Legislator Case Law & Legislation
452/2020 AI generated

452/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 452/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

452/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [εντός τριετίας από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που είχε δημοσιευθεί πριν την 1.1.2016 -βλ. ΟλομΑΠ 10/2018 (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144)]. Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 452 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 452/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Π., κατοίκου ..., 2)Α. Ζ., κατοίκου ..., 3)Ε. Π., κατοίκου ... 4)Α. Κ., κατοίκου ..., 5)Ε. Γ., κατοίκου ..., 6)Α. Κ., κατοίκου ..., 7)Μ. Κ., κατοίκου ..., 8)Χ. Ζ., κατοίκου ..., 9)Α. Ξ., κατοίκου ..., 10)Μ. Κ., κατοίκου ... 11)Ε. Μ., κατοίκου ..., 12)Α. Π., κατοίκου ..., 13)Γ. Δ., κατοίκου ..., 14)Σ. Μ., κατοίκου ..., 15)Ν. Κ., κατοίκου ..., 16)Ε. Π., κατοίκου ..., 17)Μ. Μ., κατοίκου ..., 18)Ε. Ζ., κατοίκου ..., 19)Α. Π., κατοίκου ..., 20)Μ. Κ., κατοίκου ..., 21)Ε. Β., κατοίκου ... 22)Β. Μ., κατοίκου ..., 23)Μ. Σ., κατοίκου ..., 24)Α. Μ., κατοίκου ..., 25)Ν. Ζ., κατοίκου ..., 26)Σ. Κ., κατοίκου ..., 27)Α. Π., κατοίκου ... και 28)Κ. Κ., κατοίκου ... Η 9η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα, η οποία ανακάλεσε την από 9/12/2019 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ 2 Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/3/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 260 § 1 ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ίδ.κ., και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Εξάλλου, κατ' άρθρο 576 ΚΠολΔ "Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (§1).

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (§2). Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (§3).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, η 9η αναιρεσείουσα Α. Ξ. και το αναιρεσίβλητο νπδδ "Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", ως προς τους οποίους πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση.

Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν την ...'/1-8-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Π. Ρ., από την οποία προκύπτει ότι επέδωσαν στο αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πρέπει η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν και το αναιρεσίβλητο παρόν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας.

Με την από 15-3-2018 και με αριθ. κατάθεσης 308/25/19-3-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 121/17-3-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσία την από 24-6-2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 162/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 22-3-2012 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [εντός τριετίας από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που είχε δημοσιευθεί πριν την 1.1.2016 -βλ. ΟλομΑΠ 10/2018 (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144)]. Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Με την αγωγή οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από τον ΟΑΕΔ στο πλαίσιο προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στις υπηρεσίες και φορείς του δημοσίου τομέα (stage) και τοποθετήθηκαν στο αναιρεσίβλητο με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κατά το χρονικό διάστημα 2007-2011, ενώ στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου σε καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, δηλ.

τους συνέδεε με το αναιρεσίβλητο ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε να τους επιδικασθούν τα προσδιοριζόμενα χρηματικά ποσά ως οφειλόμενη διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού από άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλέον επιδομάτων εορτών και άδειας.

Με το άρθρο 20 § 1 (όπως η § 1 συμπληρ. με την § 8 του άρθρου 6 Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998, ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα ΚΕΚ, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (§ 1) και με τη δεύτερη ότι ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (§ 15 εδ.

α' και β'). Περαιτέρω, με το άρθρο 20 § 4 Ν. 2738/1999 προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 § 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής.

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17-4-2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 §§ 1 & 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 ΒΔ 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλομΑΠ 19 και 20/2007).

Στη συνέχεια, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 § 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 § 2 του εν λόγω π.δ. ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001.

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην § 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1052/2018).

Εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλομΑΠ 44/1990).

Ομοίως, και ο αναιρετικός λόγος του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλομΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η σχέση των αναιρεσειόντων με το αναιρεσίβλητο νπδδ, είναι γνήσια σύμβαση μαθητείας και όχι αυτή της εξαρτημένης εργασίας και ότι ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και απορρίπτοντας, έτσι, ως μη νόμιμη, την κύρια βάση της αγωγής που στηριζόταν στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω εφαρμοστέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το σκέλος που αφορά την κύρια βάση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης (κατά τον αρ. 3 αυτού), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την πλεοναστική αιτιολογία της "ανεξαρτήτως της αοριστίας της αγωγής", είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το αιτιολογικό αυτό δεν έχει έστω και έμμεση επίδραση στο διατακτικό της απόφασης.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ των άρθρων 11γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση της αγωγής τους εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού με τα επιδόματα εορτών και άδειας. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο που έκρινε ότι δεν μπορούν να αξιώσουν τις αιτούμενες αποδοχές και τα επιδόματα εορτών και άδειας, ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι, οι συμβάσεις τους ναι μεν κατά νόμο ήταν άκυρες, λειτούργησαν όμως, στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας, οπότε δικαιούνται να λάβουν κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ωφελήθηκε το αναιρεσίβλητο μη απασχολώντας άλλους εργαζόμενους, με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Το ζήτημα αυτό, ως αναφερόμενο σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων και, εντεύθεν, χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 186/2019 απόφαση του παρόντος Τμήματος, που ήταν γνωστή όταν άρχισε η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι ο αντίστοιχος λόγος της εκεί κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος σχετικά με την εφαρμογή ή μη των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και της βάσης υπολογισμού της σχετικής ωφέλειας του φορέα απασχόλησης από την εργασία του ακύρως απασχοληθέντος στο δημόσιο (ή σε δημόσιο φορέα), υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με το μόνιμο προσωπικό, οσάκις ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση όπου απασχόλησε τον συμβασιούχο, ο οποίος απασχολήθηκε εκεί δυνάμει σχετικού συμφωνητικού συνεργασίας, καταρτισθέντος μεταξύ του απασχοληθέντος με τον ΟΑΕΔ στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος (stage), διότι οι ούτω προκύπτουσες διαφορές αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων της αυτής κατηγορίας, των οποίων υποθέσεις εκκρεμούν είτε ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ενώ συντρέχει επί πλέον λόγος για την ενότητα της νομολογίας.

Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Και να αναβληθεί, κατά τα λοιπά, η συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με τη 186/2019 απόφαση του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 15.3.2018 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μεταξύ της ένατης αναιρεσείουσας Α. Ξ. και του αναιρεσιβλήτου.

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Και Αναβάλλει, κατά τα λοιπά, ως προς τους αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 186/2019 απόφαση του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ