Legislator Case Law & Legislation
453/2014 AI generated

453/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 453/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Legislator headnote

AI generated

453/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 453 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 453/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Δ. του Θ., 2Μ. συζ. Ν. Δ., το γένος Γ. Χ. και 3Μ. Δ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καρέλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 498/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 872/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Μαΐου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Αντίθετα η συζήτηση ματαιώνεται κατά το άρθρ. 260 ΚΠολΔ, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη δίκη. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.γ'και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 575§1εδ.β' του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999? 12/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της αριθ. 872/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών προσδιορίστηκε, κατά το άρθρ. 568§§2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 18.2.2013, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Άγγελο Στεργιόπουλο δυνάμει του υπ' αριθ. .../15.2.2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Σαπφούς Παπαγιαβή, η δεύτερη αναιρεσίβλητη από το δικηγόρο Αθανάσιο Καρέλα δυνάμει του υπ' αριθ. .../14.10.2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Αθηνάς Ραβαζούλα, ενώ ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ήταν απών, παρόλο που αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της την παραπάνω δικάσιμο και κλήση να παραστεί κατ' αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτόν με παραγγελία του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στη δικογραφία υπ' αριθ. .../24.5.2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών … (άρθρ. 122§1, 123, 128§§1 - 3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά την αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 21.10.2013, κατά την οποία, όπως και πάλι προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν οι αναιρεσείοντες και ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου, ενώ παρέστη η δεύτερη αναιρεσιβλήτη, εκπροσωπούμενη από τον αυτόν ως άνω δικηγόρο.

Συνεπώς η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη μεταξύ των αναιρεσειόντων και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, κατά τα λοιπά, όμως, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί μεταξύ αυτών και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εφόσον δε οι αναιρεσείοντες παρέστησαν νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο της 18.2.2013, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, και η μεταφορά της υπόθεσης από τη δικάσιμο αυτή στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου της 21.10.2013 ισχύει, κατά τα προεκτεθέντα, ως κλήτευσή τους για τη δικάσιμο αυτή, πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. 2.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 872/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε την από 19.10.2005 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 498/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και αφού εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί ερήμην τους, απέρριψε ακολούθως την εναντίον τους από 25.5.2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί, ισχυριζόμενοι ότι εξαπατήθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους και αγόρασαν από αυτούς οικοδομή που ήταν επικίνδυνη από στατικής και δομικής πλευράς, ζήτησαν να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι αντίδικοί τους να τους καταβάλουν, νομιμοτόκως, τα αναγραφόμενα στην αγωγή τους χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

3. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993? 185/2004? 1503/2005? 832/2009? 574/2010).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993? 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002? 80/2004? 557/2004? 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995? 832/2009? 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010? ΑΠ 574/2010).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004? ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993? 597/2005? 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία, ωστόσο, το δικαστήριο πραγματοποίησε ή παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010? 1093/2011).

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι κατά την ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης με αντικείμενο την πώληση από τους αναιρεσιβλήτους στους αναιρεσείοντες μιας τριώροφης οικοδομής με το οικόπεδό της, στην οδό … αριθ.

…, στην πόλη της Πάτρας, παρέλειψε να εφαρμόσει, αλλιώς δεν εφάρμοσε σωστά, τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών κατά την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων σε σχέση με την περιεχόμενη στο υπ' αριθ. .../28.6.2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Κωνσταντίνου δήλωσή τους ότι "οι πωλητές...

πωλούν το ακίνητο στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα", με συνέπεια έτσι η απόφαση να δεχθεί εσφαλμένα ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν και αποδέχθηκαν κατά την σύναψη της ως άνω σύμβασης τη στατική και δομική ανεπάρκεια της οικοδομής, σε κάθε δε περίπτωση η απόφαση κατέληξε στην παραδοχή αυτή με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να λάβει υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Φ.

Τ., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου και του Εφετείου. Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, το κενό ή η ασάφεια που υποτίθεται ότι διαπίστωσε το Εφετείο στην ως άνω δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία και το σφάλμα στο οποίο συνακόλουθα υπέπεσε κατά την εφαρμογή ή αναλόγως μη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Ο ίδιος λόγος είναι και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αόριστος επίσης και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης και ούτε προσδιορίζουν ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να έχει, ώστε να μην είναι ανεπαρκώς κατά την άποψή τους αιτιολογημένη σε σχέση με την παραδοχή του Εφετείου ότι οι ίδιοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν κατά την σύναψη της σύμβασής τους με τους αναιρεσιβλήτους τη στατική και δομική ανεπάρκεια της οικοδομής που αγόρασαν από αυτούς.

Τέλος ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος σε σχέση με την αποδιδόμενη μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ρητά στην απόφαση διαβεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, επαληθεύεται δε η διαβεβαίωση αυτή από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, οι οποίοι εν τέλει, με πρόσχημα τις ως άνω πλημμέλειες, επιχειρούν στην πραγματικότητα να αμφισβητήσουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία των πραγμάτων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους αυτής, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη ως προς τους αναιρεσείοντες και τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων τη συζήτηση της από 19.5.2008 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 872/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την παραπάνω αίτηση ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ