθηκε, οι 2η, 3η, 5ος, 6η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βούλτση και ο 7ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε (και δια των προτάσεων του) ότι η 4η έχει αποβιώσει πριν την άσκηση της αναίρεσης και ότι το πατρώνυμο του 5ου είναι Επαμεινώνδας αντί του εσφαλμένου Παναγιώτης που αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/1991 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, επί της οποίας εκδόθηκε η 14/1992 πράξη και οι 309/1996 μη οριστική και 371/2000 οριστική αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 16/4/2003 αγωγή των 2ης έως 8ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων αυτών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Κορίνθου, επί της οποίας εκδόθηκε η 121/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Κατόπιν εφέσεων και κύριας παρέμβασης εκδόθηκαν οι 342/2003 μη οριστική και 220/2006 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αναιρέσεις και εκδόθηκε η 2224/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 146/2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2012 αίτησή του, τους από 18/6/2014 και τους από 29/9/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 23/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ.1 εδ.δ, 286 επ. και 573 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβίωσε, η αναίρεση απευθύνεται επί ποινή απαραδέκτου κατά των κληρονόμων του, εκτός αν ο αναιρεσείων δεν γνώριζε το θάνατο του αντιδίκου του, στη συζήτηση όμως καλούνται πάντοτε με την ιδιότητά αυτή οι κληρονόμοι (Ολ.ΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από α) τη με αριθμό 201, τόμο 39 και έτος 2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Αθηνών, β) το από 27.7.2012 με αριθμό 43127/2012 πιστοποιητικό του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, και γ) το με αρ. πρωτ.2032/5.1.2012 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Αθηναίων, που προσκομίζονται σε φωτοτυπία, στις 11.12.2011 - πριν, δηλαδή, ο αναιρεσείων ασκήσει, στις 26.10.2012, την ένδικη, από 25.10.2012, αίτηση για αναίρεση της 146/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου - πέθανε στην Αθήνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, η τέταρτη αναιρεσίβλητη Ξ.
χήρα Π. Ε., αφήνοντας ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της 1. το νόμιμο παιδί της Ε. Π. και 2. τα παιδιά του αποβιώσαντος γιου της Ν. Ε., α. Ε. Α. - Ν. και β. Ε. Σ. - Μ., ο δε αναιρεσείων απηύθυνε την αναίρεση κατά της άνω αποβιώσασας χωρίς να έχει λάβει γνώση με οιονδήποτε τρόπο το θάνατό της γι’ αυτό και επιχείρησε να επιδόσει στην ίδια ακριβή αντίγραφα αυτής και των πρόσθετων λόγων της με πράξη ορισμού (αρχικής) δικασίμου της 5.11.2014, τα οποία, εν τέλει, θυροκολλήθηκαν, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 5964Γ’, 5965Γ’/6.8.2014 και 6016Γ’/2.10.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....
Ενόψει αυτών, η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν είναι άκυρη, δεδομένου δε ότι από πουθενά δεν προκύπτει, ότι οι άνω κληρονόμοι έχουν κλητευθεί να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε άλλωστε οι διάδικοι το επικαλούνται, παρά μόνο η αναιρεσίβλητη - θυγατέρα της αποβιώσασας - Π. Ε., με τις από 4-2-2015 προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου, ότι "το εξ αδιαιρέτου μερίδιό της επί του επιδίκου" η αποβιώσασα αναιρεσίβλητη μητέρα της είχε μεταβιβάσει σ’ αυτήν "με το προσαγόμενο .../29.5.2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσοκανά, που έχει νόμιμα μεταγραφεί", μεταβίβαση όμως η οποία καμία μεταβολή δεν επέφερε στη δίκη (ΚΠολΔ 225 παρ.2), πρέπει, κατ’ άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη και ότι εδώ δεν πρόκειται για περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη Ξ.
χήρα Π. Ε..
II. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ" αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 974, 984 εδαφ.α’ και 989 εδάφ.α’ του ΑΚ προκύπτει, ότι στοιχεία της αγωγής διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της επίδοσης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντος, καθώς και το αίτημα αυτής που είναι η παύση της προσβολής και η παράλειψη νέας στο μέλλον.
Διατάραξη της νομής υπάρχει, όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ’ αυτό, συνιστά δε κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του, εκδηλώνεται δε θετικά είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα και αρνητικά με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε αναφορικά με τις ένδικες αγωγές και κύρια παρέμβαση που συνεκδικάστηκαν, ήτοι, α) την από 22.1.1991 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, β) την από 8.8.2003 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων 1) Π.
συζ. Ι. Β. κ.α. κατά των διαδίκων της προηγούμενης ... 22.1.1991 - αγωγής (ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος και εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου) και γ) την από 16.4.2003 αγωγή διατάραξης νομής ακινήτου των ίδιων ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και κυρίως παρεμβαινόντων 1) Π. συζ. Ι. Β. κ.α. κατά του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, τα εξής: "Α.
Όσον αφορά την από 22.1.1991 αγωγή του (ήδη αναιρεσείοντος) Δ. Φ.: To επίδικο ακίνητο που διεκδικείται με την αγωγή είναι μία έκταση που βρίσκεται στη θέση " ..." ή " ..." ή " ..." ή " ..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λουτρακίου, που αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΒΓΔΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΒ στο από 16-2-2000 τοπογραφικό διάγραμμα, που είναι συνημμένο στην με αριθμό 8.2000 έκθεση του πραγματογνώμονα Α.
Μ., μη συμπεριλαμβανομένης. όμως, σ’ αυτό (το επίδικο) της έκτασης με το στοιχείο Ι, εμβαδού 8.800 τ.μ., η οποία, ως αγροτική έκταση, με διακριτό κωδικό αριθμό (κ.α. 4672) δεν συμπεριλαμβάνεται στις με κωδικό αριθμό 4845 και 2754 δασικές εκτάσεις του συνταχθέντος απ’ το Δασαρχείο Κορίνθου, προσωρινού κτηματολογικού χάρτη, στις οποίες περιλαμβάνεται το υπόλοιπο, περιβαλλόμενο απ’ τα παραπάνω στοιχεία (επίδικο τμήμα).
Το εν λόγω επίδικο ακίνητο, όπως προσδιορίζεται παραπάνω, έχει έκταση, σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, 18.297 τ.μ. (16.867+1.430). Από την παραπάνω επίδικη έκταση, ένα τμήμα αυτής, εμβαδού 1.430 τ.μ., έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα ότι ανήκει στον ενάγοντα βάσει της με αρ. 227/1984 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, που έκρινε επί όμοιας αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Συνεπώς, ως προς το τμήμα αυτό η αγωγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, εφόσον, μη επικαλούμενου σ’ αυτήν κάποιου μεταγενέστερου περιστατικού, προσβλητικού του δικαιώματος κυριότητος του ενάγοντος στο τμήμα αυτό, δεν δικαιολογείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι το νότιο τμήμα του εν λόγω επιδίκου, δηλ.
το με στοιχεία ζεδγΒιθΥζ τμήμα στο από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Μ., που είναι συνημμένο στην από 20-1-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του (συμπληρωματική) αποτελεί και επίδικο της κύριας παρέμβασης που θα αναφερθεί παρακάτω. Ο Δ. Φ. ισχυρίζεται όσον αφορά τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας ότι η επίδικη παραπάνω έκταση μαζί με την έκταση των 1.430 τ.μ.
και των 8.800 τ.μ., συνολικού εμβαδού κατά την αγωγή 20 στρεμμάτων και, κατ’ ορθότερη από αυτόν επιμέτρηση, τριάντα (30) στρεμμάτων, σύμφωνα, όμως, με τον πραγματογνώμονα 27.097 τ.μ. (16.867+1.430+8.800), περιήλθε σ’ αυτόν με αγορά και δωρεά δυνάμει των με αρ. .../1973 και ..., ..., .../1975 συμβολαίων του συμβ/φου Κορίνθου Βασιλείου Σπηλιόπουλου το πρώτο και της συμβ/φου Αθηνών Δημ.
Διάμεση τα λοιπά, νόμιμα μεταγραφέντων καθώς και ότι η ως άνω αγορασθείσα - δωρηθείσα έκταση, που συνορεύει σύμφωνα με τους τίτλους, προς βορράν με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Κ., προς νότον με αγροτική οδό Προφ. Ηλία, προς ανατολάς εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Μ., και προς δυσμάς εν μέρει με Κ.
Μ., εν μέρει κληρονόμους Κ. Κ., εν μέρει Π. Ο. και ρέμα, αποτελεί το βόρειο τμήμα μιας μεγαλύτερης έκτασης 50 στρεμμάτων, που είχαν αποκτήσει οι δικαιοπάροχοι του (αδελφοί Μ.), δυνάμει της με αρ. .../1965 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Κορίνθου, Αθαν. Ρομπόκου, που νόμιμα μεταγράφηκε (βλ. σελ.2 σημειώματος Μ.
με ημερομηνία 11-11-2002, ενώπιον του Ειρ. Κορίνθου και δήλωση πληρεξ. δικηγόρου στα με αρ. 674/2002 πρακτικά Ειρ. Κορίνθου). Σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς η έκταση αυτή των 50 στρεμμάτων εκτείνεται προς ανατολάς μέχρι την ιδιοκτησία Κ. Μ., η οποία βρίσκεται δυτικά της ιδιοκτησίας Σ. (βλ. την κατάθεση Θ.
Μ. στα με αρ. 674/2002 πρακτικά " ... δυτικά του Σ. ήταν ο Μ. ..." καθώς και το συνημμένο στη συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρόχειρο σχεδ/μα της Κ. χήρας Π. Π.). Η ιδιοκτησία Σ. (και ήδη ιδιοκτησία των Π., Ζ., Κ., όπως αποτυπώνεται στην προσκομιζόμενη απ’ τον ενάγοντα, με ημερομηνία εικόνας 15-6-2003 αεροφωτογραφία) εφάπτεται της επαρχιακής οδού Λουτρακίου - Περαχώρας και βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων απ’ το επίδικο (βλ.
ένορκη κατάθεση Θ. Μ. στα 524/2002 πρακτικά συνεδρίασης "... το σπίτι Σ. είναι σε απόσταση 300 μ. και παραπάνω νοτιοανατολικά από το επίδικο ...", η οποία επιβεβαιώνεται και από τις αναφερόμενες αποστάσεις οριογραμμών και πρόσοψης ιδιοκτησίας Ν. Κ., σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέν, στο με αρ. .../1936 συμβόλαιο συμβιβασμού, σε συνδυασμό με το από 27-1-1936 σχεδ/μα Π.
Κ., που θα αναφερθούν παρακάτω). Από τη σύγκριση, επομένως, των ορίων των τίτλων κτήσης του ενάγοντος με τον τίτλο κτήσης των δικαιοπαρόχων του προκύπτει ότι η ιδιοκτησία Κ. Μ. δεν βρίσκεται προς ανατολάς του επιδίκου, συνορεύουσα με αυτό αλλά βρίσκεται σε άλλη θέση που απέχει 300 μέτρα νοτιοανατολικά του επιδίκου.
Τα παραπάνω, περί μη ταυτοποίησης του αγορασθέντος απ’ τον ενάγοντα ακινήτου με το επίδικο, επιβεβαιώνονται και από την εξέταση του προς νότον ορίου του αγορασθέντος από αυτόν ακινήτου, που είναι σύμφωνα με τους τίτλους του, η περιφερειακή οδός Λουτρακίου (ή οδός προς Προφ. Ηλία). Η ίδια οδός αποτελεί το προς νότον όριο και της μεγαλύτερης αρχικής ιδιοκτησίας των αδελφών Μ., δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, εμβαδού 50 στρεμμάτων.
Από τη σύγκριση των παραπάνω ακινήτων, ως προς το νότιο όριο τους και}λαμβανομένου υπόψη ότι το αγορασθέν απ’ τον ενάγοντα ακίνητο αποτελούσε το βόρειο τμήμα της μεγαλύτερης αυτής έκτασης των 50 στρεμμάτων, προκύπτει ασυμβατότητα μεταξύ των παραπάνω τίτλων, την οποία (ασυμβατότητα) οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος (αλλά και ο ίδιος) προσπάθησαν να καλύψουν "μεταφέροντας" το νότιο όριο της έκτασης των 50 στρεμμάτων, (όπως αυτή απόμεινε μετά την πώληση προς τον ενάγοντα), νοτιότερα της περιφερειακής οδού, αναφέροντας για πρώτη φορά, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στα με αρ. 674/2002 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κορίνθου ότι η έκταση τους των 50 στρεμμάτων συνορεύει προς νότον με την επαρχιακή οδό Λουτρακίου -Περαχώρας (που είναι άλλη οδός κεντρική, που εκτείνεται νοτιότερα της περιφερειακής), δε ενάγων αποτυπώνοντας στην αεροφωτογραφία που προσκομίζει, την παραπάνω ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων του, (όπως αυτή τους απόμεινε μετά την προς αυτόν πώληση), εφαπτόμενη της επαρχιακής οδού, έτσι, ώστε να εμφαίνεται ως προς βορράν της εκτεινόμενο, στην θέση του επιδίκου, το αγορασθέν από αυτόν ακίνητο.
Βέβαια στην με αρ.8/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη μετά την έκδοση της με αρ. 309/96 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ταυτίζεται με τους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, ο Α. Μ. απεφάνθη ότι απ’ το συσχετισμό των τίτλων του Δ.
Φ. και της με αρ. .../1965 δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς των δικαιοπαρόχων του αποδεικνύεται ότι το αγορασθέν από αυτόν (Δ. Φ.) ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, πλην, όμως, απ’ την ανάγνωση του πορίσματος του προκύπτει ότι η ταυτοποίηση αυτή του πραγματογνώμονα αφορά μόνο το εμβαδόν των συσχετιζόμενων εκτάσεων, όπως εμφαίνεται απ’ τους σχετικούς υπολογισμούς που επιχειρεί (εμβαδόν επιδίκου 27.097 τ.μ.- εμβαδόν τίτλου κτήσης 30 στρ.
πλέον ή έλαττον) και δεν αφορά., όπως θα έπρεπε, την ταυτοποίηση από άποψη θέσης, δηλ. αν πράγματι τα σύνορα του επίδικου είναι οι αναφερόμενες στους τίτλους κτήσης του ενάγοντος ιδιοκτησίες, με την προσκόμιση των αντίστοιχων αποδεικτικών εγγράφων (όπως π.χ. συμβολαίων), επειδή, δε, ακριβώς, δεν ασχολήθηκε με την ταυτοποίηση αυτή από άποψη ορίων, γι’ αυτό και δεν αναφέρθηκε καθόλου ούτε στην προς δυσμάς των ορίων του επιδίκου ιδιοκτησία, για την οποία, σε προηγούμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του (την με αρ. 23/1990), είχε αποφανθεί ότι εκτεινόταν το πευκοδάσος κληρονόμων Γ.
Π. και όχι η ιδιοκτησία Κ. Μ., που αναφέρεται στους τίτλους κτήσης του ενάγοντος και επαναλαμβάνεται, χωρίς να επιβεβαιώνεται από κάποια στοιχεία και στην με αρ. 8/2000 παραπάνω πραγματογνωμοσύνη του. Από τα παραπάνω, επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο εμπεριέχεται στους τίτλους κτήσης του ενάγοντος.
Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται, όσον αφορά τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του, πέραν της έκτασης των 8.800 τ.μ. (μη επίδικο), νέμονταν, καλλιεργώντας το με ελιές και το επίδικο, καθόσον αυτό, λόγω της μορφολογίας του, είναι ανεπίδεκτο οποιασδήποτε δενδροκαλλιέργειας.
Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν δασική έκταση, η οποία, από άποψη κλίσης του εδάφους του, διακρινόταν στα βόρεια της οριογραμμής ΔΎΦΚ του σχεδ/τος Γ. Μ. εκτεινόμενο τμήμα, που είχε κλίση κυμαινόμενη από 5-20%, ιδίως στο νότιο και δυτικό μέρος του και στο νότια της οριογραμμής εκτεινόμενο τμήμα, που είναι "βραχώδες, κοφτό, κατηφορικό", με πολύ μεγαλύτερη κλίση (60-70%), εκαλύπτετο, δε, όλη από χαλέπιο, πεύκη, πουρνάρια, ρύκια και σχίνα, αποτελώντας ενιαία οργανική ενότητα με συνεχόμενα δάση, όπως το προς δυσμάς τα εκτεινόμενο πευκοδάσος κληρονόμων Γ.
Π. (όπως προσδιορίζεται παρακάτω στο Κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης), καθώς και με το βορείως, πέραν του ρέματος εκτεινόμενο, επίσης, πευκοδάσος, που είχε παραχωρηθεί το 1981 στους αδελφούς Α. και Κ. Κ.. Λόγω, ακριβώς του δασικού αυτού χαρακτήρα του επίδικου, το Ελληνικό Δημόσιο, το 1924, παραχώρησε για ρητίνευση ένα τμήμα του (το νότιο, που φτάνει μέχρι τον περιφερειακό δρόμο Λουτρακίου), στον απώτατο δικαιοπάροχο των κυρίως παρεμβαινόντων, Π.
Π., όπως αποδεικνύεται στο Κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης. Έτσι, από το 1924, το μεν Ελληνικό Δημόσιο συνέχισε να νέμεται το βόρειο τμήμα του επιδίκου, επιβλέποντας και φυλάσσοντας αυτό με τους δασοφυλακές του, ενώ το νότιο το νεμόταν με ρητίνευση του και με προστασία του έναντι τρίτων, που το διεκδικούσαν, ο Π.
Π., αρχικά, μέχρι το 1934, που απεβίωσε, εν συνεχεία, δε, η θυγατέρα του και μοναδική κληρονόμος του Ε. Σ., η οποία συνέχισε τον στο υπό στοιχείο Β, παρακάτω αναφερόμενο, δικαστικό αγώνα, που έληξε με συμβιβασμό, για τον οποίον το επίδικο αποτυπώθηκε στο από 27-1-1936 σχεδ/μα του Π. Κ.. Το 1942-1943 ξέσπασε στην περιοχή του επίδικου πυρκαγιά, που αποτέφρωσε όλα τα πευκοδάση της ευρύτερης περιοχής (" ..." κλπ), σε έκταση 8.000 στρεμμάτων, μεταξύ, δε, αυτών που κάηκαν ήταν και το επίδικο, καθώς και τα συνεχόμενα πευκοδάση που προαναφέρθηκαν, με τα οποία αυτό αποτελούσε οργανική ενότητα, (βλ.
τον χαρακτηρισμό "πευκοδάσος-καψάλα" στη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των Μ. και στα όρια που αναγράφονται στα σχεδ/ματα του ενάγοντος). Επίσης κάηκαν και 17-18 ρίζες ελιές, απ’ τις 50 συνολικά υπεραιωνόβιες ελιές. Οι ελιές αυτές βρίσκονταν βορειοδυτικά του επιδίκου, κοντά στο ρέμα, όπως προκύπτει από την με αρ. 9/1983 έκθεση αυτοψίας του Εφετείου Ναυπλίου ("...
προς την βόρειαν πλευρά αυτού (εννοεί του τότε επιδίκου των 1.430 τ.μ.). Η έκταση, αυτή, όπου βρίσκονταν οι υπεραιωνόβιες ελιές, ανήκει στην ιδιοκτησία Π.Ο., όπως προκύπτει απ’ το τοπογραφικό διάγραμμα στην 8/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Μ. και από το μνημονευόμενο σ’ αυτήν με αρ. …/1930 συμβόλαιο με το από 15-3-1977 σχε/μα δασονόμου Π.
Τ.). Μετά το 1942, όλη η έκταση του επιδίκου ήταν γυμνή από κάθε βλάστηση, όπως και ολόκληρη η δασική περιοχή, χωρίς να φέρει ίχνη καλλιέργειας για πολλά χρόνια, επρόκειτο, δηλ. για άγρια έκταση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 24-10-2012 έκθεση αυτοψίας- αναφορά του δασολόγου Γ. Μ., ο οποίος παρατήρησε στερεοσκοπικά τα φωτοερμηνευτικά ζεύγη του αρχείου της δασικής Υπηρεσίας του έτους 1945.
Απ’ το 1960, όλη η ευρύτερη περιοχή, καθώς και το επίδικο, άρχισε να καλύπτεται από δασική βλάστηση, από πεύκα, αγριελιές, -που είναι κι αυτές δασικό είδος-, πουρνάρια και σχίνα, τα οποία αναγεννώντο με φυσικό τρόπο. Όμως, και πάλι, πυρκαγιά που ξέσπασε στις 3-8-1986, τα κατέκαψε για δεύτερη φορά και μετά από αντιδιαβρωτικά - αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν από το Δασαρχείο στο επίδικο και την έκδοση της με αρ. 1719/86 απόφασης, που κήρυξε αναδασωτέα την περιοχή, αναγεννήθηκε και πάλι η δασική βλάστηση.
Όλο αυτό το διάστημα το Ελληνικό Δημόσιο επέβλεπε με τους δασοφυλακές του το βόρειο τμήμα του επιδίκου, κήρυττε αναδασωτέα την έκταση του το 1977 και το 1986 και επιχειρούσε αντιπλημμυρικά έργα, ενώ το νότιο, που δεν ήταν, πλέον, δυνατόν να ρητινευθεί, το καθάριζε, το επέβλεπε και μάζευε τα ξύλα του για καυσόξυλα η Ε.
Σ., η οποία κατοικούσε νότια του επαρχιακού δρόμου πλησίον του επίδικου, μετά, δε, το θάνατο της, το 1955, το επέβλεπαν οι κληρονόμοι της δια της συγκληρονόμου τους Μ. Φ., που έμενε πλησίον του κέντρου "Ν." και εκτελούσε χρέη "φύλακα" μέχρι το 1985, που απεβίωσε. Ειδικότερα, για το νότιο τμήμα που επίδικου που φτάνει μέχρι τον περιφερειακό δρόμο Λουτρακίου, αποδεικνύεται ότι αυτό, μαζί με την νοτίως του περιφερειακού δρόμου συνεχόμενη έκταση, περιήλθε στους παρακάτω κληρονόμους της Ε.
Σ., που ασκούσαν τις παρακάτω αναφερόμενες πράξεις νομής, ως εξής: 1) Στην Γ. χήρα Α. Κ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, την Ε. χήρα Ν. Ε. το γένος Ε. Π. και την Μ. Φ., το γένος Χ. Π., κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία από αυτές απ’ το έτος 1955 και εφεξής, οι οποίες αποδέχθηκαν νόμιμα την επαχθείσα σ’ αυτές κληρονομιά και μετάγραψαν νόμιμα το δυνάμει της με αρ. 9222/1957 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών κληρονομητήριο, που χορηγήθηκε σ’ αυτές και μέχρι του έτους 1963 η Γ., μέχρι του έτους 1973 η Ε.
χήρα Ν.Ε.. 2) Στην Π. σύζ. Ι. Β., το γένος Α. Κ., από του έτους 1963 και εφεξής μέχρι της εγέρσεως της αγωγής και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στην οποία τούτο περιήλθε από κληρονομιά της κατά την 18-8-1963, χωρίς διαθήκη, θανούσης μητέρα της Γ. χήρας Α. Κ. και ως μοναδικού τέκνου εκείνης, και η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομιά δυνάμει της με αριθμό .../31-7-1969 πράξεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Οικονομοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (τόμος …, αρ. βιβλ. 151, Β’ Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου). 3) Στον Ε. Ν. και στην Ε. Ε. από του έτος 1973 και μετέπειτα μέχρι της ασκήσεως της αγωγής αυτής και στον αδελφό τους Π. Ν. Ε. από του έτους 1973 μέχρι του έτους 1976 και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κοινού και κατ’ ισομοιρίαν (ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου στον καθένα), στους οποίους τούτο περιήλθε από κληρονομιά της κατά το έτος 1973, χωρίς διαθήκη, θανούσης μητέρας των Ε.
χήρας Ν. Ε. και ως μοναδικών εκείνης εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων, κατά τα νόμιμα ποσοστά, και οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά εκείνης δυνάμει της με αριθμό .../1976 πράξης αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Περράκη και μετεγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Β’ Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου (τόμος …, αριθ.
βιβλ. 488), και 4) Στην Ξ. χήρα Π. Ε. κατά ποσοστό 2/96 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου και στον Ν. Π. Ε. και Π. θυγ. Π. Ε., κατά ποσοστό 3/96 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από του έτους 1976 και μετέπειτα μέχρι την άσκηση της αγωγής, στους οποίους το επίδικο, κατά τα παραπάνω ποσοστά περιήλθε από κληρονομιά του κατά την 23 Ιουλίου 1976 θανόντος, χωρίς διαθήκη, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών και οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά εκείνου, δυνάμει της με αρ. .../1977 πράξης του συμβ/φου Αθηνών Γ.
Περράκη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Στο νότιο αυτό τμήμα του επιδίκου, οι παραπάνω κληρονόμοι, ασκούσαν συνεχώς τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής. Ειδικότερα, συνέχισαν να το νέμονται με το να το επιβλέπουν, όπως έκανε και η Ε. Σ., να συντάσσουν τοπογραφικά διαγράμματα, όπως το από Οκτωβρίου 1978 του Γ.
Π., να το επισκέπτονται μαζί, μάλιστα, με τον δικηγόρο τους, Γ. Κ., να κάνουν όλες τις νόμιμες ενέργειες για να περιέρχεται η κυριότητά του λόγω κληρονομιάς, σ’ αυτούς, δηλ. με το να φροντίζουν για την έκδοση κληρονομητηρίων, να αποδέχονται την επαχθείσα, κάθε φορά, σ’ αυτούς κληρονομιά των αμέσως προηγούμενων δικαιοπαρόχων τους και με το να καταβάλουν και τους βαρύνοντες αυτούς φόρους κληρονομιάς στο Δημόσιο, βάσει των δηλώσεων τους στις οποίες περιλαμβανόταν και το επίδικο (βλ.
σχετικά τα αναφερθέντα παραπάνω κληρονομητήρια και δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, καθώς και τα με αρ. 6974/1957, 25222/70, 7120/1983 και 9630/83 πιστοποιητικά Οικ. Εφόρου Κληρονομιών Αθηνών τα δύο πρώτα και της Οικονομικής Εφορίας Β’ και Β’ Κεφ. Αθηνών αντίστοιχα τα λοιπά). Ακόμη αποδείχτηκε ότι οι παραπάνω κληρονόμοι διαμαρτυρήθηκαν για την επιχειρηθείσα διάνοιξη του περιφερειακού δρόμου Λουτρακίου (αγροτικού δρόμου προς "Προφ.
Ηλία") δια μέσου του ακινήτου τους, στα νότια του επιδίκου, πριν από τριάντα πέντε χρόνια (βλ. τις με αρ. 2955Β/1986 και 10871Β/1986 εκθ. επίδοσης των δικ. επιμελητών στο Πρωτοδικείου Κορίνθου Ν. Ζ. και Κ. Π. αντίστοιχα), και ότι εμπόδισαν τη συνέχιση του έργου, έπαυσαν, όμως, στη συνέχεια να διαμαρτύρονται, διότι αντελήφθησαν ότι απ’ την ολοκλήρωση του δρόμου θα είχαν ωφέλεια και πλέον, με την από 18-2-2002 εξώδικη γνωστοποίηση τους προς τον Νομάρχη Κορινθίας και Δήμαρχο Λουτρακίου ζητούν να ληφθεί υπόψη κατά τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και την έκδοση της σχετικής πράξης αναλογισμού αποζημίωσης το δικαίωμα τους προς αποζημίωση από τη διάνοιξη του διερχομένου, απ’ το νότιο μέρος του επίδικου ακινήτου τους, περιφερειακού δρόμου.
Τέλος, άλλη πράξη που αποδεικνύει την συνεχόμενη επίβλεψη τους απ’ το 1942 μέχρι την άσκηση το 1991 της αγωγής του Δ. Φ. αλλά και μέχρι την άσκηση της κύριας παρέμβασης είναι και η υποβληθείσα στις 1-12-1999 αίτηση τους για ανάκληση της απόφασης του Νομάρχη Κορινθίας, περί κήρυξης ως αναδασωτέας της νοτιότερα του επιδίκου εκτεινόμενης ιδιοκτησίας τους εμβαδού 6.900 τ.μ. (το με στοιχείο ΑΒΓΔ του σχεδ/τος Π.), για το λόγο ότι αυτή δεν κατεστράφη απ’ την πυρκαγιά του 1986, όπως καταστράφηκε αυτή του επίδικου (βλ.
την με αρ. 187/2001 απόφαση Γεν. Γραμματέα Περιφερείας Πελοποννήσου). Τέλος αποδείχτηκε ότι η αμφισβήτηση του επίδικου ως ιδιωτικής δασικής έκτασης απ’ το Δημόσιο, η οποία εκδηλώθηκε για πρώτη φορά με τη σύνταξη τον Μάρτη του 1982, του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα Λουτρακίου με αρ. ..., είχε σαν άμεση αντίδραση απ’ τους ως άνω κληρονόμους, την άσκηση αντιρρήσεων κατά του πίνακα αυτού, οι οποίες απορρίφθησαν μεν τελεσίδικα με την αρ. 114/85 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πλην, όμως, με την αμέσως μετά ασκηθείσα από 20-9-1986 αγωγή τους, εκδόθηκε η με αρ. 189/1989 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία τους δικαίωσε και αναγνώρισε την κυριότητα τους επί δασικής έκτασης συνολικού εμβαδού 17.438 τ.μ., που περιλαμβάνει και το επίδικο.
Αντιθέτως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Δ. Φ., νεμόταν αυτός και οι δικαιοπάροχοι του το επίδικο ακίνητο ως αγροτική έκταση, καλλιεργώντας το με ελιές όπως αυτός ισχυρίζεται. Αυτό, κατ’ αρχήν, αποδεικνύεται απ’ τον χαρακτηρισμό του ακινήτου που αγόρασε, ως "χέρσου και ήδη λογγώδους αγρού" στα ίδια τα συμβόλαια κτήσης του.
Εν συνεχεία αποδεικνύεται ότι αυτός, ταυτίζοντας το αγορασθέν ακίνητο με το επίδικο, το 1974, με την από 8-3-1974 αίτηση του προς το Δασαρχείο Κορίνθου, ζήτησε να του επιτραπεί η υλοτομία 15 νεαρών ατόμων πεύκης, που εφύοντο εντός της έκτασης των 8.800 τ.μ. (στο με στοιχείο Ι του από 16-2-2000 σχεδ/τος), που ισχυρίζεται ότι είναι αγροτική έκταση, η οποία του ανήκει, περιελθούσα σ’ αυτόν με τους προαναφερθέντες τίτλους κτήσης, προσκόμισε, δε, στο Δασαρχείο, το σχεδιάγραμμα του Υπομηχανικού Χ.
Κ.. Το Δασονομείο Κορίνθου, ελέγχοντας τον αγροτικό ή μη χαρακτήρα της έκτασης-για τον οποίο, και μόνο, είχε αρμοδιότητα-, διαπίστωσε από ερμηνεία των αεροφωτογραφιών του 1945, τον αγροτικό χαρακτήρα της έκτασης αυτής (της με στοιχείο Ι), δηλ. αυτήν του ελαιοκτήματος και με το με αρ. 1467/28-5-1974 έγγραφο του ενέκρινε την αιτηθείσα υλοτομία.
Στη συνέχεια ο ενάγων στις 16-10-1976 ζήτησε με αίτηση του να του χορηγηθεί βεβαίωση απ’ το Δασαρχείο Κορίνθου ότι η συνολική έκταση, που αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του παραπάνω Υπομηχανικού, δηλ. και η ως άνω αγροτική (ελαιόκτημα) και το επίδικο, δεν είναι δασική, με το σκοπό να εκδοθεί γι’ αυτήν την έκταση άδεια οικοδομική απ’ την Πολεοδομία επ’ ονόματι του.
Στο με αρ. 3872/25-10-1976 απαντητικό του έγγραφο το Δασονομείο του απάντησε κατόπιν αυτοψίας του δασονόμου Π. Τ., ότι μόνο η σημειούμενη στο διάγραμμα αυτό έκταση με εμβαδόν 6.750 τ.μ. (κατ’ ορθότερη επιμέτρηση δ.800 τ.μ., δηλ. η με στοιχείο 1), είναι παλιός χέρσος αγρός που θα μπορούσε, επομένως, να ανοικοδομηθεί, ενώ, για την υπόλοιπη έκταση, δηλ.
το επίδικο, του απάντησε ότι αποτελεί δάσος, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 του ν.δ/τος 86/69 και κατόπιν τούτου, δεν του χορήγησε σχετική βεβαίωση. Ο ενάγων, παρόλο που έλαβε γνώση της απάντησης αυτής, τον Οκτώβρη του 1976, εντούτοις, δεν προσέφυγε διοικητικά για τον αποχαρακτηρισμό της αλλά, τον Φεβρουάριο του 1977, έβαλε μπουλντόζα και εκχέρσωσε ένα τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 1.430 τ.μ., που εκτείνεται δυτικά του ελαιοκτήματος του, προκειμένου να ανεγείρει σ’ αυτήν οικοδομή, πλην, όμως, κατόπιν καταγγελίας, επελήφθη το Δασαρχείο και με τον δασοφύλακα Τ.
τον σταμάτησε. Ο τελευταίος, μάλιστα, διαπίστωσε ότι στα μπάζα που είχαν εξαχθεί, είχαν ξεριζωθεί 15 νεαρά πεύκα καθώς και αγριελιές, που είναι αυτοφυείς στην εν λόγω περιοχή. Λόγω της εκχέρσωσης αυτής το Δασαρχείο εξέδωσε σε βάρος του το με αρ. 21/1977 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ο δε Νομάρχης Κορίνθου κήρυξε αναδασωτέα την εν λόγω έκταση με την με αρ. 9358/77 απόφαση του.
Το εν λόγω πρωτόκολλο τελικά ακυρώθηκε με την με αριθ. 407/1977 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, επειδή πιθανολογήθηκε ότι, ως εκ της θέσης της έκτασης των 1.430 τ.μ.. δυτικά του ελαιοκτήματος των 8.800 τ.μ. και του βορειότερα αυτής εκτεινόμενου ελαιοκτήματος με τις υπεραιωνόβιες ελιές (ιδιοκτησίας, όμως, του Π.
Ο., όπως προαναφέρθηκε), αυτή αποτελούσε ένα ενιαίο, με αυτά, αγροτικό ακίνητο. Το ίδιο σκεπτικό περιελήφθη και στην με αρ. 227/19S4 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής του ενάγοντος για την έκταση των 1.430 τ.μ.. Έτσι. μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης, που έκρινε παρεμπιπτόντως για την επίδικη (πλην των 1.430 τ.μ.) έκταση, ο ενάγων επελήφθη αυτής εναποθέτοντας τον Απρίλιο - Μάιο 1988, βόρεια του ελαιοκτήματός του των 8.800 τ.μ., μπάζα απ’ την εκσκαφή του -καθώς το διαμόρφωνε σε επίπεδα ("ίσιωμα") επί του οποίου μάλιστα είχε ανεγείρει ήδη οικοδομή (ξενοδοχείο "Π.") -, και ανοίγοντας, επίσης, δρόμο μήκους 70 μέτρων, επίσης σε δασική έκταση, με αποτέλεσμα να προκαλέσει αντιδράσεις περιβαλλοντολογικών συλλόγων της περιοχής καθώς και της Νομαρχίας, που τον κατήγγειλαν ως καταπατητή δημόσιας δασικής έκτασης (βλ.
τα με αρ. 2365/88 και 1283/88 έγγραφα Νομαρχίας Κορίνθου). Η ιδιότητα του επιδίκου ως δασικής έκτασης και η νομή επί αυτού αφενός μεν του Ελληνικού Δημοσίου (στο βόρειο τμήμα) καθώς και των Π. Π. και των κληρονόμων αυτού (στο νότιο τμήμα), αποδεικνύεται: 1) από την περιεχόμενη στα με αρ. 524/2002 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, κατάθεση του μάρτυρος του ιδίου του ενάγοντος Δ.
Φ., Θ. Μ., που ανέφερε "... εγώ το είχα γνωρίζει όλο δάσος απ’ το 1943, που πρωτοκάηκε ...αυτό (αναφερόμενος σε όλο το βόρειο τμήμα, που περιλαμβάνει το επίδικο και το ελαιόκτημα των 8.800 τ.μ.) είχε ελιές και πουρνάρια, πεύκα, σχίνα, πέτρες και είχε και βράχο. Ήταν βραχώδες μέρος. Ήταν κατηφορικό, κοφτό και βραχώδες και είχε την βλάστηση αυτή που είχε ο βράχος.
Προς το δρόμο (εννοεί τον περιφερειακό προς "Προφ. Ηλία") δεν είχε πολλά πράγματα, πάνω στο ίσωμα (δηλ. εκεί που κτίστηκε το ξενοδοχείο) είχε ελιές. Εκεί στο πρανές το επίδικο δεν είχε τίποτε άλλο μέσα πριν το 1986 ...οι ελιές υπήρχαν εκεί που υπάρχει το κτίσμα δηλ. το ίσωμά και λίγο πριν το πρανές νότια και κάηκαν οι ελιές αυτές ...", 2) από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ιδίου του ενάγοντος Δ.
Φ., Σ. Α. "... το μεγαλύτερο μέρος του (όλου) επιδίκου, περίπου 10-15 στρέμματα είναι επίπεδο και διαμορφωμένο από τον Φ., ενώ το υπόλοιπο είναι γκρεμός και προς Νότια και προς Δυσμάς ... το 1970-72 το ακίνητο το θυμάμαι ότι είχε μέσα καμένες ελιές και άγρια βλάστηση, το 1960, απ’ ό,τι θυμάμαι, ένα μέρος ήταν καλλιεργημένο, το μισό περίπου, το υπόλοιπο ήταν σε άγρια κατάσταση προς το γκρεμό και είχε και ελιές μεγάλες που δεν είχαν καεί, αμνημονεύτων ετών, πάνω από 100 χρόνια (εννοώντας, προφανώς, αυτές του Π.
Ο.) ...", 3) από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτή: α. του δασολόγου Γ. Κ. ότι "... ένα τμήμα του (όλου) επιδίκου έχει χαρακτηρισθεί αγρός (μέσα στο οποίο υπάρχει μια μεγάλη πολυκατοικία), εκτάσεως 8.800 τ.μ ... για το υπόλοιπο τμήμα του (όλου) επιδίκου ήταν δάσος πεύκης, έχει μεγάλη κλίση ..., άλλωστε λόγω της κλίσης του εδάφους και το άγονο της έκτασης δεν δικαιολογεί αγροτικό χαρακτήρα ...
το τμήμα που έχει κλίση, όπως προανέφερα πρέπει να έχει έκταση 7-8 στρέμματα και βρίσκεται στη νότια πλευρά, στη νοτιοδυτική ακριβέστερα ... δεν γνωρίζω αν υπήρχαν μεγάλες ελιές ... στο τμήμα που είχε μεγάλη κλίση (εννοεί το νότιο) στο βόρειο, όμως, τμήμα, αν θυμάμαι καλά}υπήρχαν ελιές μεγάλες ... (εννοώντας, προφανώς, αυτές που ανήκαν στην ιδιοκτησία Π.
Ο.) και β. του δασοπόνου Γ. Κ. "... μέσα στο (όλο) επίδικο υπάρχει αγροτική έκταση 8,5 στρεμμάτων και εντός αυτής έχει ανεγερθεί κτίσμα (πολυκατοικία) απ’ τον ενάγοντα, η υπόλοιπη έκταση ...χαρακτηρίζεται δημόσιο δάσος ... έχει μεγάλη κλίση κατά το μεγαλύτερο μέρος βραχώδες, το οποίο δεν επιδέχεται καλλιέργεια ...
προς το βόρειο μέρος του αγροτικού τμήματος πρέπει να υπήρχαν ορισμένα άτομα ελιών και αυτό το συμπεράνω διότι γύρω απ’ τα πρέμνα των καμένων ελιών υπάρχουν πρεμνοβλαστήματα ...". Περαιτέρω η ιδιότητα του επίδικου ως δασικού ενισχύεται από τη μορφολογία του εδάφους του που προαναφέρθηκε, από την ύπαρξη των γειτονικών δασών, με τα οποία αποτελεί οργανική ενότητα, απ’ το γεγονός ότι ο ενάγων, μολονότι γνώριζε ότι η περιοχή του επίδικου είχε κηρυχθεί αναδασωτέα δυο φορές, το 1977 και το 1986 και μολονότι πληροφορήθηκε τον ως άνω χαρακτηρισμό του επίδικου, ως δασικού (βλ.
την 3872/76 απάντηση), εντούτοις δεν προσέφυγε διοικητικά για τον αποχαρακτηρισμό του, ούτε συμπεριέλαβε την έκταση του επίδικου στην αγωγή που άσκησε για το τμήμα των 1.430 τ.μ., μολονότι, μάλιστα, όπως προκύπτει απ’ την με .../1976 οικοδομική άδεια, υπήρχε ανάγκη επίλυσης του ως άνω θέματος ενόψει της επικείμενης ανοικοδόμησης του και τέλος, επιβεβαιώνεται η ιδιότητα αυτή και η μη άσκηση πράξεων νομής απ’ τον ενάγοντα απ’ το γεγονός ότι, όπως αποδεικνύεται ειδικότερα για το νότιο τμήμα του επίδικου, αυτό είχε παραχωρηθεί με τίτλο, σε ανύποπτο χρόνο, ως πευκοδάσος απ’ το Ελληνικό Δημόσιο, και το ενέμοντο οι κληρονόμοι του Π.
Π. (ήδη κυρίως παρεμβαίνοντες). Βέβαια, κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε απ’ το παρόν Δικαστήριο, με την αρ. 309/1996 απόφαση του, προκειμένου ο πραγματογνώμονας, Α. Μ. να αποφανθεί αν το επίδικο της αγωγής του Δ. Φ. ταυτίζεται με τους τίτλους που επικαλείται, ο ως άνω πραγματογνώμονας συμπεριέλαβε στην συνταχθείσα σχετικά έκθεση του με αρ.
κατάθεσης 8/2000, ότι κατά την αυτοψία του στο επίδικο διαπίστωσε ότι υπάρχουν σ’ όλη την έκταση του μικρές και μεγάλες ελιές, απ’ τις οποίες είκοσι (20) τουλάχιστον ήταν αιωνόβιες, Επεξηγώντας ότι υπάρχει το ίχνος του καμένου κορμού τους απ’ το 1986, που έγινε η τελευταία πυρκαγιά, στη συμπληρωματική, δε, από 20-1-2005 έκθεση που συνέταξε μετά την με αρ. 342/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αποτύπωσε στο συνημμένο σ’ αυτήν γραφικό διάγραμμα του τα ίχνη των αιωνόβιων ελαιόδενδρων με βάση τους νέους κορμούς δένδρων, που είχαν, στο μεταξύ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα του, αναφυεί και συγκεκριμένα τα αποτύπωσε κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στο επίδικο της κύριας παρέμβασης- νότιο τμήμα του διεκδικούμενου με την αγωγή - τα υπόλοιπα, δε, τα αποτύπωσε κοντά στο ρέμα όπου, όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται η ιδιοκτησία Π.
Ο.. Όμως, τα παραπάνω δεν κρίνονται βάσιμα απ’ το Δικαστήριο. Κατ’ αρχήν τα ίχνη αυτά των καμένων κορμών δεν επισημάνθηκαν στην προηγούμενη με αρ. 23/1990 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αφορούσε, επίσης .το επίδικο. Περαιτέρω, δεν επισημάνθηκαν απ’ τον Δ. Φ. κατά τη θεώρηση του επίδικου στις 16/7/2002, απ’ τον Ειρηνοδίκη Κορίνθου, ούτως ώστε να αποδειχθεί το ερευνώμενο, τότε, θέμα της νομής του επί του επιδίκου, αντιθέτως, μάλιστα, όπως αναφέρεται στη σχετική με αρ. 524/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου "...
ουδέποτε υπήρξαν μέσα σ’ αυτό φυτεμένα ή κεντρωμένα ήμερα καρποφόρα ή άλλα δένδρα, όπως ελιές κλπ ... μέχρι το έτος 1944 ...", ούτε, άλλωστε, θα μπορούσαν να υπάρξουν καθόσον το επίδικο της κύριας παρέμβασης, όπου αποτύπωσε ο ως άνω πραγματογνώμονας ίχνη αιωνόβιων ελιών, δεν είναι πρόσφορο για καλλιέργεια λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους του (70%) και λόγω της σύστασης του (βραχώδες, όπου εμφανίζεται και το μητρικό πέτρωμα).
Αντιθέτως, από την επιτόπια αυτοψία που διενήργησε στις 11-10-2005 στο επίδικο ο δασολόγος Π. Μ., αυτός δεν εντόπισε ίχνη αιωνόβιων ελαιόδενδρων στις θέσεις που σημείωσε ο πραγματογνώμονας στην έκθεση του αλλά εντόπισε στις θέσεις αυτές μικρές σε ηλικία, αυτοφυείες αγριελιές, που είχαν κεντρωθεί για να μετατραπούν σε ήμερες, επιβεβαιώνοντας τα όσα διαπίστωσε και ο δασοφύλακας Α.
Θ. στην έρευνα που έκανε, κατόπιν καταγγελίας, στο επίδικο, ότι δηλ. ο ενάγων κέντρωσε τις αγριελιές σκάλισε, γύρω από αυτές και εγκατέστησε δίκτυο τεχνητής βροχής (λάστιχα) σε καθεμιά ξεχωριστά για να τις τροφοδοτεί με νερό από παρακείμενη δεξαμενή του, υποβάλλοντας, κατόπιν τούτου, εναντίον του την από 27/5/2002 μήνυση, η οποία εκδικάστηκε στις 23-1-2006 και απαλλάχτηκε ο ενάγων με την με αρ. 397/06 απόφαση, χωρίς, όμως, να προσκομίζεται με επιμέλεια του, το σκεπτικό της σχετικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
Κατόπιν των παραπάνω, εφόσον δεν αποδεικνύεται καμιά πράξη νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο, αντιθέτως αποδεικνύεται ότι αυτό το νεμόταν κατά ένα μέρος το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά το υπόλοιπο οι παρακάτω αναφερόμενοι κυρίως παρεμβαίνοντες, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και για τους δύο βάσεις (παράγωγο και πρωτότυπο).
Το πρωτοβάθμιο, επομένως Δικαστήριο, που έκρινε ουσία βάσιμη αυτήν, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει, κατόπιν τούτου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το σκέλος της αυτό και, κρατούμενης εν συνεχεία της υπόθεσης και δικαζομένης της αγωγής, να απορριφθεί αυτή κατ’ ουσίαν ... ...
Β. Όσον αφορά την κύρια παρέμβαση: Το επίδικο είναι μία δασική έκταση εμβαδού κατά το δασολόγο Δ. Κ. 9.608 τ.μ., κατά τον πραγματογνώμονα Α. Μ. εννιά (9) περίπου στρεμμάτων και κατά το δασολόγο του Δασαρχείου Κορίνθου Γ. Μ., 8.780 τ.μ., η οποία βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." ή "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λουτρακίου και η οποία αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΒΤΔΕΖΖ’ στο από Μαΐου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πρώτου, με τα στοιχεία ηζεδγΒιθη στο από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του δεύτερου και με τα στοιχεία ΤΔ’-17-16-ΥΦΚ’ ΦΘΩΩΤ στο από 24-10-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τρίτου, συνορεύει δε βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Δ.
Φ., που αναγνωρίστηκε ως τέτοια με την με αρ. 227/1984 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (κατά το όριο 17-16 στο από 24-10-2002 διάγραμμα Γ. Μ.) και εν μέρει με δημόσια δασική έκταση, όπως έγινε δεκτό παραπάνω, νότια με την περιφερειακή οδό Λουτρακίου (την επονομαζόμενη και οδό Προφ. Ηλία), προς ανατολάς με δημόσια δασική έκταση και πέραν της πλευράς ΔΓ του από Οκτ.2004 σχεδ/τος Α.
Μ., με πρώην ιδιοκτησία Ν. Κ. κυρηχθείσα ήδη αναδασωτέα με την 1719/86 απόφαση του Νομάρχη Κορίνθου (βλ. και το από Οκτ. 1978 διάγραμμα Γ. Π. και συμβόλαιο συμβιβασμού που θα αναφερθεί παρακάτω) και προς δυσμάς με όμοια δασική έκταση (πευκοδάσος) κληρονόμων Γ. Π. και ήδη Ε.-Κ., όπως διαπίστωσε για το τελευταίο αυτό όριο και ο πραγματογνώμονας Α.
Μ. στην με αρ. 23/90 έκθεση του και επιβεβαιώνεται και απ’ το με αρ. .../1924 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Παναγ. Βελμάχου, που θα αναφερθεί παρακάτω. Το επίδικο αυτό εικονίζεται στην αεροφωτογραφία με ημερομηνία εικόνας 15-6-2003, που επικαλείται και προσκομίζει ο Δ. Φ., στη θέση που σημειώνεται από αυτόν ως ιδιοκτησία "Φ." και ειδικότερα σ’ αυτήν που απεικονίζεται νοτίως του κτιρίου (ξενοδοχείου που έχει ανεγείρει ο Δ.
Φ.) και φτάνει μέχρι την περιφερειακή οδό Λουτρακίου. Το εν λόγω ακίνητο περιελήφθη ως δασικό στις. υπό τον αριθμό κτηματολογικού χάρτη ..., με κωδικό αριθμό 4845 και 2754 εδαφικές εκτάσεις του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της περιφέρειας του Δήμου Λουτρακίου Κορινθίας, που συντάχθηκε απ’ το Δασαρχείο Κορίνθου, οι οποίες (εκτάσεις), όπως εμφαίνεται από τα δύο αποσπάσματα προσωρινού κτηματολογικού χάρτη, που επισυνάπτονται στην από 24-10-2002 έκθεση αυτοψίας και αναφορά του δασολόγου Γ.
Μ., καταλήγουν προς νότο μέχρι τον επαρχιακό δρόμο Λουτρακίου - Περαχώρας, περιλαμβάνοντας και το επίδικο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός του καθού η κύρια παρέμβαση Δ. Φ. ότι η με κ.α. 4845 εδαφική δασική έκταση βρίσκεται μακράν του επίδικου. Το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα των κυρίως παρεμβαινόντων με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο ... ειδικότερα ... οι κυρίως παρεμβαίνοντες το απέκτησαν βάσει των παρακάτω, αναλυτικά αναφερομένων, πράξεων αποδοχής κληρονομιάς, που νόμιμα μεταγράφηκαν- και οι οποίες δεν αμφισβητούνται-, ανατρέχουν δε, για την απόδειξη της κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου τους, Π.
Σ. Π., στο με αρ. .../1924 παραχωρητήριο, που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Β’ Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου (τόμος …, αρ. 313). Ο καθού η κύρια παρέμβαση, Δ. Φ., ο οποίος, πέραν του επιδίκου της κύριας παρέμβασης, διεκδικεί επιπλέον, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, και το βορείως αυτού εκτεινόμενο ακίνητο, εμβαδού 18.297 τ.μ., που αναφέρεται στο κεφάλαιο της αγωγής, αρνείται ότι ο τίτλος (παραχωρητήριο) του απώτατου δικαιοπαρόχου των κυρίως παρεμβαινόντων εφαρμόζεται στο επίδικο της κύριας παρέμβασης, με το επιχείρημα ότι δεν συμπίπτουν τα όρια τους προς βορράν, αφού, το μεν επίδικο έχει ως βόρειο σύνορο του την ιδιοκτησία τη δική του (πρώην αδελφών Μ.), ενώ το παραχωρητήριο έχει, αντίστοιχα, ιδιοκτησίες (ελιές) Γ.
Θ. και Ι. Α.. Έτσι, με βάση τα όρια του τίτλου τους, τοποθετεί την ιδιοκτησία των κυρίως παρεμβαινόντων ανατολικότερα του επιδίκου κατά 300 μέτρα περίπου, στο όριο της πρώην ιδιοκτησίας Σ. και ήδη Π., Ζ., Κ. (βλ. στην αεροφωτογραφία την σημειούμενη ιδιοκτησία "Π."), επικαλείται δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού και την με αρ. 189/1998 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία, εκδοθείσα κατ’ έφεση επί της από 22-9-1986 και με αρ.
κατάθεσης 157/86 αγωγής των κυρίως παρεμβαινόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αφορούσε το επίδικο, καθώς και το νοτίως αυτού εκτεινόμενο, μέχρι τον επαρχιακό δρόμο, ακίνητο, συνολικού εμβαδού 17.438 τ.μ., τους αναγνώρισε κυρίους έκτασης που οριοθετείτο προς βορράν με πρώην ιδιοκτησίες Γ. Θ. και Ι. Α. και προς ανατολάς με πρώην ιδιοκτησία Σ. (βλ.
και την με αρ. 365/1990 απόφαση ΠΠΚορ). Ο ισχυρισμός αυτός του καθού η κύρια παρέμβαση είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ο αρχικός τίτλος του δικαιοπαρόχου των κυρίως παρεμβαινόντων, Π. Π., ανάγεται στο έτος 1884, όταν αυτός αγόρασε με το με αρ. .../1884 συμβόλαιο, απ’ τον Ν. Δ., μια έκταση που βρίσκεται στη θέση " ..." Λουτρακίου και η οποία, έκταση, μαζί με διάφορα "λαχίδια", αποτέλεσε μια ευρύτερη έκταση που εκτεινόταν προς δυσμάς, μέχρι την ιδιοκτησία Π.
Γ. Π. προς ανατολάς μέχρι την ιδιοκτησία (οικία) Σ., προς βορράν μέχρι τις ιδιοκτησίες -ελαιώνες Γ. Θ. και Ι. Α. και προς Νότον μέχρι τη θάλασσα (βλ. περιγραφή της στην με αρ. 23/90 εκθ. Πραγματογνωμοσύνης ως το υπ’ αρ. 1 ακίνητο της από 12-9-1925 κατασχετήριας έκθεσης). Ο Π. Π. εκμεταλλευόταν τα ανεπτυγμένα επί της αγορασθείσας αυτής έκτασης πεύκα, προβαίνοντας σε συλλογή της ρητίνης (βλ/ ένορκη κατάθεση του Ι.
Β. στην με αρ. 52/89 έκθεση πρακτικών εξέταση μαρτύρων) και γι’ αυτό, το 1924 το Ελληνικό Δημόσιο (Υπ. Γεωργίας) τον αναγνώρισε κατόπιν αίτησης του, ρητινοκαλλιεργητή και, με το αρ. .../1924 παραχωρητήριο του παραχώρησε κατά πλήρη κυριότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 17/18-10-1923 ν.δ/τος, το πευκοδάσος αυτό, του οποίου τα όρια ήταν:
προς δυσμάς όμοιο (εννοεί πευκοδάσος) κληρονόμων Γ. Π., προς νότο δημοσία (επαρχιακή) οδός Λουτρακίου- Περαχώρας, προς βορράν ελαιώνες Γ. Θ. και Ι. Α. και προς ανατολάς βράχος. Το γεγονός ότι το πευκοδάσος περιλαμβανόταν στην αγορασθείσα απ’ τον Π. Π. έκταση επιβεβαιώνεται και από τις διαπιστώσεις που έκανε ο πραγματογνώμονας Α.
Μ. (σελ. 6,7 της 23/90 έκθεσης του) ότι η έκταση του παραχωρητηρίου περιλαμβάνεται στην με αρ. 1653/1872 κατακυρωτική έκθεση, βάσει της οποίας απέκτησε την έκταση ο παραπάνω πωλητής Ν. Δ., καθώς και ότι περιλαμβάνεται και στο με αρ. .../1884 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Η ευρύτερη αυτή ιδιοκτησία του Π. Π., περιελθούσα μετά το θάνατο του, το 1934, στην μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του-θυγατέρα του Ε.
Σ., αποτυπώθηκε σε ανύποπτο χρόνο στο από 27-1-1936 τοπογραφικό διάγραμμα του νομομηχανικού Αργολίδας Π. Κ.. Βάσει της αποτύπωσης αυτής η ευρύτερη ιδιοκτησία άρχιζε από δυσμάς από την ιδιοκτησία Π. Γ. Π., -η οποία εκτεινόταν και βορειότερα της επαρχιακής οδού Λουτρακίου-Περαχώρας, μέχρι την κορυφογραμμή, όπως θα αναπτυχθεί παρακάτω στον σχολιασμό του με αρ. .../1924 συμβολαίου επ’ ονόματι του Α.
Ε.-Κ.-, και κατέληγε προς ανατολάς στην ιδιοκτησία Σ. και ήδη ιδιοκτησία Π., Ζ., Κ.. όπως εμφανίζεται και από την με ημερομηνία εικόνας 15-6-2003 αεροφωτογραφία της επίδικης θέσης που προσκομίζει ο Δ. Φ.. Όλη η βορείως του επαρχιακού δρόμου αποτυπούμενη έκταση, δηλ. από την ιδιοκτησία Π., δυτικά, μέχρι την ιδιοκτησία Σ., προς ανατολάς, αποτελούσε πευκοδάσος που παραχωρήθηκε στον Π.
Π., αυτό, δε, το προς ανατολάς κρίσιμο όριο του αποδεικνύεται από το με αρ. 76412/1924 παραχωρητήριο επ’ ονόματι του Γ. Σ., όπου εκεί ως προς δυσμάς όριο του πευκοδάσους που εκμεταλλευόταν ο τελευταίος, αναφέρεται το πευκοδάσος Π. Π.. Τα όρια αυτά της ευρύτερης έκτασης και συνεπώς και του πευκοδάσους προσδιορίζονται και στην συμπληρωματική έκθεση του Α.
Μ. (τέλος της σελίδας 3) και στο από Οκτ. 2004 τοπογραφικό σκαρίφημα της Κ. χήρας Π. Π., που επισυνάπτεται σ’ αυτήν.
Συνεπώς, το όριο ΧΨΩ που προσδιόρισε ο πραγματογνώμονας στην με αρ. 23/1990 έκθεση του, ως ανατολικό όριο του πευκοδάσους, επειδή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα σ’ αυτήν, στο σημείο αυτό υπάρχει αβαθές βραχώδες φυσικό ρέμα ταυτιζόμενο κατά την άποψη του, με τον "βράχο" που αναφέρεται ως ανατολικό όριο του πευκοδάσους στο παραχωρητήριο, είναι εσφαλμένο.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, με βάση την από δυσμάς μέχρι ανατολάς έκταση του πευκοδάσους, όπως αναλύθηκε παραπάνω, αυτό προς βορράν συνόρευε πράγματι με τις ιδιοκτησίες (ελαιώνες) Γ. Θ. και Ι. Α., όπως αυτές αποτυπώνονται καθ’ όρια απ’ τον Δ. Φ. στην προαναφερθείσα αεροφωτογραφία. Πέραν, όμως, των δυο αυτών ορίων το πευκοδάσος συνόρευε βόρεια και με άλλη, ασφαλώς, έκταση, που εκτείνεται δυτικότερα των ιδιοκτησιών Γ.
Θ. και Ι. Α. (βλ. περί αυτού και κατάθεση Θ. Μ. στα με αρ. 524/2002 πρακτικά: "... οι ελιές Θ. ... Α. υπάρχουν ανατολικά, απέχουν απ’ το επίδικο 200 μ". Αυτό δεν αναφέρεται μεν στο παραχωρητήριο, όμως, όπως προκύπτει από το, σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέν, με αρ. .../1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κ. Καλλίρη, που μνημονεύεται στην από 22-9-1986 αγωγή των κυρίως παρεμβαινόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αυτό το όριο.
δυτικότερα των ιδιοκτησιών που προαναφέρθηκαν, είναι η σχηματιζόμενη σ’ αυτό, το σημείο, λόγω του "βραχώδους", κατηφορικού και κοφτού ..." του εδάφους, κορυφογραμμή (βλ. και περιγραφή του υπό στοιχείο Θ ακινήτου στο με αρ. .../1924 συμβόλαιο "... με κορυφήν βουνού ... ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Π. ..."). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στην απώτερη δικαιοπάροχο των κυρίως παρεμβαινόντων, Ε.
Σ., μετά το συμβιβασμό που έκανε με τους Ν. Κ. και Δ. Α., περιήλθε τελικά σ’ αυτήν, απ’ την ευρύτερη αρχική ιδιοκτησία της, βόρεια μεν του επαρχιακού δρόμου, το τμήμα που εκτείνεται δυτικά της οριογραμμής ΒΟ, δηλ. το αΒΟΞα, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 27’ -1-1936 σχεδιάγραμμα, νότια, δε, του επαρχιακού δρόμου, το τμήμα που εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα και προς ανατολάς μέχρι την οριογραμμή Σ (όπου η ξύλινη οικία της Ε.
Σ.) -Τ-Υ-0 (βλ. το με αρ. .../1936 συμβόλαιο συμβιβασμού), ενώ το υπόλοιπο της αρχικής, ευρύτερης ιδιοκτησίας της, περιήλθε μετά το συμβιβασμό στους Ν. Κ. και Δ. Α. (βλ. το από 1986 σχεδ/μα Π. το τμήμα, δε, δυτικά της οικίας Σ., περιήλθε τελικά στον Κ. Μ., όπως προκύπτει από το με ημερομηνία Οκτωβρίου 2004 πρόχειρο σχεδ/μα της Κ., χήρας Π.
Π., που επισυνάπτεται στην συμπληρωματική έκθεση του πραγματογνώμονα, καθώς και απ’ την ένορκη κατάθεση του Θ. Μ., στα με αρ. 674/2002 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου "... δυτικά του Σ. ήταν ο Μ. ...". Το τμήμα αΒΟΞα είναι το αποτυπούμενο με τα στοιχεία ζεδγ ΒβαιθΥζ στο από Οκτ. 2004 τοπογραφικό του πραγματογνώμονα και το με στοιχεία ΔΎΦΚ’ ΨΨ1Ω1,ΩΩ’ ΖΔ’ στο από 24-10-2002 σχεδ/μα Γ.
Μ., μέρος του οποίου, το βορείως του περιφερειακού δρόμου προς Προφ. Ηλία εκτεινόμενο, αποτελεί το επίδικο. Σ’ αυτό το πόρισμα καταλήγει και ο πραγματογνώμονας Α. Μ. στην συμπληρωματική από 20-1-2005 έκθεσή του, όταν αποφαίνεται ότι το νότιο τμήμα του επίδικου της αγωγής, δηλ. το επίδικο (της κύριας παρέμβασης), περιλαμβάνεται στην 365/90 απόφαση, η οποία αναγνώρισε ότι αυτό ανήκει στους τότε ενάγοντες-νυν κυρίως παρεμβαίνοντες, βάσει του παραχωρητηρίου, προκύπτει δε και από το συσχετισμό του εγγράφου του από 27-1-1936 σχεδιαγράμματος, με αυτό της αεροφωτογραφίας, όπου έχει σημειωθεί με την ένδειξη "Φ." το επίδικο της κύριας παρέμβασης.
Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ανατολικό όριο της έκτασης που απόμεινε στην Ε. Σ., δηλ. η ευθεία ΒΟ, βρίσκεται στο σχεδ/μα του 1936, δυτικά της συμβολής της επαρχιακής οδού Λουτρακίου-Περαχώρας με την νοτιότερα, προς τη θάλασσα, εκτεινόμενη δευτερεύουσα οδό προς Λουτράκι, καθώς επίσης, δυτικά και της ευθείας ΧΨΩ, όπου το αβαθές βραχώδες ρέμα που καταλήγει στη θάλασσα και προσδιορίζοντας περαιτέρω κατά θέση την ευθεία αυτή (ΒΟ) επί της αεροφωτογραφίας, δυτικότερα της συμβολής των ίδιων παραπάνω οδών, που απεικονίζονται και στο έγγραφο αυτό, καθώς, επίσης και δυτικότερα του διακρινόμενου (λόγω της διαφορετικής χρωματικής του απεικόνισης) δυτικά της συμβολής, βραχώδους ρέματος, που καταλήγει στη θάλασσα, είναι προφανές ότι η οριογραμμή αυτή (ΒΟ) αρχίζοντας απ’ το σημείο της πρώτης ανεγερμένης οικοδομής, που αποτυπώνεται στην αεροφωτογραφία, και εκτεινόμενη προς βορράν, καταλήγει στο επίδικο, ταυτιζόμενη με το προς ανατολάς όριό του.
Περαιτέρω, όσον αφορά το προς δυσμάς όριο του επιδίκου αποδεικνύεται από το, σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέν, από 27-1-1936 σχεδιάγραμμα, όπου αναγράφεται "ιδιοκτησία Π. Γ. Π.", ότι αυτό ήταν το όμοιο (πευκοδάσος) των κληρονόμων Γ. Π., που αναφέρει το παραχωρητήριο και δεν ήταν η ιδιοκτησία Κ. Μ. και Κ. Κ., που ισχυρίζεται ο καθού και αναφέρονται στα με αρ. .../13, .../ .../75 και .../75 συμβόλαια κτήσης, διαφοροποιημένα, μάλιστα, σε σχέση με τα αναφερόμενα στην με αρ. .../1965 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των δικαιοπαρόχων του, αδελφών Μ., καθόσον από κανένα έγγραφο στοιχείο (όπως π.χ.
συμβόλαια γειτόνων) δεν επιβεβαιώθηκαν τα όρια αυτά, που ισχυρίζεται ο καθού η ανακοπή. Αντιθέτως, από το με αρ. .../ 1924 συμβόλαιο ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Π. Βελμάχου, με συμβαλλόμενο τον Α. Ε. - Κ. του Ε., που ορίζει για το με στοιχείο Θ ακίνητό του, που βρίσκεται στην ίδια θέση με το επίδικο, ως προς ανατολάς σύνορο του, "την ιδιοκτησία κληρονόμων Π.
κατ’ ευθείαν γραμμήν και με ορθήν γωνίαν, αρχομένης από της προς Νότον δημοσίας οδού και λήγουσαν μέχρι του προς βορράν βουνού και διαφόρων υψωμάτων, προς βορράν, δε, με κορυφήν βουνού και υψώματα γραμμής απ’ του τελευταίου σημείου της προς βορράν ιδιοκτησίας κληρονόμων Σ. Π. ...", επιβεβαιώνεται το προς δυσμάς όριο κληρονόμων Γ.
Π. και ήδη Ε. - Κ., το οποίο δεν εκτείνεται μόνο κάτωθι της επαρχιακής οδού, όπως ισχυρίζεται ο καθού, αλλά επεκτείνεται και βόρεια αυτής, μέχρι την κορυφογραμμή. Ένα επίσης στοιχείο, που επιβεβαιώνει επιπλέον ότι το επίδικο είναι μέρος της ευρύτερης ιδιοκτησίας του Π. Σ. Π., που περιήλθε στην Ε. Σ. και τελικά, μετά από κληρονομικές διαδοχές, στους κυρίως παρεμβαίνοντες, είναι και το γεγονός ότι η με στοιχεία Σ-Τ-Υ-0-Ξ και νοτίως, μέχρι τη θάλασσα ιδιοκτησία αυτής, κάτωθι του επαρχιακού δρόμου, που κατατμήθηκε από αυτήν σε έντεκα (11) οικόπεδα, όπως εμφαίνεται στο σχεδ/μα Μ.
Τ., που έχει επί/συναφθεί στο με αρ. .../53 συμβόλαιο του συμβ/φου Κορίνθου Κ. Καλλίρη, και απεικονίζεται στην αεροφωτογραφία, μεταξύ των δύο συμβαλλομένων οδών (επαρχιακής και της νοτίως αυτής, προς τη θάλασσα, εκτεινόμενης), που αναφέρθηκαν παραπάνω, με ανεγερμένες, μάλιστα, οικοδομές σε εννιά απ’ τα έντεκα οικόπεδα της, βρίσκεται ακριβώς στην προς Νότο επέκταση του επιδίκου.
Τέλος, ένα επιπλέον στοιχείο ότι η θέση της έκτασης του παραχωρητηρίου ταυτίζεται με το επίδικο είναι ότι και ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Πελοποννήσου, ανακαλώντας την απόφαση αναδάσωσης όσον αφορά το με στοιχεία ΑΒΓΔ ακίνητο του σχεδ/τος Γ. Π., εμβαδού 6.900 τ.μ., εφάρμοσε την απόφαση του αυτή επί του νοτίως του επιδίκου εκτεινόμενου ακινήτου, όπως προκύπτει απ’ το συνημμένο στην απόφαση του αυτή από 28-2-2001 σχεδιάγραμμα (βλ.
την με αρ. 187/2001 απόφαση) .Από τα παραπάνω αποδείκνυα μένα προκύπτει ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην με στοιχεία αΒΟΞα έκταση, που περιήλθε μετά το συμβιβασμό στην απώτερη δικαιοπάροχο τους, Ε. Σ. και η οποία αυτή έκταση, αποτελεί μέρος της έκτασης του παραχωρητηρίου και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν ως αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει ο πραγματογνώμονας στην συμπληρωματική του έκθεση περί ασυμβατότητας μεταξύ των ορίων του σχεδ/τος του 1936 και του παραχωρητηρίου.
Συνεπώς, το επίδικο της κύριας παρέμβασης και νότιο τμήμα -αντίστοιχα- του διεκδικούμενου, επίσης, με την αγωγή του Δ. Φ., ακινήτου περιλαμβάνεται στην περιγραφόμενη στο παραχωρητήριο έκταση. Τα παραπάνω έγιναν δεκτά και με την με αρ. 189/1998 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου επί αγωγής των νυν κυρίως παρεμβαινόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που επεκύρωσε την με αρ. 365/90 απόφαση του ΠΠΚορίνθου.
Το γεγονός ότι στις αποφάσεις αυτές αναγνωρίζονται οι κυρίως παρεμβαίνοντες κύριοι έκτασης 17.438 τ.μ., που εκτείνεται ανατολικά μέχρι την πρώην ιδιοκτησία Γ. Σ. και ήδη αδελφών Ζ. κλπ, ενώ το ορθό είναι ότι το προς ανατολάς όριο, μετά τον συμβιβασμό, είχε περιορισθεί μέχρι την ευθεία ΒΟ, δεν αναιρεί την ταυτοποίηση του επιδίκου με το παραχωρητήριο, καθόσον, και στην με αρ. 189/1989 απόφαση για τον προσδιορισμό της παραπάνω έκτασης, το Δικαστήριο παραπέμπει στο από 27-1-1936 τοπογραφικό διάγραμμα και ειδικότερα στα στοιχεία αΒΟΞα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη και στην προκειμένη περίπτωση.
Επί του ως άνω παραχωρηθέντος ακινήτου μέχρι το 1936, και, ακολούθως επί αυτού που περιήλθε στην Ε. Σ., μετά το συμβιβασμό, δηλ. επί του επιδίκου της κύριας παρέμβασης (με στοιχεία ζεδγΒιθΥζ τον από Οκτ. 2004 τοπ. δ/τος) ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, και δυνάμει του προαναφερθέντος παραχωρητηρίου:
α) ο Π. Π. από το έτος 1924 μέχρι και του θανάτου του (1934). β) Η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, κόρη του Ε. χήρα Δ. Σ., που κατά τα πιο πάνω υπεισήλθε στην κληρονομιά του και επελήφθη της νομής του επιδίκου από το έτος 1934 μέχρι του έτους 1955 που πέθανε. γ) Η Γ. χήρα Α. Κ. κατά το 14 εξ αδιαιρέτου, η Ε. χήρα Ν. Ε., το γένος Ε.
Π., και η Μ. Φ., το γένος Χ. Π., κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά από αυτές από του έτους 1955 και εφεξής, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου της θανούσης στις 1-10-1955 πρωτοεξαδέλφης τους Ε. χήρας Δ. Σ. η πρώτη από τη μητρική γραμμή και οι λοιπές από την πατρική, οι οποίες και αποδέχθηκαν νόμιμα την επαχθείσα σ’ αυτές κληρονομιά εκείνης και μετέγραψαν νόμιμα το δυνάμει της 9222/1957 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών κληρονομητήριο που χορηγήθηκε σ’ αυτές και μέχρι του έτους 1963 η Γ.
χήρα Α. Κ. και μέχρι του έτους 1973 η Ε. χήρα Ν. Ε., δ) Η κυρίως παρεμβαίνουσα Π. συζ. Ι. Β., το γένος Α. Κ., από του έτους 1963 και εφεξής, μέχρι της εγέρσεως της αγωγής και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στην οποία τούτο περιήλθε από κληρονομιά της κατά την 18-8-1963, χωρίς διαθήκη, θανούσης μητέρας της Γ. χήρας Α. Κ. και ως μοναδικού τέκνου εκείνης, και η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομιά και δυνάμει της με αριθμό .../31-7-1969 πράξεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Οικονομοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (τόμος …, αρ. βιβλ. 151, Β’ Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου). ε) Οι κυρίως παρεμβαίνοντες Ε. Ν. και Ε. Ν. Ε. από του έτους 1973 και μετέπειτα μέχρι της ασκήσεως της αγωγής αυτής κι ο αδελφός τους Π. Ν. Ε. από του έτους 1973 μέχρι του έτους 1976 κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κοινού και κατ’ ισομοιρίαν (ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί του επιδίκου), στους οποίους τούτο περιήλθε από κληρονομιά της κατά το έτος 1973, χωρίς διαθήκη, θανούσης μητέρας των Ε.
χήρας Ν. Ε. και ως μοναδικών εκείνης εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων, κατά τα νόμιμα ποσοστά, και οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά εκείνης δυνάμει της με αριθμό .../1976 πράξης αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Περράκη και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Β’ Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου (τόμος …, αριθ.
βιβλ. 488), και στ) οι κυρίως παρεμβαίνοντες Ξ. χήρα Π. Ε. κατά ποσοστό 2/96 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου και Ν. Π. Ε. και Π. θυγ. Π. Ε., κατά ποσοστό 3/96 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από του έτους 1976 και μετέπειτα μέχρι την άσκηση της αγωγής, στους οποίους το επίδικο, κατά τα παραπάνω ποσοστά περιήλθε από κληρονομιά του κατά την 23 Ιουλίου 1976 θανόντος, χωρίς διαθήκη, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών και οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά εκείνου και δυνάμει της με αρ. .../1977 πράξης του συμβ/φου Αθηνών Γ.
Περράκη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Σ’ αυτό το επίδικο οι δικαιοπάροχοι των κυρίως παρεμβαινόντων και οι ίδιοι, ασκούσαν συνεχώς τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής. Συγκεκριμένα, ο Π. Π. το ρητίνευσε, ως πευκοδάσος που ήταν, το επέβλεπε, το προστάτευε, από διεκδικήσεις τρίτων, είχε, δε, και δικαστικό αγώνα με τρίτους για την περιουσία του στην περιοχή στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο.
Ο δικαστικός αυτός αγώνας, συνεχίστηκε, όπως προαναφέρθηκε και μετά το θάνατο του, το 1934 και κατέληξε στο συμβιβασμό του 1936, οπότε και αποτυπώθηκε το επίδικο στο από 27-1-1936 τοπογραφικό διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο συμβιβασμού. Το έτος 1942 εκδηλώθηκε στην περιοχή του επιδίκου πυρκαγιά που αποτέφρωσε όλα τα πευκοδάση της ευρύτερης περιοχής (" ..." κλπ περιοχές) σε έκταση 8.000 στρεμμάτων, μεταξύ, δε, αυτών που κάηκαν ήταν και το επίδικο.
Κατά την πυρκαγιά αυτή αποτεφρώθηκε όλη η δασική βλάστηση του επιδίκου και όλη η έκταση του έκτοτε ήταν γυμνή από κάθε βλάστηση για πολλά χρόνια, όπως και ολόκληρη η ευρύτερη δασική περιοχή, χωρίς να φέρει ίχνη καλλιέργειας, επρόκειτο, δηλαδή, για άγρια έκταση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 24-10-2002 έκθεση αυτοψίας- αναφορά του δασολόγου Γ.
Μ., ο οποίος παρατήρησε στερεοσκοπικά τα φωτοερμηνευτικά ζεύγη του αρχείου της δασικής Υπηρεσίας του έτους 1945. Απ’ το 1960, όλη η ευρύτερη περιοχή, καθώς και το επίδικο, άρχισε να καλύπτεται από δασική βλάστηση από πεύκα, αγριελιές, που είναι κι αυτές δασικό είδος, πουρνάρια και σχίνα, τα οποία αναγεννώντο με φυσικό τρόπο.
Όμως και πάλι πυρκαγιά που ξέσπασε στις 3-8-1986, τα κατέκαψε για δεύτερη φορά, μετά, δε, από αντιδιαβρωτικά - αντιπλημμυρικά έργα (κλαδοπλέγματα), που έγιναν απ’ το Δασαρχείο Κορίνθου στο επίδικο και την έκδοση της με αρ. 1719/30-9-1986 απόφασης του Νομάρχη Κορίνθου (1001/Δ21-10-1986 ΦΕΚ), που κήρυξε και την έκταση του επιδίκου αναδασωτέα, άρχισε και πάλι να αναφύεται με τρόπο φυσικό η δασική βλάστηση στο επίδικο, δηλ.
νεαρά πεύκα, αγριελιές και θαμνώδης βλάστηση, που βρίσκεται σε οργανική ενότητα με τη βλάστηση της ευρύτερης στη θέση "..." περιοχής. Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων το επίδικο λόγω της παραπάνω κατάστασης, δεν ήταν δυνατόν να ρητινευθεί, όμως οι δικαιοπάροχοι των κυρίως παρεμβαινόντων και αυτοί οι ίδιοι συνέχισαν να το νέμονται με το να το επιβλέπουν, όπως έκανε η Ε.
Σ., η οποία διέμενε πολύ κοντά στο επίδικο και προμηθευόταν, μάλιστα, από εκεί τα καυσόξυλα της, να το καθαρίζουν μετά τις πυρκαγιές του 1942 και 1986, να συντάσσουν τοπογραφικά διαγράμματα όπως το από Οκτωβρίου 1978 του Γ. Π., το από Οκτωβρίου 2000 σχεδ/μα και το από Μαΐου 2002 σχεδ/μα του Δ. Κ., να το επισκέπτονται μαζί, μάλιστα, με τον δικηγόρο τους, Γ.
Κ., το επιτηρούσαν δια της M. Φ., που έμενε κοντά, στο κέντρο "Ν.", να κάνουν όλες τις νόμιμες ενέργειες για να παριέρχεται η κυριότητα του λόγω κληρονομιάς σ’ αυτούς, δηλ. με το να φροντίζουν για την έκδοση κληρονομητηρίων, να αποδέχονται την επαχθείσα, κάθε φορά, σ’ αυτούς κληρονομιά των αμέσως προηγούμενων δικαιοπαρόχων τους και με το να καταβάλλουν και τους βαρύνοντες αυτούς φόρους κληρονομιάς στο Δημόσιο, βάσει των δηλώσεων τους στις οποίες περιλαμβανόταν και το επίδικο (βλ.
σχετικά τα αναφερθέντα παραπάνω κληρονομητήρια και δηλώσεις, αποδοχής κληρονομιάς, καθώς και τα με αρ. 6974/1957, 25222/70, 7120/1983 και 9630/83 πιστοποιητικά Οικ. Εφόρου Κληρονομιών Αθηνών τα δύο πρώτα και της Οικονομικής Εφορίας Β’ και Β’ Κεφ. Αθηνών αντίστοιχα τα λοιπά). Ακόμη αποδείχτηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των κυρίως παρεμβαινόντων διαμαρτυρήθηκαν γα την επιχειρηθείσα διάνοιξη του περιφερειακού δρόμου Λουτρακίου (αγροτικού δρόμου προς Προφ.
Ηλία") δια μέσου του ακινήτου τους, στα νότια του νυν επιδίκου, πριν από τριάντα πέντε χρόνια (βλ. τις με αρ. 2955Β/1986 και 10871Β/1986 εκθ. επίδοσης των δικ. επιμελητών στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Ν. Ζ. και Κ. Π. αντίστοιχα), και ότι εμπόδισαν τη συνέχιση του έργου, έπαυσαν, όμως, στη συνέχεια να διαμαρτύρονται, διότι αντελήφθησαν ότι απ’ την ολοκλήρωση του δρόμου θα είχαν ωφέλεια και πλέον, με την από 18-2-2002 εξώδικη γνωστοποίηση τους προς τον Νομάρχη Κορινθίας και Δήμαρχο Λουτρακίου ζήτησαν να ληφθεί υπόψη κατά τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και της έκδοσης της σχετικής πράξης αναλογισμού αποζημίωσης το δικαίωμα τους προς αποζημίωση από τη διάνοιξη του διερχομένου απ’ το νότιο μέρος του επίδικου ακινήτου τους, περιφερειακού δρόμου.
Τέλος, άλλη πράξη που αποδεικνύει την συνεχόμενη επίβλεψη των κυρίως παρεμβαινόντων και των δικαιοπαρόχων τους απ’ το 1942 μέχρι την άσκηση το 1991 της αγωγής του Δ. Φ. αλλά και μέχρι την άσκηση της κύριας παρέμβασης τους, είναι και η υποβληθείσα στις 1-12-1999 αίτηση τους για ανάκληση της απόφασης του Νομάρχη Κορινθίας περί κήρυξης ως αναδασωτέας της νοτίως του επιδίκου εκτεινομένης ιδιοκτησίας τους εμβαδού 6.900 τ.μ. (το με στοιχείο ΑΒΓΔ του σχεδ/τος Π.) για το λόγο ότι αυτή δεν κατεστράφη απ’ την πυρκαγιά του 1986, όπως καταστράφηκε αυτή του επίδικου (βλ.
την με αρ. 187/2001 απόφαση Γεν. Γραμματέα Περιφερείας Πελοποννήσου). Τέλος αποδείχτηκε ότι η αμφισβήτηση του επίδικου ως ιδιωτικής δασικής έκτασης απ’ το Δημόσιο, η οποία εκδηλώθηκε για πρώτη φορά με τη σύνταξη τον Μάρτη του 1982, του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα Λουτρακίου με αρ. ..., είχε σαν άμεση αντίδραση απ’ τους κυρίως παρεμβαίνοντες την άσκηση αντιρρήσεων κατά του πίνακα αυτού, οι οποίες απορρίφθησαν, μεν, τελεσίδικα, με την με αρ. 114/85 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πλην, όμως, με την αμέσως μετά ασκηθείσα από 20-9-1986 αγωγή τους, εκδόθηκε η με αρ. 189/1989 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία τους δικαίωσε και αναγνώρισε την κυριότητα τους επί δασικής έκτασης συνολικού εμβαδού 17.438 τ.μ., που περιλαμβάνει και το επίδικο.
Αντιθέτως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι ο καθού η κύρια παρέμβαση, Δ. Φ., νεμόταν αυτός το επίδικο ακίνητο ως αγροτική έκταση, όπως ισχυρίζεται. Ειδικότερα, ο Δ. Φ., αντικρούοντας την κύρια παρέμβαση, ισχυρίζεται ότι το επίδικο είναι τμήμα της έκτασης των 20 στρεμμάτων και, κατά νεότερη δήλωση του (υπ’ αρ. 18062/1976) των 30 στρεμμάτων που περιήλθε σ’ αυτόν δυνάμει των με αρ. .../1973 και ..., ...
και .../1975 συμβολαίων του συμβ/φου Κορίνθου Βασιλείου Σπηλιόπουλου το πρώτο και της συμβ/φου Αθηνών Δημ. Διάμεση τα λοιπά, που νόμιμα μεταγράφηκαν και ότι η αγορασθείσα από αυτόν έκταση αποτελεί το βόρειο τμήμα μιας μεγαλύτερης έκτασης 50 στρεμμάτων (βλ. σελ. 2 σημειώματος Μ. με ημερ. 11-11-2002 ενώπιον του Ειρην.
Κορίνθου), που είχαν αποκτήσει οι πωλητές του (αδελφοί Μ.) δυνάμει της με αρ. .../1965 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Κορίνθου, Αθαν. Ρομπόκου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Από την σύγκριση των ορίων των δύο αυτών εκτάσεων, δηλ. της αρχικής των 50 στρεμμάτων και της αγορασθείσας από αυτόν των 30 στρεμμάτων προκύπτει ίδιο προς ανατολάς όριο, η ιδιοκτησία Κ.
Μ., την οποία ο καθού η κύρια παρέμβαση, την αποτυπώνει στην αεροφωτογραφία που προσκομίζει ο ίδιος, ακριβώς ανατολικά στην διεκδικούμενη από αυτόν έκταση} ενώ η ιδιοκτησία Κ. Μ., σύμφωνα με τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιοπαρόχων του, στη δίκη νομής που διεξήχθη στις 11-11-2002 και καταχωρήθηκε στα πρακτικά με αρ. 674/2002, βρίσκεται προς ανατολάς, στο ύψος της ιδιοκτησίας Σ., που απέχει απ’ την επίδικη έκταση περί τα 300 μ. (βλ.
στη σελ. 3 του με αρ. .../1936 συμβολαίου συμβιβασμού, απόσταση ΣΤΥΦ και ΩΨΧ 30 μέτρων και πρόσοψη ιδιοκτησίας που περιήλθε στον Ν. Κ. 270 μ.), το ίδιο, δε, κατέθεσε στη δίκη αυτή και ο επ’ ακροατηρίω μάρτυς και ξάδελφος των αδελφών Μ., Θ. Μ., αναφέροντας ότι " ... δυτικά του Σ. ήταν ο Μ. ...", αυτό, δε, αποτυπώνεται και στο πρόχειρο σχεδ/μα της χήρας Π.
Π., στην συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που αναφέρθηκε παραπάνω. Από τα παραπάνω, επομένως, δεν προκύπτει ταυτοποίηση της επίδικης έκτασης, που ισχυρίζεται ο Δ. Φ. ότι αγόρασε, με τους επικαλούμενους από αυτόν τίτλους. Τα παραπάνω ενισχύονται επίσης και απ’ το γεγονός ότι, ενώ με βάση την δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς, των δικαιοπαρόχων του, αδελφών Μ., η έκταση των 50 στρεμμάτων που φέρεται σύμφωνα με τη δήλωση αυτή ότι κληρονόμησαν (δεδομένου ότι δεν στηρίζονται σε αρχαιότερο τίτλο κτήσης), συνορεύει προς Νότο με τον δρόμο προς προφήτη Ηλία, δηλ.
τον περιφερειακό δρόμο Λουτρακίου, εντούτοις και στη δήλωση του προαναφερθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου τους αλλά και στην προσκομιζόμενη απ’ τον Δ. Φ. αεροφωτογραφία, φέρεται η παραπάνω απομένουσα σ’ αυτούς (αδελφούς Μ.) ιδιοκτησία, μετά την επικαλούμενη πώληση προς τον Δ. Φ., να συνορεύει προς νότο με την επαρχιακή οδό Λουτρακίου- Περαχώρας και όχι με τον περιφερειακό δρόμο, που εκτείνεται βορειότερα.
Βέβαια στην με αρ. 8/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο πραγματογνώμονας Α. Μ. απεφάνθη ότι απ’ το συσχετισμό των τίτλων κτήσης του Δ. Φ. και της .../1965 δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς των δικαιοπαρόχων του Δ. Φ., το επίδικο της κρινόμενης από 22/4/1991 αγωγής του τελευταίου, που συμπεριλαμβάνει και το επίδικο της κύριας παρέμβασης (βλ.
το σκιαγραφημένο στο συνημμένο στην έκθεση σχεδιάγραμμα), ταυτίζεται εν λόγω με τους προαναφερθέντες τίτλους κυριότητας, πλην όμως, η ταυτοποίηση αυτή του πραγματογνώμονα αφορά το εμβαδόν των συσχετιζόμενων αυτών εκτάσεων, όπως προκύπτει απ’ τους σχετικούς υπολογισμούς που επιχειρεί (εμβαδόν επίδικου 27.097 τ.μ. - εμβαδόν τίτλου κτήσης 30 στρέμματα πλέον ή έλαττον), και δεν αφορά, όπως θα έπρεπε, την ταυτοποίηση από άποψη θέσης, δηλ.
αν πράγματι τα σύνορα του επιδίκου είναι οι αναφερόμενες απ’ τον Δ. Φ. ιδιοκτησίες, με την προσκόμιση σχετικών εγγράφων (π.χ. συμβολαίων), που αποδεικνύουν το εν λόγω θέμα απόδειξης. Επομένως, ο καθού η κύρια παρέμβαση δεν απέδειξε ότι απέκτησε το επίδικο με παράγωγο τρόπο. Εκτός, όμως των παραπάνω, δεν ανταποδείχθηκε απ’ τον καθού η κύρια παρέμβαση ότι αυτός καθώς και οι δικαιοπάροχοι του νέμονταν, εν πάση περιπτώσει, το επίδικο της κύριας παρέμβασης, καλλιεργώντας το με ελιές, όπως υποστηρίζει, αφού, πέραν της ακριβούς εφαρμογής επί του επιδίκου, του παραχωρητηρίου, όπως αποδεικνύεται παραπάνω, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό υπήρξε πευκοδάσος που παραχωρήθηκε σε ρητινοκαλλιεργητή, περαιτέρω, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και οι οποίες αναφέρονται στο όλο, βάσει της από 22-4-1991 αγωγής Δ.
Φ. ακίνητο, όπως αυτή: 1) του δασολόγου Γ. Κ. ότι "... ένα τμήμα του (όλου) επίδικου έχει χαρακτηρισθεί αγρός, μέσα στο οποίο υπάρχει μια μεγάλη πολυκατοικία, ... εκτάσεως 8.800 τ.μ. ... για το υπόλοιπο τμήμα του (όλου) επίδικου ήταν δάσος πεύκης, έχει μεγάλη κλίση ... άλλωστε λόγω της κλίσης του εδάφους και το άγονο της έκτασης δεν δικαιολογεί αγροτικό χαρακτήρα ...το τμήμα που έχει κλίση, όπως προανέφερα, πρέπει να έχει έκταση 7-8 στρέμματα και βρίσκεται στη νότια πλευρά, στη νοτιοδυτική ακριβέστερα ...στο βόρειο όμως, τμήμα, αν θυμάμαι καλά υπήρχαν ελιές μεγάλες ...", 2) του Γ.
Κ., δασοπόνου "... μέσα στο (όλο) επίδικο υπάρχει αγροτική έκταση έκτασης 8,5 στρεμμάτων και εντός αυτής έχει ανεγερθεί κτίσμα (πολυκατοικία) απ’ τον ενάγοντα, η υπόλοιπη έκταση ...χαρακτηρίζεται δημόσιο δάσος ... έχει μεγάλη κλίση κατά το μεγαλύτερο μέρος βραχώδες, το οποίο δεν επιδέχεται καλλιέργεια ... προς το βόρειο μέρος του αγροτικού τμήματος πρέπει να υπήρχαν ορισμένα άτομα ελιών και αυτό το συμπεραίνω διότι γύρω απ’ τα πρέμνα των καμένων ελιών υπάρχουν πρεμνοβλαστήματα ...", σε συνδυασμό με την περιεχόμενη στα με αρ.524/2002 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, κατάθεση του μάρτυρος του ίδιου του καθού η κύρια παρέμβαση Δ.
Φ., Θ. Μ., που ανέφερε "... εγώ το είχα γνωρίσει όλο δάσος απ’ το 1943, -που πρωτοκάηκε ... αυτό (αναφερόμενος σε όλο το επίδικο, μέχρι τον περιφερειακό δρόμο) είχε ελιές και πουρνάρια, πεύκα, σχοίνα, πέτρες και είχε και βράχο. Ήταν βραχώδες μέρος. Ήταν κατηφορικό, κοφτό και βραχώδες και είχε την βλάστηση αυτή που είχε ο βράχος.
Προς τον δρόμο (εννοεί τον περιφερειακό, προς "Προφ. Ηλία"), δεν είχε πολλά πράγματα, πάνω στο ίσωμα είχε ελιές. Εκεί στο πρανές το επίδικο δεν είχε τίποτε άλλο μέσα πριν το 1986 ... οι ελιές εκεί που υπάρχει το κτίσμα, δηλ. το ίσωμα και λίγο πριν το πρανές νότια και κάηκαν οι ελιές αυτές ...", καθώς και απ’ την κατάθεση του επ’ ακροατηρίω εξετασθέντος μάρτυρος του Δ.
Φ., Σ. Α. "... το μεγαλύτερο μέρος του (όλου) επιδίκου, περίπου 10-15 στρέμματα είναι επίπεδο και διαμορφωμένο από τον Φ., ενώ το υπόλοιπο είναι γκρεμός και προς Νότο και προς Δυσμάς ... το 1970-72 το ακίνητο το θυμάμαι ότι είχε μέσα καμένες ελιές και άγρια βλάστηση, το 1960 απ’ ό,τι θυμάμαι, ένα μέρος ήταν καλλιεργήσιμο, το μισό περίπου, το υπόλοιπο ήταν σε άγρια κατάσταση προς το γκρεμό και είχε και ελιές μεγάλες που δεν είχαν καεί, αμνημονεύτων ετών, πάνω από 100 χρόνια ...", αποδεικνύεται ότι αυτό ήταν ανέκαθεν δασικό, που παραχωρήθηκε για ρητίνευση στον δικαιοπάροχο των κυρίως παρεμβαινόντων και έκτοτε το νέμονταν μόνο αυτοί.
Βέβαια, κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το παρόν Δικαστήριο, με την με αρ. 309/1996 απόφαση του, προκειμένου ο πραγματογνώμονας, Α. Μ., να αποφανθεί αν το επίδικο της αγωγής του Δ. Φ., ταυτίζεται με τους τίτλους που επικαλείται, ο ως άνω πραγματογνώμονας συμπεριέλαβε στην συνταχθείσα σχετικά έκθεση του, με αρ.
κατάθεσης 8/2000, ότι κατά την αυτοψία του στο επίδικο διαπίστωσε ότι υπάρχουν σ’ όλη την έκταση του μικρές και μεγάλες ελιές, απ’ τις οποίες είκοσι (20) τουλάχιστον ήταν αιωνόβιες, επεξηγώντας ότι υπάρχει το ίχνος του καμένου κορμού τους απ’ το 1986, που έγινε η τελευταία πυρκαγιά, στη συμπληρωματική, δε, από 20-1-2005 έκθεση που συνέταξε μετά την με αρ. 342/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αποτύπωσε στο συνημμένο σ’ αυτήν γραφικό διάγραμμα του τα ίχνη των αιωνόβιων ελαιοδένδρων με βάση τους νέους κορμούς δένδρων, που είχαν στο μεταξύ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα του, αναφύει και συγκεκριμένα τα αποτύπωσε κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στο επίδικο της κύριας παρέμβασης -νότιο τμήμα του διεκδικούμενου με την αγωγή-, τα υπόλοιπα, δε, τα αποτύπωσε κοντά στο ρέμα, όπου, όπως προαναφέρθηκε υφίσταται η ιδιοκτησία Οικονόμου.
Όμως, τα παραπάνω δεν κρίνονται βάσιμα απ’ το Δικαστήριο. Κατ’ αρχήν τα ίχνη αυτά των καμένων κορμών δεν επισημάνθηκαν, όπως θα έπρεπε να γίνει, αν υπήρχαν, στην προηγούμενη με αρ. 23/1990 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που αφορούσε, επίσης το επίδικο. Περαιτέρω, δεν επισημάνθηκαν απ’ τον Δ. Φ., κατά τη θεώρηση του επιδίκου στις 16/7/2002, απ’ τον Ειρηνοδίκη Κορίνθου, ούτως ώστε να αποδειχθεί το ερευνώμενο, τότε, θέμα της νομής του επί του επιδίκου, αντιθέτως, μάλιστα, όπως αναφέρεται στη σχετική με αρ. 524/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου "...
ουδέποτε υπήρξαν μέσα σ’ αυτό φυτεμένα ή κεντρωμένα ήμερα καρποφόρα ή άλλα δένδρα, όπως ελιές κλπ ... μέχρι το έτος 1944 ...", ούτε, άλλωστε, θα μπορούσαν να υπάρξουν καθόσον το επίδικο της κύριας παρέμβασης, όπου αποτύπωσε ο ως άνω πραγματογνώμονας ίχνη αιωνόβιων ελιών, δεν είναι πρόσφορο για καλλιέργεια λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους του (70%) και λόγω της σύστασης του (βραχώδες, όπου εμφανίζεται και το μητρικό πέτρωμα).
Αντιθέτως, από την επιτόπια αυτοψία που διενήργησε στις 11-10-2005, στο επίδικο ο δασολόγος Π. Μ., αυτός δεν εντόπισε ίχνη αιωνόβιων ελαιοδένδρων στις θέσεις που σημείωσε ο πραγματογνώμονας στην έκθεση του αλλά εντόπισε στις θέσεις αυτές μικρές σε ηλικία, αυτοφυείες αγριελιές, που είχαν κεντρωθεί για vet; μετατραπούν σε ήμερες, επιβεβαιώνοντας τα όσα διαπίστωσε και ο δασοφύλακας Α.
Θ. στην έρευνα που έκανε, κατόπιν καταγγελίας, στο επίδικο, ότι δηλ. ο ενάγων κέντρωσε τις αγριελιές, σκάλισε, γύρω από αυτές και εγκατέστησε δίκτυο τεχνητής βροχής (λάστιχα) σε καθεμιά ξεχωριστά για να τις τροφοδοτεί με νερό από παρακείμενη δεξαμενή του, υποβάλλοντας, κατόπιν τούτου, εναντίον του την από 27/5/2002 μήνυση.
Κατόπιν των παραπάνω αποδειχθέντων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η κύρια παρέμβαση καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου των καθών Δ. Φ., δηλ. για ένα τμήμα του επίδικου ακινήτου που περιγράφεται στο από Μαΐου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Κ., που επικαλούνται στο δικόγραφο τους οι κυρίως παρεμβαίνοντες, καθόσον από το αρχικό επίδικο ακίνητο με τα στοιχεία ΒΤΔΕΖΖ’ Β’ πρέπει να αφαιρεθεί τμήμα εμβαδού 391 τ.μ.
που αποτυπώνεται μόνο στο από 24-10-2002 απόσπασμα χάρτη του δασολόγου Γ. Μ., το οποίο είναι το με στοιχεία 17-16-6-7-17, το οποίο έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα με την με αρ. 227/1984 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου ότι ανήκει στον πρώτο των καθών, Δ. Φ. και επίσης πρέπει να αφαιρεθεί και το τμήμα που αποτυπώνεται, επίσης, μόνο στο ίδιο παραπάνω σχεδιάγραμμα του Γ.
Μ., με τα στοιχεία ΤΔ’ ΖΩΎ, καθόσον αυτό το τμήμα δεν διεκδικείται απ’ τον ενάγοντα, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 16-2-2000 σχεδ/μα του Α. Μ., που συντάχθηκε βάσει της από 22-1-1991 διεκδικητικής αγωγής και δεδομένου ότι το αντικείμενο της κύριας παρέμβασης δεν μπορεί να είναι ευρύτερο αυτού της κύριας δίκης (Εφ.
Αθ. 5446/1987 Αλ. Δ.30,794, 8435/79 ΝοΒ 28,540), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κατ’ αυτού (Δ. Φ.) κύρια παρέμβαση, ως προς το τμήμα αυτό.
Συνεπώς και δεδομένου ότι και τα τρία σχεδιαγράμματα που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας παραγράφου αποτυπώνουν και τα τρία το επίδικο της κύριας παρέμβασης για τον προσδιορισμό του επιδικαζομένου, τελικά, τμήματος το Δικαστήριο θα κάνει χρήση του από Μαΐου 2002 σχεδ/τος του Δ. Κ. και του σχεδ/τος Γ. Μ.
και θα αναγνωρίσει τους κυρίους παρεμβαίνοντες συγκυρίους κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσοστά, του ακινήτου που απεικονίζεται με τα στοιχεία ΒΤΔΕΖΖ’ Β’ στο πρώτο ως άνω σχεδ/μα, αφαιρούμενων, όμως από αυτό των με στοιχεία 17-16-6-7-17 και ΤΔ’ ΖΩ’ Τ τμημάτων, που απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα Γ. Μ., εμβαδού περίπου 8.368 τ.μ. (8.780-391 τ.μ.) ή όση έκταση είναι, που συνορεύει βόρεια, επί τεθλασμένης πλευράς ΖΕ, μήκους 115 μέτρων συν ΕΔ μήκους 44μ.
και ΔΓ μήκους 46,50 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Φ. και κατά το υπόλοιπο με δημόσια δασική έκταση, νότια επί πλευράς Ζ’ Β’, μήκους 186 μ. με περιφερειακή οδό Λουτρακίου (οδός Προφ. Ηλία), ανατολικά, επί πλευράς Β Τ, μήκους 33 μ. με δημόσια δασική έκταση και, πέραν της πλευράς ΔΓ του από Οκτ. 2004 σχεδ/τος Α. Μ., με τέως ιδιοκτησία Κ.
και ήδη αναδασωτέα έκταση και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία (πευκοδάσος) κληρονόμων Γ. Π. και ήδη Ε. - Κ. ... . Γ. Όσον αφορά την αγωγή διατάραξης της νομής: Οι ως άνω κυρίως παρεμβαίνοντες- ενάγοντες συνέχισαν και μετά την έκδοση της προαναφερθείσας με αρ. 189/1998 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, να νέμονται το ευρύτερο ακίνητο των 17.438 τ.μ.
που τους είχε παραχωρηθεί απ’ το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο της κρινόμενης αγωγής, που εκτείνεται στο βόρειο τμήμα του, ταυτιζόμενο με αυτό της κύριας παρέμβασης. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω νέμονταν το ακίνητο επισκεπτόμενοι, μόνο, και επιβλέποντας αυτό, καθόσον, λόγω της ιδιότητας του ως ιδιωτικού πευκοδάσους, το οποίο, όμως, ήταν ανεπίδεκτο ρητινοκαλλιέργειας λόγω της μικρής ηλικίας των αναγεννώμενων, μετά την πυρκαγιά του 1986, πεύκων του, δεν μπορούσαν να ασκήσουν επί αυτού άλλες πράξεις νομής, που να προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.
Παρόλα αυτά οι ενάγοντες, στο διάστημα αυτό, συνέχισαν να ενδιαφέρονται για το ακίνητο τους και έτσι ζήτησαν απ’ το Δασαρχείο Κορίνθου να το καταχωρήσει στον οικείο κτηματολογικό χάρτη ως ιδιωτικό πευκοδάσος, ζήτησαν απ’ τον Υπουργό Γεωργίας τον αποχαρακτηρισμό του από δασικό ώστε να μπορέσει να υπαχθεί στο όμορο σχέδιο της πόλης του Λουτρακίου, πλην, όμως, απερρίφθη, προέβησαν σε ενέργειες προς το Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Πελ/νήσου και πέτυχαν να αρθεί η απόφαση της αναδάσωσης για το συνεχόμενο του επιδίκου, νοτίως εκτεινόμενο, υπόλοιπο τμήμα της παραχωρηθείσας έκτασης, εμβαδού 6.900 τ.μ.
και προέβαιναν με επίδοση εξώδικων δηλώσεών τους (βλ. τις με αρ. 8372Β και 8371Β/28-2-2002 εκθ. επίδοσης) σε ενημέρωση των αρμοδίων Αρχών για το δικαίωμα που διεκδικούσαν, να αποζημιωθούν για τη διάνοιξη του περιφερειακού δρόμου, που εκτείνεται νοτίως του επιδίκου, καθώς και για την διαπλάτυνση, εις βάρος του ως άνω τμήματος των 6.900 τ.μ., της επαρχιακής οδού Λουτρακίου Περαχώρας.
Σ’ όλες αυτές τις ενέργειες που προέβαιναν, κατέθεσαν διάφορα σχεδιαγράμματα προς υποστήριξη των θέσεών τους (όπως τα με ημερομηνία Οκτωβρίου 2000, 10-1-2001 και 22-5-2002 σχεδ/ματα του δασολόγου Δ. Κ.), τα οποία συνετάσσοντο, κατόπιν επιτόπιας μετάβασής τους (βλ. τα με αρ. 524/2002 πρακτικά: "... είχα πάει 1-2 φορές στο επίδικο ..."), χωρίς, ποτέ, να αμφισβητηθεί η άσκηση της νομής τους απ’ τον εναγόμενο Δ.
Φ., ο οποίος παρευρίσκετο στο πολυώροφο κτίριο (το επονομαζόμενο "Π.") που είχε κτίσει σε απόσταση 50-100 μέτρων απ’ το βόρειο όριο του επιδίκου, επί του ακινήτου των 8.800 τ.μ., που αναφέρθηκε παραπάνω. Αξιοσημείωτο, μάλιστα, είναι ότι ουδέποτε μέχρι τον Μάιο 2002 αμφισβητήθηκε η νομή των εναγόντων ούτε στο, νοτίως του επιδίκου, τμήμα των 6.900 τ.μ., στο οποίο πρόβαλαν τότε, για πρώτη φορά, δικαίωμα κυριότητας οι κατά τον εναγόμενο, δικαιοπάροχοί του, αδελφοί Μ., οι οποίοι, εναχθέντες ακολούθως απ’ τους ενάγοντες και ηττηθέντες με την με αρ. 11/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία τους υποχρέωσε να απαλείψουν το γράμμα "Μ" (αρχικό του επωνύμου τους) απ’ τους βράχους του τμήματος αυτού, δεν άσκησαν έφεση κατά της παραπάνω απόφασης επί της αγωγής διατάραξης, ούτε άσκησαν κατά των εναγόντων διεκδικητική αγωγή.
Αντίθετα από όσα αποδεικνύονται παραπάνω, ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι άσκησε επί του επιδίκου καμιά πράξη νομής που προσιδίαζε στον χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως αγροτικού, όπως αυτός ισχυρίζεται ότι έχει, και συγκεκριμένα δεν απέδειξε ότι εκαλλιεργείτο το επίδικο με ελιές, όπως αναπτύχθηκε στις προηγούμενες παραγράφους, ούτε το καλλιέργησε με ελιές μετά την έκδοση της με αρ. 371/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που τον αναγνώρισε κύριο αυτού.
Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι προσπάθησε για πρώτη φορά να καλλιεργήσει ελαιόδενδρα τον Μάιο του 2002. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι κατόπιν υποβολής της από 21-2-2002 αίτησης των εναγόντων προς το Δασάρχη Κορίνθου, χορηγήθηκε σ’ αυτούς η με αρ. .../21-3-2002 άδεια αυτού για να οριοθετήσουν την ιδιοκτησία τους, επί της οποίας αναγνωρίστηκε η κυριότητα τους, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με την προαναφερθείσα με αρ. 186/1989 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Βάσει της ανωτέρω αδείας, οι ενάγοντες, παρουσία του συντάξαντος το από Οκτωβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα, δασολόγου Δ. Κ. και του δασοφύλακα του Δασαρχείου Κορίνθου, Α. Θ., στις 17-5-2002, τοποθέτησαν σε επτά (7) σημεία του επιδίκου, σιδερένιους πασσάλους, εμπηγμένους ήδη σε τσιμεντένιες βάσεις, πάνω στους οποίους είχαν επικολλήσει μεταλλικές πινακίδες με την ένδειξη "ιδιοκτησία κληρονόμων Π.
Π.". Στις 22/5/2002, όταν μετέβη στο επίδικο ο δασοφύλακας Α. Θ. για να οριστικοποιήσει με αυτοψία τα όρια της ιδιοκτησίας των εναγόντων, αυτός διαπίστωσε να έχει προβεί ο εναγόμενος, για πρώτη φορά, σε κέντρωμα και πότισμα διάσπαρτων αγριελιών που είχαν φυτρώσει, μαζί με άλλους θάμνους και πεύκα, μετά την πυρκαγιά του καλοκαιριού του 1986.
Ειδικότερα αυτός διαπίστωσε να έχει καταστρέψει τη δασική βλάστηση γύρω απ’ τις αυτοφυείς, όπως αναφέρθηκε, αγριελιές, δηλ. τους θάμνους και τα πεύκα που ήταν σε αναγέννηση, να τις έχει σκαλίσει και να έχει εγκαταστήσει σ’ αυτές δίκτυο τεχνικής βροχής (λάστιχα), σε καθεμιά, μάλιστα ξεχωριστά και να τις τροφοδοτεί με νερό από δεξαμενή που έχει στην βορειότερα, παραπάνω αναφερθείσα, αγροτική έκταση του.
Αποδίδοντας, μάλιστα, ο εν λόγω δασοφύλακας, δόλο στις παραπάνω ενέργειες του εναγομένου, δεδομένου ότι, όπως αναφέρει στην έκθεση μηνύσεως του, σκοπός του ήταν η αλλαγή χρήσης του δάσους και η τουριστική αξιοποίησή του, μιας και η έκταση έχει τεράστια οικοπεδική αξία, επειδή βρίσκεται - συνορεύει με τον περιφερειακό δρόμο Λουτρακίου, που βρίσκεται πάνω από τις πηγές στη δυτική πλευρά της πόλης, υπέβαλε εναντίον του την από 211512002 μήνυση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 5246/2005 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Κορίνθου, χωρίς, όμως, να προσκομίζεται αυτή σε αντίγραφο.
Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος αφαίρεσε τους πασσάλους που είχαν τοποθετηθεί στο επίδικο απ’ τους ενάγοντες είχε αποτυπώσει το αρχικό γράμμα του επωνύμου του στην νότια πλευρά του επιδίκου, περιστατικά τα οποία δεν αμφισβητεί. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι τη νομή επί του επιδίκου κατά το τελευταίο, τουλάχιστον, έτος πριν τις 22-5-2002, την ασκούσαν οι ενάγοντες με τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, ενώ, αντιθέτως, απ’ την αυτοψία του δασικού οργάνου δεν αποδείχτηκε καμιά πράξη νομής του εναγομένου και ειδικότερα καλλιέργεια ελιών, ούτε επίβλεψη και εποπτεία.
Επίσης από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος παράνομα και χωρίς τη θέληση των εναγόντων διατάραξε τη νομή τους επί του επιδίκου. Βέβαια, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι προέβη σ’ αυτές τις ενέργειες επειδή αναγνωρίστηκε κύριος του επιδίκου με την προαναφερθείσα απόφαση, πλην, όμως, τον ισχυρισμό αυτόν τον προβάλλει απαραδέκτως κατά την παρούσα συζήτηση, εφόσον δεν επικαλείται κατ’ άρθρο 991 Α.Κ., την τελεσίδικη αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος μεταξύ αυτού και των εναγόντων (ΑΠ 1522/2006).
Κατόπιν των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστούν οι ενάγοντες νομείς του επιδίκου, όπως αυτό προσδιορίζεται κατ’ έκταση, και όρια στο κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται εκεί και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει στο μέλλον κάθε αφαίρεση σιδηροπασσάλων, επειδή υπάρχει κίνδυνος επανάληψής της, λόγω της απουσίας τους συνεπεία της μόνιμης διαμονής των εναγόντων στην Αθήνα, να υποχρεωθεί να απαλείψει στην νότια πλευρά του επιδίκου, το κεφαλαίο γράμμα "Φ" και να παραλείπει αυτό στο μέλλον ...".
Το Εφετείο, με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο όσον αφορά την απόρριψη εν όλω της ένδικης - από 22.1.1991- αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος και της ένδικης - από 8.8.2003 - κύριας παρέμβασης των ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) Π.
συζ. Ι. Β. κ.α. καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, όσο και όσον αφορά την παραδοχή εν μέρει της κύριας παρέμβασης, καθ’ ο μέρος στρέφεται, κατά του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος και της ένδικης - από 16.4.2005 - αγωγής διατάραξης νομής ακινήτου των ίδιων ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και κυρίως παρεμβαινόντων, και, συνεπώς, οι πρώτος, τρίτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Η περιλαμβανόμενη στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, εφόσον έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε καμία πράξη νομής του ήδη αναιρεσείοντος στο επίδικο, αν και δέχτηκε ότι επανειλημμένα είχε υποβάλει σε αρμόδιες Δημόσιες αρχές αιτήσεις με σχεδιαγράμματα που αφορούσαν το όλο ακίνητό του, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι υπό την αιτίαση αυτή πλήττεται αποκλειστικά η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτίαση, κατ’ εκτίμησή της, από τον από τον αριθμό 8 περ.α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, εφόσον δέχτηκε κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να έχει επικαλεστεί νόμιμο τρόπο περιέλευσης κυριότητάς του σ’ αυτό, προεχόντως, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, εφόσον η αιτιολογία της προσβαλλομένης, ότι το επίδικο δεν εμπίπτει στους τίτλους του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος και ότι δεν αποδείχθηκε "καμία πράξη νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο", η οποία και δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το περί απόρριψης της άνω αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙΙΙ. Από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη και τα πιο κάτω έγγραφα τα οποία ο ήδη αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση στο Εφετείο, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι, 1) την πράξη .../1976 του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αθαν.
Ρομπόκου και το από Σεπτεμβρίου 1976 σχεδιάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Χ. Κ. που προσαρτάται σε αυτήν και 2) τη 1204/2011 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και το κατηγορητήριο επί του οποίου έκρινε ήτοι για την πράξη της ψευδορκίας του πραγματογνώμονος Α.Μ. ως αυτουργού σε σχέση με τη συμπληρωματική έκθεσή του πραγματογνωμοσύνης και του ήδη αναιρεσείοντος ως ηθικού αυτουργού, και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ του ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, επίσης από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ’ του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα ανωτέρω έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο.
IV. Κατά το άρθρο 524 παρ.4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν.
Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Επομένως, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του τα προεκτεθέντα και αναφερόμενα στην άνω διάταξη έγγραφα, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου συναφής πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ότι - όσον αφορά την αγωγή διατάραξης της νομής - έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση επειδή τα έγγραφα που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη και μάλιστα οι προτάσεις δεν προσκομίστηκαν από τον υπόχρεο αναιρεσείοντα αλλά από τους "ενάγοντες - εφεσιβλήτους" οι οποίοι, ως εκ της μη νόμιμης παράστασής τους, δικάστηκαν ερήμην, είναι απορριπτέα, προεχόντας, ως απαράδεκτη, αφού, κατ’ άρθρο 562 παρ.3 ΚΠολΔ, "κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις" όπως, δηλαδή, εδώ ο υπόχρεος αναιρεσείων εξαιτίας της παράλειψής του, ως άνω, και, πάντως, ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι η φερόμενη αναιρετική αυτή πλημμέλεια, η οποία και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις της παρ.2 του ίδιου ως άνω άρθρου -562 ΚΠολΔ- είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας.
V. Ο από τον αριθμό 11 περ.α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, ότι παρά το νόμο λήφτηκαν από το Εφετείο υπόψη "τα έγγραφα που προσκόμισαν οι απόντες εφεσίβλητοι", είναι - και αυτός - σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι και η φερόμενη αναιρετική αυτή πλημμέλεια, η οποία και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις της ως άνω παρ.2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Δικαστήριο της ουσίας, πέραν της αοριστίας του και για το λόγο ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα τα έγγραφα των απόντων εφεσιβλήτων τα οποία και λήφτηκαν - κατά τον αναιρεσείοντα - παρά το νόμο υπόψη.
VI. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το απαράδεκτο επιβάλλεται από διατάξεις που επιδιώκουν μόνο φορολογικούς σκοπούς (Ολ.ΑΠ 1331/1985). Επομένως, ο πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της άνω αγωγής διατάραξης της νομής λόγω μη προσκομιδής από τους "ενάγοντες - εφεσιβλήτους" πιστοποιητικού περί υποβολής της κατά νόμο δήλωσης φόρου κληρονομίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VII. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατ’ εκτίμησή του, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από τον αριθμό - όχι και 8 άλλα μόνο - 11 εις.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ειδικότερα τα αποδεικτικά μέσα των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα οποία αυτοί δεν προσκομίσαν νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, αφού έγινε με παραπομπή στις πρωτόδικες προτάσεις όχι όμως σε συγκεκριμένο μέρος τους, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Όπως προκύπτει από τις προτάσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη - 146/2012 - απόφαση, ήτοι των από 29.3.2011 του Ελληνικού Δημοσίου και των από 6.4.2011 των λοιπών αναιρεσιβλήτων, οι οποίες και προσκομίζονται (προφανώς από παραδρομή αναφέρονται προτάσεις των λοιπών αναιρεσιβλήτων για τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με ημερομηνοχρονολογία 6.11.2001 οι οποίες και δεν υπάρχουν, πάντως, στη δικογραφία), οι ήδη αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση τα αποδεικτικά τους μέσα με τις ως άνω προτάσεις τους και όχι με παραπομπή σε προτάσεις προηγούμενων συζητήσεων (βλ.
λ.χ. τις σελ. 30 έως 32 των προτάσεων του Ελληνικού Δημοσίου και την τελευταία σελ. των προτάσεων των λοιπών αναιρεσιβλήτων, όπου υπάρχει ρητή και συγκεκριμένη επίκληση των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από αυτούς εγγράφων). Επομένως, ο πρόσθετος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VIII. Η κύρια παρέμβαση, ως έχοντας η άσκησή της τα αποτελέσματα που έχει η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 81 παρ.2), μπορεί ως προς ένα των καθ’ ων να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν ως προς άλλο. Εξάλλου, η εκκρεμοδικία λήγει κατ’ αρχήν με την έκδοση οριστικής απόφασης, με την οποία λ.χ. απορρίπτεται αγωγή, κύρια παρέμβαση κ.λπ. ως απαράδεκτη. Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει - μετά την κατά παραδοχή της - από 26.5.2011 - έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου εξαφάνιση της 371/2000 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου) που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και εξέταση κατ’ ουσίαν της υπόθεσης την ένδικη (από 22.1.1991) αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος και την (από 8.8.2003) κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων 1) Π. συζ. Ι. Β. κ.α. καθ’ ό μέρος στρέφεται κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, να δεχθεί δε εν μέρει την κύρια παρέμβαση καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος και να μην την απορρίψει ως απαράδεκτη, ως έχοντας απορριφθεί προηγούμενη (από 17.5.2002) κύρια παρέμβαση τους ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25.10.2012 αίτησης του Δ. Φ. του Ι. για αναίρεση της 146/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και των πρόσθετων λόγων της ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη Ξ. χήρα Π. Ε..
Απορρίπτει την άνω, από 25.10.2012, αίτηση του Δ. Φ. του Ι. για αναίρεση της 146/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και των πρόσθετων λόγων της ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αμέσως πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο σε τριακόσια (300) ευρώ και για τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων αυτών σε δύο χιλιάδες τετρακόσια (2400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ