Legislator Case Law & Legislation
453/2008 AI generated

453/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 453/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

453/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την μεταγραφήν των οριστικών τίτλων κυριότητος (παραχωρητηρίων) επιτρέπεται η διόρθωσις ή ακύρωσις τούτων δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχου συνεπεία των δια της προηγουμένης παραγράφου επερχομένων διορθώσεων των κτηματολογικών στοιχείων ή εφ' όσον διαπιστωθή, ότι οι τίτλοι ούτοι δεν ανταποκρίνονται εις τα οικεία κτηματολογικά στοιχεία ή εξεδόθησαν παρά αναρμόδιας αρχής..." (παρ. 2).

Keywords

AI generated
reversionary heir appointment official change of surname real estate transfer legacy of property of another previous legal status acquisition of possession
AI generated
1609/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1136/1990, 114/2005 μη οριστικές, 865/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1316/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1873/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
727/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
1177/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5069/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4549/2009 του Εφετείου Αθηνών.
1350/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 453 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 453/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1, και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6 και 7. Ψ7 . Οι 2ος, 4ος, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεομένη Καραντζά και οι 1η, 3ος και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και με την από 1-4-1995 ανταγωγή δια των προτάσεων των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σοφάδων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 23/1995 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, 18/1996 προδικαστική, 142/1997 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και 318/2000 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2000 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 891/2002, 1527/2004 και 1528/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 28-8-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 18-9-2001 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Φιλιππάτου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο 'Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσαγόμενες ...., ....., ...., ..... και ....., ..... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ......., αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1, Ψ3 και Ψ5. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά ην εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία των, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 674/1977, "από της κατά το άρθρον 15 του παρόντος κυρώσεως του αναδασμού, το Δημόσιον απαλλάσσεται πάσης υποχρεώσεως, έναντι παντός αξιούντος δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, δυναμένου τούτου να διεκδίκησει μόνον το αντί της αποζημιώσεως παραχωρηθέν κτήμα και μόνον κατά του εγγεγραμμένου εις τον κτηματολογικόν πίνακα ως δικαιούχου αυτού".

Ακόμη, κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, "μετά την κύρωσιν του αναδασμού ο οικείος Νομάρχης, δι' αποφάσεώς του, εκδιδομένης μετά γνώμην Τριμελούς Επιτροπής..., προβαίνει εις την διόρθωσιν των κτηματολογικών στοιχείων του αναδασμού εις τας κάτωθι περιπτώσεις : α) συνεπεία αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, β) συνεπεία αντικείμενης εις τον Νόμον ή εσφαλμένης καταχωρίσεως, εφ' όσον το τελευταίον τούτο προκύπτει κατ' αναμφισβήτητον τρόπον εκ της όλης διαδικασίας του αναδασμού, γ) επί διαπιστώσεως τεχνικών σφαλμάτων, όσον αφορά τα όρια και το εμβαδόν του αγροτεμαχίου (παρ.1).

Μετά την μεταγραφήν των οριστικών τίτλων κυριότητος (παραχωρητηρίων) επιτρέπεται η διόρθωσις ή ακύρωσις τούτων δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχου συνεπεία των δια της προηγουμένης παραγράφου επερχομένων διορθώσεων των κτηματολογικών στοιχείων ή εφ' όσον διαπιστωθή, ότι οι τίτλοι ούτοι δεν ανταποκρίνονται εις τα οικεία κτηματολογικά στοιχεία ή εξεδόθησαν παρά αναρμόδιας αρχής..." (παρ. 2).

Εκτός της περιπτώσεως αντιγραφικών σφαλμάτων, η κατά την προηγουμένην παράγραφαν διόρθωσις ή ακύρωσις των τίτλων αποκλείεται εφ' όσον θίγονται δικαιώματα τρίτων νομίμως κτηθέντα ή παρήλθε τριετία από της μεταγραφής των (παρ. 3). "Αποκλειόμενης της διορθώσεως ή ακυρώσεως των τίτλων κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα πας αξιών δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματον δικαίωμα δικαιούται μόνον αποζημιώσεως παρά του υπέρ ου εξεδόθη το παραχωρητηριον (παρ. 4)".

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 33 του ίδιου νόμου, "εκδοθείσαι προ της ισχύος του παρόντος αποφάσεις περί διενεργείας αναδασμού παραμένουν ισχυραί (παρ.1). Ο παρών Νόμος, πλην των διατάξεων των άρθρων 25, 28 και 29 αυτού, δεν έχει εφαρμογήν εις περιοχάς δια τας οποίας εξεδόθη προ της δημοσιεύσεως του, η περί διενεργείας του αναδασμού απόφασις, εφαρμοζομένων ως προς τας περιοχάς ταύτας των διατάξεων της προϊσχυούσης περί αναδασμού νομοθεσίας.

Η μετά την κύρωσιν διόρθωσις των κτηματολογικών στοιχείων και η έκδοσις παραχωρητηρίων ενεργείται εις πάσαν περίπτωσιν κατά τας διατάξεις του παρόντος. Η εν άρθρω 22 πα ρ. 3 τριετής προθεσμία δια τα μεταγραφέντα προ της δημοσιεύσεως του παρόντος παραχωρητήρια άρχεται από της ισχύος αυτού (παρ.2)". Εξάλλου, με τον α.ν. 821/1948, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.

δ. 1110/1949, τροποποιήθηκε με το ν. 2258/1952, το ν. δ. 3621/1956 και το ν. δ. 3958/1959 και καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ. α' του ν. 674/1977, ορίζονταν με τα άρθρα 7 και 8 αυτού, εκτός άλλων, και τα εξής : "Από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κατά το άρθρον 6 αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας η κυριότης των κατά την αναδιανομήν δημιουργηθέντων κτημάτων περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους εν τω κυρωθέντι κτηματολογικώ πίνακι αναγεγραμμένους ως δικαιούχους αυτών, αποσβεννυμένου αυτοδικαίως επίσης του δικαιώματος κυριότητος επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων.

Πάντα τα τυχόν εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα άτι να υφίσταντο επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων θεωρούνται αυτοδικαίως αποσβεσθέντα από της κατά το άρθρον 6 δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας περί κυρώσεως της αναδιανομής και έκτοτε αυτοδικαίως ανασυσταθέντα επί των αντί τούτων δια της αναδιανομής δημιουργηθέντων κτημάτων. .." (άρθρο 7 παρ. 1 και 2). "Το Δημόσιον, εκδίδον τα παραχωρητήρια ταύτα, απαλλάσσεται πάσης υποχρεώσεως έναντι παντός αξιούντος δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματον δικαίωμα, δυναμένου τούτου να διεκδίκηση μόνον το αντί της αποζημιώσεως παραχωρηθέν κτήμα και μόνον κατά του υπέρ ου εξεδόθη το παραχωρητήριον" (άρθρο 8 παρ. 2).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο αναδασμός έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 674/1977, δηλαδή πριν από την 1-9-1977 (άρθρο 35 του νόμου αυτού) και παρήλθε τριετία από την τελευταία χρονολογία (1-9-1977), αναφορικά με τα παραχωρητήρια που μεταγράφηκαν πριν από τη χρονολογία αυτήν, η τριετία από τη μεταγραφή των παραχωρητηρίων, αναφορικά με εκείνα που μεταγράφηκαν μετά τη χρονολογία αυτήν, καθένας που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο που έχει υπαχθεί σε αναδασμό, δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο και δεν έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει το ακίνητο που παραχωρήθηκε κατά την αναδιανομή, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του α.ν. 821/1948, προς την οποία άλλωστε είναι παρεμφερής και η παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 4 του ν. 674/1977 (Ολ.

Α. Π. 6/1991). Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 του Α.Κ., κάθε εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου, υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού. Εφόσον όμως δεν τάσσεται στο νόμο προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η μεταγραφή του οικείου συμβολαίου, αυτή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και παράγει έκτοτε πλήρη τα αποτελέσματα της, αρκεί μόνο να μην προηγηθεί αυτής για το ίδιο ακίνητο άλλη μεταγραφή τίτλου μεταβιβαστικού της κυριότητας υπέρ τρίτου προσώπου.

Επομένως αυτή μπορεί να γίνει και μετά το θάνατο εκείνου που μεταβίβασε την κυριότητα και δη τόσο πριν από την αποδοχή της κληρονομιάς αυτού από τον κληρονόμο του όσο και μετά την αποδοχή αυτήν, ακόμη και μετά τη μεταγραφή, κατά το άρθρο 1193 Α.Κ., της δηλώσεως του κληρονόμου για αποδοχή της κληρονομιάς, γιατί ο κληρονόμος αυτός δεν αποκτά έναντι εκείνου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση μεγαλύτερα δικαιώματα από εκείνα που είχε εκείνος που κληρονομήθηκε.

Προς την εκδοχή δε αυτή δεν αντίκειται ούτε η διάταξη του άρθρου 1033 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η κτήση ακινήτου με σύμβαση, αλλ' ούτε και η διάταξη του άρθρου 1199 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία.

Και αυτό γιατί με την τελευταία διάταξη (του άρθρου 1199), που συνάδει προς τη με το άρθρο 1846 Α.Κ. καθιερούμενη αυτοδίκαιη κτήση της κληρονομιάς από τον κληρονόμο μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198, σκοπήθηκε από το νομοθέτη να παρασχεθεί προστασία στον κληρονόμο και στον κληροδόχο έναντι τρίτων προσώπων και όχι η από αυτούς με τη διαδοχή κτήση δικαιωμάτων μεγαλύτερων από εκείνα που είχε ο ίδιος ο κληρονομούμενος.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του {άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ :

Η Γ1 είχε στην κυριότητα της τα εξής ακίνητα : 1} ένα δωμάτιο της οικίας που βρίσκεται στους ..... Καρδίτσας στην οδό ......, 2) ένα κατάστημα που βρίσκεται στην ίδια οικοδομή κάτω από το ανωτέρω δωμάτιο με αναλογία ποσοστού 22,5% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο πάνω στο οποίο υπάρχει η οικοδομή, 3) αγρό κείμενο στη θέση .....

της κτηματικής περιφέρειας Σοφάδων έκτασης 8 στρεμμάτων, 4) αγρό κείμενο στη θέση ..... - .... της ίδιας κτηματικής περιφέρειας έκτασης τεσσάρων στρεμμάτων, 5) αγρό κείμενο στη θέση .... της ίδιας περιφέρειας έκτασης 1.000 τετραγωνικών μέτρων, 6) αγρό κείμενο στη θέση .... έκτασης 1.600 τετραγωνικών μέτρων, 7) αγρό κείμενο επίσης στη θέση .....

έκτασης 2,5 στρεμμάτων, 8) αγρό κείμενο στη θέση ... έκτασης 4 στρεμμάτων και 9) αγρό κείμενο στη θέση ...... έκτασης 2.400 τετραγωνικών μέτρων. Αυτή με το ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σοφάδων Αριστ. Κόκκαλη μεταβίβασε με αιτία τη δωρεά την ψιλή κυριότητα των ανωτέρω ακινήτων στους αναιρεσείοντες στην από 1-10-2000 αίτηση αναιρέσεως, οι οποίοι μετέγραφαν το δωρητήριο συμβόλαιο στις 3-2-1993.

Οι αγροί που προαναφέρθηκαν εισφέρθηκαν στον αναδασμό του αγροκτήματος της περιοχής ......, που έγινε το 1974 και κυρώθηκε με την Γ/7705/28-6-1977 απόφαση του Νομάρχη Καρδίτσας, που δημοσιεύθηκεστο ΦΕΚ 693 Β/21-7-1977, από την Αρτέμιδα Δικάρου ηοποία εξακολουθούσε να έχει την πλήρη κυριότητα λόγω μημεταγραφής του δωρητηρίου συμβολαίου από τους ως άνωαναιρεσείοντες και έλαβε το ....

τεμάχιο αγρού έκτασης1 3.200 τετραγωνικών μέτρων και το ..... τεμάχιο αγρούέκτασης 3.720 τετραγωνικών μέτρων. Για την παραχώρησηαυτήν εκδόθηκε στο όνομα της το ........ παραχωρητήριο της Νομαρχίας Καρδίτσας, που μεταγράφηκε στις ..... στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σοφάδων. Στις 27-4-1978 απεβίωσε η Γ1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τουςαναιρεσιβλήτους στην ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά και μετέγραψαν στις 27-12-1994 τις ..., ....

και ..... δηλώσεις αποδοχής της κληρονομιάς

που συντάχθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Σοφάδων Αντωνίου - Αριστοτέλη Κόκκαλη. Μετά το θάνατο της Γ1 τα προαναφερόμενα ακίνητα που προέκυψαν από τον αναδασμό, καθώς και τα αστικά ακίνητα κατέχουν οι ως άνω αναιρεσείοντες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε: α) Ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν δικαίωμα διεκδικήσεως των αγρών που προήλθαν από τον αναδασμό, γιατί παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου (19-5-1987) μέχρι την άσκηση της ένδικης ανταγωγής αυτών, καθώς και ότι οι ίδιοι αναιρεσείοντες από και με τη μεταγραφή του δωρητηρίου συμβολαίου (3-2-1993) έγιναν συγκύριοι, καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, των ανωτέρω αστικών ακινήτων.

Και β) ότι ο πρώτος αρχικός ενάγων (........), στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι, υπό την ιδιότητα τους ως συγκληρονόμων εξ αδιαθέτου της Γ1, των προαναφερόμενων αγρών που προήλθαν από τον αναδασμό, δικαιούμενοι έτσι σε διεκδίκηση αυτών.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ' αριθ. 142/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που είχε δεχτεί τα ίδια. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 21,22 και 35 του ν. 674/1977, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1198 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με όσα στο πρώτο τμήμα της προτασσόμενης σκέψεως διαλαμβάνονται και με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν τους αγρούς που παραχωρήθηκαν κατά την αναδιανομή με τον αναδασμό, ακριβώς διότι παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου μέχρι την άσκηση της ένδικης ανταγωγής τους, έστω^ και αν τα κτήματα αυτά δημιουργήθηκαν κατά την αναδιανομή των κτημάτων που είχαν δωρηθεί στους εν λόγω αναιρεσείοντες.

β) Δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 1033,1193 και 1199 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με όσα στο δεύτερο τμήμα της προτασσόμενης σκέψεως διαλαμβάνονται και με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι οι ίδιοι από και με τη μεταγραφή του δωρητηρίου συμβολαίου έγιναν συγκύριοι, καθένας κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, των ανωτέρω αστικών ακινήτων, τα οποία δεν είχαν υπαχθεί στον αναδασμό.

Και γ) δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αναφορικά με το ζήτημα της εκ μέρους των ίδιων αναιρεσειόντων κτήσεως, λόγω δωρεάς, της συγκυριότητας (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από καθέναν από αυτούς) των προαναφερόμενων αστικών ακινήτων, αφού διέλαβε σ' αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την κρίση του επί του εν λόγω ζητήματος.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων. Ενόψει αυτών: Ο μοναδικός λόγος της από 1-10-2000 αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, των διατάξεων των άρθρων 21,22 και 35 του ν. 674/1977, καθώς και της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του, του άρθρου 23 του ν. 674/1977, δηλαδή λόγος αναιρέσεως επίσης από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο, κρίνοντας επί του ζητήματος αν οι στην ως άνω αίτηση αναιρέσεως αναιρεσείοντες έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν τα ακίνητα που παραχωρήθηκαν κατά την αναδιανομή, ασχολήθηκε με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου ή, έστω, παρέλειψε να ασχοληθεί, όπως δεν θα έπρεπε, με την εφαρμογή ή μη των διατάξεων αυτών, ενώ το δικαστήριο εκείνο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να κρίνει επί του προαναφερόμενου ζητήματος, ούτε ασχολήθηκε με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, αλλ' ούτε και χρειαζόταν να ασχοληθεί, αφού με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζονται θέματα (ατελειών κλπ.), που δεν έχουν σχέση με την κρινόμενη υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2000 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 318/2000 αποφάσεως του Εφετέιου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ