Legislator Case Law & Legislation
453/2010 AI generated

453/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 453/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

453/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έχει δε γίνει παγίως δεκτό, ότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 ο υπάλληλος δε στερείται το σύνολο των πλεονεκτημάτων από την εργασία. Η προστασία δηλαδή δεν περιορίζεται στο να μη θίγονται μόνο τα δικαιώματά του για αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 2112. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες σχέσεις χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών.

Keywords

AI generated
european System of Central Banks collective labor agreements agreements on social security employers' association european Free Trade Association european Training Foundation
AI generated
488/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20405/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3217/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Απριλίου 2004 αίτησή του.
1478/2006
Επειδή, με την από 16-1-2006 αίτησή της, το πρώτον ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), επικαλούμενη ότι ο αναιρεσείων ενάγων, υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, αποτελεί μέλος της πρωτοβάθμιας επιχειρησιακής συνδικαλιστικής οργανώσεως με την επωνυμία «Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας EFG EYROBANK- ERGASIAS A.E.", η οποία είναι μέλος της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας – ΟΤΟΕ", η οποία με τη σειρά της είναι μέλος αυτής (Γ.Σ.Ε.Ε.), που αποτελεί την αντιπροσωπευτικότερη τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων της χώρας.
1689/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 783/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7252/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι δύο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
362/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Των πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντων: 1.Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Εργατικού Κέντρου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (Ο.Τ.Ο.Ε), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο, οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο, ενώ για τον 4ο παραστάθηκε ο πρόεδρος του συλλόγου ..... , ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του το Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
1005/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 453 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 453/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2005 αγωγή και την από 24-10-2006 επιβοηθητική (συμπληρωματική) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2037/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2864/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το, προϊσχύσαν του Ν. 1876/1990, νομικό καθεστώς (αρθρ. 1 επ. Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν.Δ. 3755/1957), επέτρεπε κατ' εξαίρεση τη σύναψη ειδικών ΣΣΕ οι οποίες συνάπτονταν και σε τραπεζικές επιχειρήσεις ή τραπεζικά ιδρύματα, εφόσον οι μισθωτοί των επιχειρήσεων αυτών δεν υπάγονταν σε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ (αρθρ. 7 παρ. 1 περ.

δ, παρ. 5 Ν. 3239/1955). Υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955 καταρτίστηκε και ο Οργανισμός Κατάστασης προσωπικού Εθνικής Τράπεζας Επενδύσεων Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΕΒΑ), ο οποίος κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33700/1579/23-8-1978 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Εργασίας και είχε συμβατική ισχύ ως ειδική. Δεδομένου δε ότι δεν υπήρχε εθνική ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε.

η οποία να ρυθμίζει τον κανονισμό της πιο πάνω Τράπεζας (ΕΤΕΒΑ), καταρτίστηκε εγκύρως και δέσμευε την Τράπεζα αυτή και τους εργαζομένους της που ήταν, όλοι, μέλη του Συλλόγου του προσωπικού της. Ο ως άνω Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού της ΕΤΕΒΑ, οι όροι του οποίου συνιστούσαν νόμιμο και συμβατό προς το άρθρο 1 Ν. 3239/1955 αντικείμενο ρύθμιζαν κανονιστικά τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της ΕΤΕΒΑ καθ' όλη της διάρκεια ισχύος του Ν. 3239/1955, όσο και κατά το καθεστώς του διαδοχικά ισχύοντος Ν. 1876/1990 (αρθρ. 9 παρ. 4), υπό το οποίο συνέχισε να ισχύει "ως επιχειρησιακή" ΣΣΕ και σύμφωνα με τις διατάξεις του κρίνεται η λήξη της ισχύος της.

Με βάση το γενικό κανόνα που γινόταν δεκτός υπό το προϊσχύον δίκαιο - και υιοθετεί ο Ν. 1876/1990 με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 2 και 9 παρ. 4, 5 - από τη σύναψη της νέας ΣΣΕ ισχύουν οι όροι αυτής, και μόνο αυτής, χωρίς διάκριση αν είναι ευνοϊκότεροι ή δυσμενέστεροι από τους όρους της προηγούμενης ΣΣΕ, αφού οι όροι της προηγούμενης παύουν να ισχύουν όχι μόνο με βάση τον κανόνα lex posterior derogat legi priori, αλλά και από το γεγονός ότι η προηγούμενη ΣΣΕ καταργείται με την καταγγελία ή τη λήξη του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτής.

Για το λόγο αυτό γινόταν δεκτό υπό το καθεστώς του Ν. 3239/1955 ότι η άμεση εφαρμογή της νέας ΣΣΕ και συνεπώς και του νέου κανονισμού που συνάπτεται με ΣΣΕ επιβάλλει την αποκλειστική εφαρμογή τους. Ληξάσης της ισχύος της ΣΣΕ, αίρεται μεν ο χαρακτήρας των σχετικών αυτής όρων ως κανονιστικών και παύει η άμεση και αναγκαστική τούτων ενέργεια, οι υπ' αυτών όμως μέχρι τότε διεπόμενες ατομικές συμβάσεις εργασίας εξακολουθούν ισχύουσες όπως μέχρι τότε είχαν διαμορφωθεί υπό τούτων μέχρι της κατά κάποιο νόμιμο τρόπο λύσεώς τους ή της αντικαταστάσεώς τους δια νέας συλλογικής ρυθμίσεως, έστω και αν αυτή περιέχει όρους δυσμενέστερους των πρότερων ισχυόντων Ο ως άνω κανόνας βρίσκει ήδη έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 2 και 9 παρ. 4,5 του Ν. 1876/1990, ενόψει των οποίων και ιδίως της προβλεπόμενης από αυτές πλασματικής επιβίωσης των κανονιστικών όρων της ΣΣΕ για ένα εξάμηνο από την λύση της και στη συνέχεια, μετά την πάροδο του εξαμήνου, την επιβίωση των ιδίων όρων, ως κοινών ενοχικών όρων, πρέπει να γίνει δεκτή η προσωρινή ενσωμάτωση των άνω όρων στην ατομική σύμβαση μέχρι την τροποποίηση αυτών με νεώτερη ατομική συμφωνία ή με μεταγενέστερη ΣΣΕ.

Εξάλλου, σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως η τύχη των εργασιακών σχέσεων ρυθμίζεται από το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ΠΔ 572/1988 (και τώρα 4 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 178/2002), με το οποίο η ελληνική νομοθεσία προσαρμόστηκε στην Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (νυν Ε.Ε.) της 14-2-1977. Παράλληλα, ισχύουν οι περί προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 9 παρ. 1 του ΒΔ της 16/18-7-1920 και του άρθρου 8 του ΠΔ της 8-12-1928 (η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3239/1955 που κάλυπτε προβλήματα εφαρμογής συλλογικού δικαίου, καταργήθηκε μαζί με το Ν. 3239/55 από το Ν. 1876/90), οι οποίες είναι δημόσιας τάξης.

Έχει δε γίνει παγίως δεκτό, ότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 ο υπάλληλος δε στερείται το σύνολο των πλεονεκτημάτων από την εργασία. Η προστασία δηλαδή δεν περιορίζεται στο να μη θίγονται μόνο τα δικαιώματά του για αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 2112. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες σχέσεις χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών.

Με άλλα λόγια καθιερώνεται αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Συνακόλουθα διασώζεται η εργασιακή σχέση, καθ' όλο τα περιεχόμενό της και από την άποψη αυτή η διάταξη διασφαλίζει τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτέρευσης της θέσης του μισθωτού. Ειδική περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και διαδοχής εργοδοτών αποτελεί η συγχώνευση εταιρειών με απορρόφηση (αρθρ. 68 επ.

ΠΔ 498/87). Οι εργασιακές σχέσεις, όπως όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις που είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες δεν λύνονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, η οποία ως διάδοχος εργοδότης υποκαθίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των απορροφώμενων επιχειρήσεων ως δικαιοπαρόχων εργοδοτών.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΠΔ 572/1988, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφώμενων επιχειρήσεων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως, και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

Κατά συνέπεια, μετά την απορρόφηση εταιρείας από άλλη, η τελευταία υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από κανονισμό εργασίας, εκτός αν αυτός έπαυσε να ισχύει με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων και βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΕΒΑ) ως υπάλληλος με το βαθμό προϊσταμένου Διεύθυνσης και εξελίχθηκε έκτοτε στην ιεραρχία μέχρι το βαθμό του Διευθυντή.

Κατά την πρόσληψη του υπήχθη στον Οργανισμό Κατάστασης Προσωπικού της ΕΤΕΒΑ, ο οποίος προέβλεπε ότι η σύμβαση εργασίας του λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του και παρέμεινε ασφαλισμένος στο ΙΚΑ στο οποίο είχε ήδη ασφαλιστεί από 1-12-1978. Στη συνέχεια την αρχική εργοδότρια του απορρόφησε με συγχώνευση της με αυτή η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος που συντελέστηκε και ολοκληρώθηκε στις 20-12-2002, οπότε η τελευταία κατέστη διάδοχος εργοδότρια του.

Η συγχώνευση προς πλήρη ολοκλήρωση της προϋπέθετε επιχειρηματική, οργανική και λειτουργική σύγκλιση των δύο Τραπεζών. Μεταξύ των κυρίων τομέων που έχρηζαν σύγκλισης και ανανέωσης ήταν και ο εργασιακός, αφού το εργασιακό καθεστώς που ίσχυε στην ΕΤΕΒΑ ήταν διαφορετικό και απαιτείτο ενιαίο εργασιακό καθεστώς για την ευημερία του ενιαίου τραπεζικού οργανισμού που θα προέκυπτε από τη συγχώνευση.

Προτού ολοκληρωθεί η συγχώνευση, η αναιρεσίβλητη προχώρησε σε διαβουλεύσεις με τους νομίμους εκπροσώπους της ΕΤΕΒΑ και τους νομίμους εκπροσώπους της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 2 και 3 του ΠΔ 178/2002, με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας ως προς την "ομογενοποιηση" των όρων εργασίας του προσωπικού της με αυτούς του δικού της προσωπικού, όμως τέτοια συμφωνία δεν επετεύχθη προ της συγχώνευσης.

Στις 15-1-2003 η αναιρεσίβλητη ενεργούσα ως οιονεί καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας απ' αυτήν ΕΤΕΒΑ, κατήγγειλε τις από 31-5-1978, 9-11-1981 και 30-4-1985 Ειδικές ΣΣΕ, οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ της πρώην ΕΤΕΒΑ και του Συλλόγου Υπαλλήλων πρώην ΕΤΕΒΑ, και ταυτοχρόνως κάλεσε τον Σύλλογο των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας (ΣΥΕΤΕ) υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσωπευτικότερης συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της, σε διαπραγματεύσεις με αντικείμενο την κατάρτιση και υπογραφή Επιχειρησιακής ΣΣΕ σχετικά με η διαμόρφωση των όρων εργασίας του προερχόμενου από την πρώην ΕΤΕΒΑ προσωπικού της Τράπεζας.

Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν προσκλήθηκαν και συμμετείχαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων πρώην ΕΤΕΒΑ", οι οποίοι με το από 20-10-2003 Πρακτικό Συμφωνίας συμφώνησαν για τη σύναψη της Επιχειρησιακής ΣΣΕ, αποδεχόμενοι πλήρως το σύνολο των επιμέρους όρων της, όπως ακριβώς διατυπώνονται στην από 21-10-2003 Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., που υπογράφτηκε μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων.

Με τον όρο 13 παρ. 1 της άνω από 21-10-2003 ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "όσον αφορά τα ζητήματα προαγωγών, μεταθέσεων, τοποθετήσεων, μεταθέσεων, πειθαρχικού δικαίου και διαδικασίας λύσης της σχέσης εργασίας, καθώς και για κάθε άλλο ζήτημα το οποίο ρυθμίζεται διαφορετικά δια του παρόντος, από την ημερομηνία της συγχώνευσης και εφεξής θα ισχύουν για το προσωπικό της πρώην ΕΤΕΒΑ τα εν γένει ισχύοντα για το προσωπικό της ΕΤΕ", ενώ με την παράγραφο 1 των τελικών διατάξεων αυτής, ορίζεται ότι, "αντικαθίστανται εξ ολοκλήρου δια των ρυθμίσεων της παρούσας, καθώς και δια των ισχυόντων εν γένει για το προσωπικό της ΕΤΕ, ο Οργανισμός Υπηρεσίας της πρώην ΕΤΕΒΑ, οι από 31-5-1978, 9-11-1981 και 30-4-1985 ειδικές ΣΣΕ που είχαν συναφθεί μεταξύ της πρώην ΕΤΕΒΑ και της αντίστοιχης συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της".

Η πιο πάνω από 21-10-2003 ΕΣΣΕ δεν παύει να αποτελεί την οριζόμενη από το άρθρο 8 του ΠΔ 178/2002 συμφωνία και έλαβε τη μορφή ΣΣΕ, επειδή αυτή δεν επετεύχθη προ της συγχώνευσης, όπως ορίζεται από την άνω διάταξη. Έτσι στο μέτρο που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις για τους εργαζόμενους αποτελεί σύμβαση σε βάρος τρίτου, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και από τον εργαζόμενο ατομικά προκειμένου να ισχύσει και γι' αυτόν.

Για τον αναιρεσείοντα ίσχυαν αμέσως μετά την απορρόφηση της ΕΤΕΒΑ από την αναιρεσίβλητη και μέχρι την υπογραφή της από 21-10-2003 ΕΣΣΕ οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας του, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί στην προηγούμενη εργοδότρια του. Όπως αποδεικνύεται από την από 24-5-1982 σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με την πρώην ΕΤΕΒΑ, ο αναιρεσείων δεν είχε συμφωνήσει ρητά ότι η σύμβαση του θα έληγε μόλις συμπλήρωνε το 65° έτος της ηλικίας του, αλλά απλώς είχε αποδεχθεί τον οργανισμό Κατάστασης Προσωπικού της ΕΤΕΒΑ, ο οποίος όριζε το παραπάνω όριο και ο οποίος στο άρθρο 25 όριζε ότι οι διατάξεις του μπορούν να τροποποιηθούν οποτεδήποτε κατόπιν νομοθετικής επιταγής ή συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και του Συλλόγου των υπαλλήλων της.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι οι ρυθμίσεις του τότε Οργανισμού Κατάστασης Προσωπικού της ΕΤΕΒΑ είχαν καταστεί και περιεχόμενο της ατομικής του σύμβασης εργασίας είναι αβάσιμος, αφού οι όροι του προϊσχύσαντος Οργανισμού Κατάστασης προσωπικού της πρώην ΕΤΕΒΑ δεν αποτέλεσαν, ούτε αποτελούν όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας του, ούτε ενσωματώθηκαν σ' αυτή, ούτε εξάλλου αποδείχτηκε ειδική ατομική συμφωνία ότι οι κανονιστικοί όροι του Οργανισμού γίνονταν με τη βούληση των συμβαλλομένων περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του.

Κατά συνέπεια, η νεώτερη ΕΣΣΕ, που καταρτίστηκε ως άνω, αντικατέστησε και τροποποίησε την προγενέστερη (Οργανισμό τέως ΕΤΕΒΑ) και στις ρυθμίσεις αυτής υπάγεται ο αναιρεσείων, ο οποίος με την από 13-11-2003 αίτηση που υπέβαλε στην αναιρεσίβλητη, προκειμένου να του καταβάλει η τελευταία την προβλεπόμενη από το άρθρο 21 παρ. 5 του Οργανισμού Υπηρεσίας της πρώην ΕΤΕΒΑ αποζημίωση, την οποία ανέλαβε να καταβάλει η αναιρεσίβλητη στο σύνολο του προερχόμενου από την πρώην ΕΤΕΒΑ τακτικού προσωπικού, σύμφωνα με τον όρο 14 της ως άνω από 21-10-2003 ΕΣΣΕ, δήλωσε ότι έλαβε γνώση των όρων της εν λόγω επιχειρησιακής ΕΣΣΕ, τους οποίους αποδέχεται ρητά και ανεπιφύλακτα.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν έγιναν γνωστοί οι όροι της από 21-10-2003 ΕΣΣΕ, "ώστε να αποφασίσει ελευθέρως αν είναι προς το συμφέρον του ή αν οδηγεί σε απεμπόληση δικαιωμάτων του, θέση που είχε γίνει γνωστή εξ αρχής στην ΕΤΕ και δεύτερον έγινε παρεπιπτόντως και ουσιαστικά υπό το καθεστώς απειλής μη αποδόσεως προς αυτών υφισταμένων δικαιωμάτων του" είναι αβάσιμος.

Οι όροι του Οργανισμού Κατάστασης Προσωπικού της ΕΤΕΒΑ αποτέλεσαν όρους των ατομικών συμβάσεων των εργαζομένων της ΕΤΕΒΑ μόνο για όσο χρόνο οι συμβάσεις αυτές διέπονταν από τον ανωτέρω Οργανισμό Κατάστασης Προσωπικού (προσωρινή ενσωμάτωση) και έπαψαν να ισχύουν από τότε που καταρτίστηκε η νέα από 21-10-2003 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και την ρητή και ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων της από τον αναιρεσείοντα.

Συνεπώς, με την από 15-1-2003 καταγγελία του προϋφιστάμενου Κανονισμού της πρώην ΕΤΕΒΑ από την αναιρεσίβλητη και την κατά νόμο σύναψη της από 21-10-2003 νέας επιχειρησιακής ΣΣΕ με την αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση των υπαλλήλων της με την οποία θεσπίστηκε νέος Οργανισμός για όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό της τράπεζας το προερχόμενο από την πρώην ΕΤΕΒΑ, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε ο Οργανισμός Προσωπικού της πρώην ΕΤΕΒΑ και η νέα επιχειρησιακή ΣΣΕ αφορά και δεσμεύει όλους τους μισθωτούς της Τράπεζας αυτής.

Οι διατάξεις δε του παλαιού Οργανισμού στις οποίους ο αναιρεσείων στηρίζει τις αξιώσεις του έχουν καταργηθεί. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι η από 24-10-2006 ένδικη αγωγή με την οποία αναιρεσείων ζητεί, βάσει της από 24-5-1982 σύμβασης εργασίας του, του Οργανισμού Κατάστασης προσωπικού της ΕΤΕΒΑ, του άρθρου 10 του ΠΔ 178/2002 και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου της 12-3-2001, να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή του σχέση με την αναιρεσείουσα δεν λύεται πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του και ότι η τελευταία υποχρεούται να τον διατηρήσει στην υπηρεσία μέχρι 1-1-2009 οπότε συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ευθέως ή εκ πλαγίου, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στην κρινόμενη υπόθεση και αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-6-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 2864/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ