Legislator Case Law & Legislation
453/2013 AI generated

453/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 453/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

453/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κατηγορία αυτή ταυτίζεται όμως με ταύτην του μονίμου υπαλλήλου" και ότι "η φύσις της οργανικής θέσεως του υπαλλήλου ως τακτικής ή μη είναι η μόνη η οποία έχει σημασία διά τον χαρακτηρισμόν ως μονίμου εκείνου του υπαλλήλου ο οποίος την κατέχει" και συνεπώς έπρεπε, κατά τον αναιρεσείοντα, να γίνει δεκτό το αίτημά του για κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθ. 4 § 8 ν. 2081/1992 προσδιορισμό της αποζημίωσής του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 453 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 453/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Θ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παναγιωτακόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Βαρδαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 718/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6596/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 25-11-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στα άρθ. 1 § 1 και 3 § 8 του ν. 2081/1992, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με τα άρθ. 19 § 1 και 21 ν. 3419/2005 αντίστοιχα, ορίζεται ότι "Τα Επιμελητήρια είναι υποχρεωτικές, αυτοτελείς και ανεξάρτητες ενώσεις φυσικών και νομικών προσώπων, που ασκούν εμπορική δραστηριότητα σε ορισμένη περιφέρεια, αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και τελούν υπό την κατασταλτική διαχειριστική εποπτεία του Υφυπουργού Εμπορίου (ως προς την νομιμότητα των πράξεών τους μέσα στα πλαίσια της παρεχομένης σ' αυτά αυτοτέλειας) ..." και ότι "Το προσωπικό των Επιμελητηρίων αποτελείται από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, από υπαλλήλους με θητεία, από υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και από προσωπικό με έμμισθη εντολή ...

Τα Επιμελητήρια μπορούν, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, να προσλαμβάνουν ειδικό επιστημονικό προσωπικό, καθώς και ειδικούς συμβούλους, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και να καθορίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής τους". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 4 § 8 του ίδιου νόμου, στο μόνιμο προσωπικό των Επιμελητηρίων, που αποχωρεί από την υπηρεσία για να συνταξιοδοτηθεί, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το σύνολο των τακτικών αποδοχών 3 μηνών, εφόσον συμπλήρωσαν 10ετή υπηρεσία στα Επιμελητήρια, ενώ για κάθε πρόσθετη πενταετή υπηρεσία, στην οποία περιλαμβάνεται και η υπηρεσία που διανύθηκε στο Δημόσιο ή σε άλλο ΝΠΔΔ, καταβάλλεται επιπλέον ένας μηνιαίος μισθός, η προβλεπομένη δε ως άνω αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους απολύονται λόγω κατάργησης θέσης ή πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας, έστω και αν δεν δικαιούνται σύνταξης.

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθ. 1, 3 § 1 εδ. α' και 52 § 1 εδ. α' του ΠΔ 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζεται ότι (α) η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, και για την κάλυψη οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού που προβλέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (β) η πρόσληψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου ή ορισμένου χρόνου που μπορεί να ανανεώνεται, από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, επιτρέπεται σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις που ειδικά προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις κάθε υπηρεσίας και (γ) η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολουμένου.

Τέλος, με τις διατάξεις του άρθ. 55 του ίδιου ως άνω ΠΔ προβλέπεται η αποζημίωση που δικαιούται το ως άνω προσωπικό που απασχολείται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για κάλυψη οργανικών θέσεων, λόγω απόλυσης από την υπηρεσία ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, κατά τις ειδικότερες και λεπτομερείς εκεί διακρίσεις, ανάλογα με την αιτία της απόλυσης και την υπαγωγή ή μη για την χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το ειδικό επιστημονικό προσωπικό που προσλαμβάνεται στα Επιμελητήρια με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, για την κάλυψη αντίστοιχων οργανικών θέσεων, διακρίνεται σαφώς από το απασχολούμενο με σχέση δημοσίου δικαίου μόνιμο προσωπικό τους, δηλ.

τους εργαζομένους σ' αυτό δημοσίους υπαλλήλους, για τους οποίους γίνεται ρητή και ειδική μνεία και διάκριση, από την άποψη του νομικού καθεστώτος που διέπει τις σχέσεις εργασίας τους. Στο πλαίσιο του διαφορετικού αυτού νομικού καθεστώτος για κάθε κατηγορία των ως άνω προσλαμβανομένων και απασχολουμένων στα Επιμελητήρια (μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων και ειδικού επιστημονικού προσωπικού) υπάρχει για το ειδικό επιστημονικό προσωπικό που έχει προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με ειδική ρύθμιση για την αποζημίωση που δικαιούται λόγω απόλυσης, διαφορετική από εκείνη που δικαιούται το μόνιμο προσωπικό που απασχολείται με σχέση δημοσίου δικαίου.

Επομένως, δεν υπάρχει νομοθετικό κενό ως προς την αποζημίωση που δικαιούνται λόγω απόλυσης οι προσλαμβανόμενοι στα επιμελητήρια ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ώστε να δικαιολογείται η αναλογική εφαρμογή άλλων διατάξεων και ειδικότερα εκείνων που ρυθμίζουν την αποζημίωση που δικαιούνται για τις αιτίες αυτές οι ανήκοντες στο μόνιμο προσωπικό.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 28-12-2005 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι προσληφθείς από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών) ως ειδικός επιστήμονας με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπηρέτησε επί εικοσαετία ως προϊστάμενος του αντιπροσωπευτικού γραφείου αυτού στις Βρυξέλλες, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του γραφείου αυτού και ανήκοντας στην πραγματικότητα στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, μέχρι την 28-9-1999, όταν το γραφείο αυτό καταργήθηκε με νόμο και ο ίδιος απολύθηκε αυτοδικαίως λόγω της κατάργησης της θέσης που κατείχε, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, μετά από περιορισμό του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος, ν' αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης που προβλέπεται για το μόνιμο προσωπικό του σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 4 § 8 ν. 2081/1992, εφαρμοστέα αναλογικά και σ' αυτόν, η οποία ανέρχεται σε 28.115 €.

Κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της αγωγής αυτής το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 6596/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 8-12-1978 ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΝΠΔΔ "Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών", ύστερ' από επιτυχία του σε πανελλήνιο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε απ' αυτό, στην οργανική θέση του Προϊσταμένου του "Αντιπροσωπευτικού Γραφείου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος" με έδρα τις Βρυξέλλες, ότι σύμφωνα με την σύμβαση αυτή οι αποδοχές του ενάγοντος συνίστανται, σύμφωνα με την 44581/8860/276-12/7/78 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εμπορίου και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 613) που εκδόθηκε κατά το άρθ. 5 ν.δ. 1198/1972, σε μισθό που καθορίζεται με απόφαση των ανωτέρω Υπουργών που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση του ίδιου ν.δ.

και σε επίδομα αλλοδαπής, ίσο προς το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις για τον Έλληνα εμπορικό ακόλουθο στις Βρυξέλλες, ότι με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων ασφαλίζεται υποχρεωτικά στο ΙΚΑ, άλλως το εναγόμενο υποχρεούται να τον ασφαλίσει σε Οργανισμό της επιλογής του, μέσα στις παρεχόμενες από το νόμο δυνατότητες, καθώς και ότι το εναγόμενο δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει την σύμβαση, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, εάν καταργηθεί το Γραφείο και η κατεχομένη απ' αυτόν θέση, ότι έκτοτε ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, στον προαναφερόμενο τόπο και με την πιο πάνω ιδιότητα έναντι των συμφωνηθεισών αποδοχών, μέχρι την 28-9-1999, όταν με το άρθ. 10 ν. 2741/1999 καταργήθηκε το ως άνω Γραφείο των Βρυξελλών και η αντίστοιχη θέση του Προϊσταμένου του Γραφείου αυτού που κατείχε ο ενάγων, συνεπεία δε αυτού ο ενάγων απολύθηκε αυτοδίκαια από την υπηρεσία του, κατά τα προβλεπόμενα στην σύμβασή του και το ΠΔ 410/1988, ότι σύμφωνα με τα γενόμενα ως άνω δεκτά ο ενάγων, έχοντας προσληφθεί και υπηρετήσει ως "ειδικός επιστήμονας" με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε αντίστοιχη οργανική θέση, κατά τα ειδικώς προβλεπόμενα για το προσωπικό αυτό από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΠΔ 410/1988, δεν ανήκε στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου και δεν εξομοιωνόταν με αυτό και κατά συνέπεια η αποζημίωση που δικαιούται λόγω απόλυσης από την υπηρεσία του καθορίζεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 55 του διατάγματος αυτού που αφορά το προσωπικό του Δημοσίου και ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι με βάση το άρθ. 4 § 8 ν. 2081/1992, που αφορά το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου που παρείχε την εργασία του με σχέση δημοσίου δικαίου, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 4 § 8 ν. 2081/1992, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν εφαρμοστέα ούτε αναλογικά. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ειδικότερα ότι ο ενάγων αναιρεσείων κατείχε "οργανικήν θέσιν υπαγόμενος εις την κατηγορίαν των τακτικών υπαλλήλων.

Η κατηγορία αυτή ταυτίζεται όμως με ταύτην του μονίμου υπαλλήλου" και ότι "η φύσις της οργανικής θέσεως του υπαλλήλου ως τακτικής ή μη είναι η μόνη η οποία έχει σημασία διά τον χαρακτηρισμόν ως μονίμου εκείνου του υπαλλήλου ο οποίος την κατέχει" και συνεπώς έπρεπε, κατά τον αναιρεσείοντα, να γίνει δεκτό το αίτημά του για κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθ. 4 § 8 ν. 2081/1992 προσδιορισμό της αποζημίωσής του.

Σημειώνεται ότι η αναφορά στον ερευνώμενο λόγο περί παραβίασης "και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών κ.λπ.", χωρίς άλλη εξειδίκευση, είναι εντελώς αόριστη και δεν είναι ικανή να θεμελιώσει αναιρετική πλημμέλεια από την διάταξη αυτή. Εξάλλου και σε συνέχεια με τα παραπάνω (α) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει την αναιρετική πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε "το δικάσαν Εφετείο σιγή αντιπαρήλθε" τους αποδειχθέντες ισχυρισμούς του ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου επί χρονικό διάστημα πέραν της 20ετίας, πράγμα "το οποίο προσέδωσεν εις αυτόν την ιδιότητα και τα πλεονεκτήματα του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν του αναιρεσείοντος, περιλαμβανόμενο στην αγωγή του, και τον απέρριψε κατ' ουσίαν εκ του πράγματος με παραδοχές αντίθετες προς αυτόν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 537/2012) (β) ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση "ενώ δέχεται στο διατακτικό ότι η εργασία του δεν υπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ενώ τούτο προκύπτει ...

από το σχετικό έγγραφο της Γενικής Γραμματείας του Υπουργείου Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης (βλ. ΔΙΠΙΔ/Β/5640/11.11.03) σύμφωνα με το οποίο εξομοιούται με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε η προαναφερθείσα απόφασις του ΑΠ" δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά "τα οποία να επιστηρίζουν την θέση της", πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, το περιεχόμενο της σχετικής απόφασης, τα ζητήματα που κρίθηκαν κατά την δίκη εκείνη με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, στην οποία προβάλλεται το δεδικασμένο, οι σχετικές παραδοχές της πληττόμενης με τον λόγο αυτόν αναίρεσης απόφασης του Εφετείου και τα περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης, ο τρόπος δηλ.

με τον οποίο παραβιάσθηκε συγκεκριμένα το δεδικασμένο (ΑΠ 1591/2007, 759/2006, 509/2002). Στην κρινομένη υπόθεση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από την διάταξη αυτή, κατ' εκτίμηση αυτού (και στον βαθμό που μπορεί να εκτιμηθεί), προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν δέχθηκε, όπως προτάθηκε ενώπιον αυτού, ότι υπάρχει δεδικασμένο για το προδικαστικό για την παρούσα δίκη ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως μονίμου δημοσίου υπαλλήλου, το οποίο προέκυπτε, κατ' αυτόν, από την 276/1993 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εκδοθείσα σε προηγηθείσα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία.

ΙΙΙ. Κατά τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα, δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 41/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης από την ως άνω διάταξη πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αναφέρεται, περιέχει αντιφατικές διατάξεις μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της, ειδικότερα δε "ενώ στο ιστορικό και σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης γίνονται δεκτοί οι πραγματικοί λόγοι των αξιώσεων του αναιρεσείοντος και γίνεται παραδοχή (ότι η) πραγματική φύσις της υπαλληλικής ιδιότητάς του ήταν η μονιμότητα και η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών ... στο διατακτικό ορίζεται άλλως και κατά παράβαση της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας σύμφωνα με τις οποίες δεν μπορεί να απολυθεί χωρίς τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το Σύνταγμα ... και το Διάταγμα περί απολύσεως που ρητά ορίζει ότι όσοι απολύονται δικαιούνται αποζημίωσης". Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδομένη στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια, δηλ. η αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον ερευνώμενο εδώ λόγο από την ως άνω διάταξη.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-5-2011 αίτηση του Α. Ι. Θ. για αναίρεση της 6596/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ