Legislator Case Law & Legislation
452/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment as inadmissible due to factual re-evaluation.

Case Number 452/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the Kalamata Court of First Instance's judgment in a debt restructuring case. The appellant argued that the lower court erred in finding the debtor insolvent and that the debt was not acquired through fraudulent means. The court rejected these claims as inadmissible because they required a re-evaluation of facts and evidence, which falls within the exclusive jurisdiction of the trial court under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals challenging the factual findings, reasoning, or evidence analysis of the court of first instance are inadmissible as they constitute an attack on the unappealable judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal factual re-evaluation debt restructuring insolvency proceedings fraudulent acquisition code of civil procedure unappealable judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 452 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 452/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 4ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 1ος, 2η, 3η και 5η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αίτηση και τις από 25-7-2014 και 11-12-2014 προσεπικλήσεις του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκαν με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου και με τις προτάσεις κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις των 4ου και 5ης των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 4ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9.7.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 98/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.ΠολΔικ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ερήμην της (και σήμερα απολειπόμενης) πέμπτης των εφεσιβλήτων και ήδη πέμπτης των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την ανωτέρω ερήμην δικασθείσα ανώνυμη εταιρία.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός εκ των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δικ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αναιρέσεως η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα, αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.Α.Π. 11/1998, Α.Π. 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 12/2011, πρβλ.

επίσης Α.Π. 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση, που επιτρεπτό επισκοπείται για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει, ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της πέμπτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ.

σελ. 2 και 3 αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 1-2-2017, κατά την οποία ανεβλήθη για τη δικάσιμο της 4.10.2017, ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Επομένως ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία (εφόσον αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθ' όσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δικ.

και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμούς 4600Γ/7-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας Φ.

Β., 1 1920Δ'/30-8-2021, 1 1915Δ', 11916Δ' και 11917Δ/26-8-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Πειραιά Ν. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, πιστώτρια του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 9-7-2020 (αριθμ.

εκθ. Καταθ. 6/13-7-2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (19-11- 2021), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της επισπεύδουσας αναιρεσείουσας, στους πρώτο (αιτούντα- δανειολήπτη), δεύτερη, τρίτη και πέμπτη αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες (καθ' ων η αίτηση -πιστωτών του πρώτου αναιρεσίβλητου, αναγκαίων ομοδίκων της αναιρεσείουσας), κατά τα άρθρα 769 εδάφ.

β' και 762 ΚπολΔ. Κατά συνέπειαν, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η κρινόμενη από 9-7-2020, αίτηση αναίρεσης κατά της 98/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί εφέσεως κατά της 744/2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Και ναι μεν η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15-6-2018, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 13-7-2020, πλην όμως δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης) η διετής προθεσμία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4690/2020 (Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων, μετά την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19), στην οποία ορίζεται ότι : "1.

Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία....". Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, η διετής προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αναιρέσεως, που άρχιζε την 16-6-2018 (επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως), και έληγε στις 16-6- 2020, διεκόπη στις 13-3-2020 και συνεχίσθηκε εκ νέου στις 31-5-2020, οπότε υπολειπόταν χρονικό διάστημα ογδόντα (80) ημερών για να συμπληρωθεί αυτή (η ως άνω διετής προθεσμία), η οποία, συνακόλουθα, συμπληρωνόταν στις 4-9-2020.

Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔικ).

Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως κατ' άρθρα 323 και 340 Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).

Εξάλλου, ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στην ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση δε οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (Α.Π. 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχωρήσεως ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος έστω και αν το δάνειο του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στην ρύθμιση του ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της συντάξεώς του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη.

Περαιτέρω, όπως έχει εκτεθεί ήδη, για να υπαχθεί οφειλέτης στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 εδ. α' του ν. 3869/2010, να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ορθότερα δε θα πρέπει κατά την κατάθεση της αίτησής του να υπάρχει έστω και μια ληξιπρόθεσμη οφειλή του προς κάποιον πιστωτή.

Ο νομοθέτης θέσπισε την ανωτέρω προϋπόθεση, έχοντας κατά νου, το συνήθως συμβαίνον, δηλαδή τη δυνατότητα του οφειλέτη δανείου να διακόψει οποτεδήποτε την καταβολή των συμφωνημένων δόσεων προς τον πιστωτή του, δημιουργώντας έτσι ληξιπρόθεσμες οφειλές, όταν διαπιστώσει ότι δεν αρκούν για τις βιοτικές ή οικογενειακές του δαπάνες τα χρήματα που του απομένουν από τα έσοδα του.

Ωστόσο, η αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών, ως προϋπόθεση ρύθμισης των οφειλών του, δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης με βάση τα εισοδήματά του δύναται μεν ή εξαναγκάζεται να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του, αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του. Η εξόφληση των πιστωτών με αδυναμία ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών αυτού (οφειλέτη).

Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η διατήρηση ενός στοιχειώδους επιπέδου αντιμετώπισης των οφειλετών επιβάλλουν να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί μεν των σύνολο των οφειλών του, διαθέτοντας μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Διαφορετική αντιμετώπιση θα πρότασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμα και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το σκοπό, αλλά και το γράμμα του ν. 3869/2010. Έτσι, η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής δεν πρέπει να θεωρηθεί απαραίτητη, σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου, και όταν εν ενεργεία δημόσιος υπάλληλος ή συνταξιούχος έχει λάβει δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) εξοφλητέο σε τοκοχρεολυτικές δόσεις και συμφώνησε προς εξόφλησή του να εκχωρήσει στο Ταμείο, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του νόμου, ποσοστό από το μηνιαίο μισθό ή τη σύνταξή του.

Και τούτο επειδή σ' αυτή την περίπτωση ο οφειλέτης, ακόμα και αν βρίσκεται αναμφισβήτητα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, δεν θα έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Ταμείο, παρά μόνο αν απολέσει την εργασία του ή μειωθεί ο μισθός ή η σύνταξή του τόσο πολύ, ώστε το παρακρατούμενο ποσοστό τους να είναι μικρότερο από τη συμφωνηθείσα δόση του δανείου.

Για το λόγο τούτο στις προαναφερόμενες περιπτώσεις δεν απαιτείται η ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ταμείο κατά την κατάθεση της αίτησης. Αρκεί μόνο να αποδειχθεί κατά τη συζήτηση ότι ο οφειλέτης του δανείου βρίσκονταν κατά την κατάθεση της αίτησης σε μόνιμη αδυναμία να καταβάλει τις συμφωνημένες δόσεις του δανείου του, με την έννοια ότι το εισόδημα που του απέμενε μετά τη συμφωνηθείσα παρακράτηση της δόσης του από το μισθό ή τη σύνταξή του, δεν ήταν αρκετό για την κάλυψη των βιοτικών ή οικογενειακών αναγκών του.

Το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών του αιτούντος συνεπώς κατά την κατάθεση της αίτησής του, δεν εμποδίζει την ευδοκίμηση αυτής. Έτι περαιτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσης του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Εξάλλου, από τη διατύπωση της προεκτεθείσας διατάξεως της παρ. 1 εδαφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων (π.χ. εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κλπ).

Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 550/2018, 1361/2013, 1266/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο λόγους της αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση την αιτίαση ότι παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - αιτών: α) αφενός, περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεώς του (Ιούνιο του 2012) για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 είχε ληξιπρόθεσμα χρέη και, επομένως, είχε περιέλθει πράγματι σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του και β) αφετέρου, περιήλθε στην ως άνω κατάσταση (αδυναμίας πληρωμών) άνευ δόλου, δεδομένου ότι χωρίς αιτιολογία, απέρριψε την σχετική ένσταση ενδεχόμενου δόλου, που είχε προτείνει η δικαιοπάροχός της (Eurobank Ergasias).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 98/2018 απόφαση του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών είναι 44 ετών (γεννηθείς στις ...), υπηρετεί στην ... με το βαθμό του ..., έχει δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας σήμερα 8 και 9 ετών, ενώ βρίσκεται πλέον σε διάσταση με τη σύζυγο του και διαμένει στην …, όπου έχει μετατεθεί από την υπηρεσία του, σε δωμάτιο που του παρέχεται δωρεάν στις εστίες ..., συνεπώς, όπως ο ίδιος δηλώνει, δε βαρύνεται αυτή τη στιγμή με λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες μίσθωσης κατοικίας, βαρύνεται όμως με την υποχρέωση καταβολής ποσού 500 ευρώ μηνιαίως στα ως άνω ανήλικα τέκνα του, τα οποία διαμένουν με την εν διαστάσει σύζυγο του.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους, κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης. Ειδικότερα, είχε συνάψει τις κάτωθι συμβάσεις:

Α) Με την Τράπεζα "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", της οποίας ειδική διάδοχος είναι η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με υπόλοιπο οφειλής 48.424,30 ευρώ, Β) με τη δεύτερη εφεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με υπόλοιπο οφειλής 5.032,92 ευρώ, Γ) με το ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" την από 8-4-2009 και με αριθμό λογαριασμού .../00 δανειακή σύμβαση, με υπόλοιπο οφειλής 14.679,18 ευρώ, Δ) με την τραπεζική εταιρεία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδας ΑΤΕ" και ήδη, κατόπιν συγχώνευσης "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ": 1) την υπ'αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου με υπόλοιπο οφειλής 1 1.587,90 ευρώ, στην οποία είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτης, 2) την την υπ' αριθμ. 9201960216894 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με υπόλοιπο οφειλής 37.977,09 ευρώ, 4) την υπ'αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, με υπόλοιπο οφειλής 46.507,01 ευρώ, 5) την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, με υπόλοιπο οφειλής 60.361,01 ευρώ, 6) την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, με υπόλοιπο οφειλής 7.837,56 ευρώ, στις οποίες έχει συμβληθεί ως εγγυητής και Ε) με την πέμπτη εφεσίβλητη Τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία " ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" την υπ' αριθμ. ... δανειακή σύμβαση, στην οποία έχει συμβληθεί ως εγγυητής, με υπόλοιπο οφειλής 43.172,99 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 315.458,81 ευρώ.

Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η ένταξη και της εγγύησης ως χρέους στη διαδικασία του Ν. 3869/2010 είναι απαραίτητη, τόσο για την προστασία των πιστωτών όσο και του οφειλέτη στα πλαίσια της συλλογικής διευθέτησης της κατάστασης του οφειλέτη. Ο οφειλέτης προστατεύεται από την ένταξη της εγγύησης, ανεξαρτήτως αν ο πρωτοφειλέτης καταβάλλει, καθώς το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3869/2010 αναφέρεται σε άπαξ απαλλαγή.

Αν ο οφειλέτης δεν εντάξει και αυτήν την απαίτηση στη διαδικασία και ο πρωτοφειλέτης κάποια στιγμή σταματήσει την ικανοποίηση του πιστωτή, ο τελευταίος θα κινήσει τη διαδικασία ικανοποίησής του κατά του εγγυητή, χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να εντάξει πλέον την εγγύηση σε κάποια διαδικασία. Η παραπάνω δυνατότητα ένταξης και της εγγύησης αποτελεί δικαστική προστασία που εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 69 παρ.

ε' και στ' του ΚΠολΔ. Το δε γεγονός ότι τούτο εξυπηρετείται και ως εκ τούτου δεν είναι ληξιπρόθεσμο και επομένως δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στη ρύθμιση δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. 2 του ν. 3996/201 1, στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών των φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα μπορούν να συμπεριληφθούν όλες οι οφειλές, ληξιπρόθεσμες και μη.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί εάν ο οφειλέτης-αιτών βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμής. Περαιτέρω, σχετικά με τη διαχρονική εξέλιξη των εισοδημάτων του εκκαλούντος, όπως προκύπτουν από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τα σημειώματα αποδοχών του, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Το έτος 2010 το μηνιαίο εισόδημά του ανερχόταν σε 1.428 ευρώ, του έτος 2011 σε 1.307 ευρώ, το έτος 2012 σε 1.311 ευρώ, το έτος 2013 σε 1.208 ευρώ, το έτος 2014 σε 1.261 ευρώ, το έτος 2015 σε 1.297 ευρώ, το έτος 2016 σε 1.298 ευρώ και κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση έφεσης σε 1.1 53,98 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο φύλλο μισθοδοσίας το μηνός Οκτωβρίου 2017).

Από την προαναφερόμενη αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων του από το 2010 και εφεξής (δεν προσκομίζονται αντίστοιχες βεβαιώσεις αποδοχών ή εκκαθαριστικά σημειώματα προηγουμένων ετών, προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν μεγαλύτερες περικοπές), η μείωση δε των εισοδημάτων του, δεδομένης της γενικότερης δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας δεν διαφαίνεται να αναστρέφεται συντόμως, ώστε να δημιουργείται προσδοκία αύξησης των εισοδημάτων του στο μέλλον, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί σταδιακά και η οικονομική δυνατότητα του ίδιου να εξυπηρετεί τα δάνειά του (είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής των δανείων της εν διαστάσει πλέον, συζύγου του) και τελικά αυτός να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις εφεσίβλητες, χωρίς δόλο, αφού τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την εξυπηρέτηση των παραπάνω δανειακών συμβάσεων, λαμβανομένων υπόψη και των βιοτικών του αναγκών, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως, προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες διαβίωσής του (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, εφόσον μετακινηθεί από τις εστίες ..., υπηρεσίες υγείας, διατροφή των ανηλίκων τέκνων του, εστίαση κλπ).

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των πιστωτριών, περί δόλιας περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 16-6- 2016 έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης 144/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη από 5-6- 2012 αίτησή του και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και ρύθμισε τα χρέη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, όπως ακριβώς αναγράφεται στο διατακτικό της.

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, υπηρετεί στην ... με το βαθμό του ... και οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του, κατά τον χρόνο συζητήσεως της εφέσεως, ανήρχοντο στο ποσό των 1.153,98 ευρώ.

Ότι οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες αυτού και των δύο ανήλικων τέκνων του (τελεί εν διαστάσει με τη σύζυγο του), ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ (συμπεριλαμβανόμενης και της διατροφής των 500 ευρώ που υποχρεούται να καταβάλει στα τέκνα του), μη βαρυνόμενος με λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες μίσθωσης κατοικίας, δεδομένου ότι διαμένει σε δωμάτιο που του παρέχεται δωρεάν στις εστίες ....

Ότι, λόγω της οικονομικής κρίσεως και των, συνεπεία αυτής, περικοπών των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων από το έτος 2010 και εντεύθεν, έχει υποστεί σημαντική μείωση των εισοδημάτων του, αφού οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του ανήρχοντο το μεν έτος 2010 στο ποσό των 1.428 ευρώ, το δε έτος 2011 στο ποσό των 1.311 ευρώ και μειωνόταν συνεχώς, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω η μείωση των εισοδημάτων του κατ'έτος.

Ότι αφενός λόγω των προαναφερθεισών περικοπών του μισθού του, αφετέρου δε του ύψους των βιοτικών αναγκών του, αλλά και της δεδομένης γενικότερης δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας που δεν δημιουργεί προσδοκία αύξησης των εισοδημάτων του στο μέλλον, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί σταδιακά η οικονομική δυνατότητά του να εξυπηρετεί τα δάνειά του μεταξύ των οποίων και εκείνο προς το Τ.Π.Δ. (είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής των δανείων της εν διαστάσει συζύγου του), τελικά ο πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε, άνευ δόλου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρετήσεως των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών του, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 315.458,81 ευρώ.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διατάξεως που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.

Τούτο δε και καθ' όσον ειδικότερον αφορά στη συνδρομή της μόνιμης και γενικής αδυναμίας του αιτούντος πληρωμής των χρεών του, διότι, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση των προεκτεθεισών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας έγινε δεκτό ότι: α) μεταξύ των οφειλών του (αιτούντος) περιλαμβανόταν και δάνειο αυτού προς το ΤΠΔ και β) αυτός (αιτών), κατά την κατάθεση της αιτήσεως βρισκόταν σε μόνιμη αδυναμία να καταβάλει τις συμφωνημένες δόσεις του δανείου του, με την έννοια ότι το εισόδημα που του απέμενε, μετά την συμφωνημένη παρακράτηση της δόσεως από το μηνιαίο μισθό του, δεν ήταν αρκετό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, το γεγονός ότι δεν είχε ληξιπρόθεσμη οφειλή κατά την κατάθεση της αιτήσεως δεν εμποδίζει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, την ευδοκίμηση αυτής (αιτήσεως), συνακολούθως δε, δεν συντρέχει η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας επειδή στην απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές σχετικώς με την ύπαρξη ληξιπροθέσμων οφειλών του αιτούντος κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως.

Κατά συνέπειαν, είναι αβάσιμοι οι συναφείς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα: Α) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αιτιάσεις, όσον αφορά την περιέλευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών, ήτοι, ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογενείας του, η οποία τότε (Ιούνιος 2012) αποτελείτο από τον ίδιο, τη σύζυγό του και τα δύο τους τέκνα, 2) η ποσοστιαία υποχρέωση του ίδιου και της συζύγου του για την κάλυψη των αναγκών και 3) το ύψος των πράγματι υφιστάμενων τότε ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, δεδομένου ότι:

α) κατά την κατάθεση της αίτησης (Ιούνιο 2012) δεν είχε καμμία ληξιπρόθεσμη οφειλή και β) το πλάσμα του άρθρου 6 παρ.3 του ν. 3869/2010, εφαρμόζεται εφόσον υφίστανται τέτοιες (ληξιπρόθεσμες) οφειλές, τις οποίες ο αιτών-οφειλέτης αδυνατεί σε μόνιμη βάση να καταβάλει, και Β) με τον δεύτερο , λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αιτιάσεις, όσον αφορά την δόλια περιέλευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμών, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση περιστατικά από τα οποία θα προέκυπτε ότι, ενόψει των εισοδημάτων και της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων και των εγγυήσεων, τούτος θα μπορούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να εξυπηρετήσει εκτός από τα δικά του δάνεια, και τα δανεια της συζυγου του, σε περίπτωση που αυτή αδυνατούσε να το πράξει, πέραν της, κατά τα προεκτεθέντα, αβασιμότητα της υπ' αριθμ. 3 αιτιάσεως, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας), προς επιστήριξη αφενός του ισχυρισμού της ως προς την ανυπαρξία συνδρομής της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου των χρηματικών του οφειλών και αφετέρου της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί της μη δόλιας περιελεύσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του, που όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της δίκης.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα τράπεζα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ. β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της υπ' αριθμόν 98/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ