Legislator Case Law & Legislation
452/2019 AI generated

452/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 452/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Legislator headnote

AI generated

452/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α` 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...

Keywords

AI generated
wage supplement reduction of statutory salary increase reduction of supplementary benefits redundancy eligibility for unemployment benefits waiver of wage claims
AI generated
1916/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
868/2015
Supreme Court dismisses appeal on evidence review and unilateral salary increase claims.
547/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1211/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
809/2012
Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τα άρθρα 22 παρ.1 του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της ΕΕ, προκύπτει ότι εκείνος που χρησιμοποιεί επ' αμοιβή πλείονα πρόσωπα, τα οποία έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και συνεπώς να μην εξαιρεί ορισμένους από αυτούς από παροχές στις οποίες προβαίνει δυνάμει συμβατικής δεσμεύσεως (από επαχθή ή χαριστική αιτία) και όχι κατά νομική επιταγή, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 452 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 452/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ..., με την κατά νόμο ιδιότητά της, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μάρκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αιγίου. Εκδόθηκαν η 311/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 271/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 2251Δ'/7-6-2017 έκθεση επιδόσεως του Αθανάσιου Λαμπρόπουλου, δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (7-11-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτού (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

2. Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ"(ΦΕΚ Α` 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α` 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...

προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...

επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α` 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ` οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι` αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 227/2016, 1621/2011).

3. Περαιτέρω,με τις διατάξεις των ν. 2166/1993 και ν. 3195/2003 οι αμυντικές βιομηχανίες "..." συγχωνεύθηκαν με σύσταση νέας εταιρείας με την επωνυμία "... ." και το διακριτικό τίτλο "...".Η ως άνω νέα εταιρεία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συγχωνευομένων εταιρειών, ως καθολική αυτών διάδοχος.

Αυτή, δεδομένου ότι κύριος μέτοχος και μάλιστα σε ποσοστό 99,80% ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, ήταν επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΔΕΚΟ), σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 3429/2005, αποτελούσε δε επιχείρηση δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με ρητή διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3195/2003., ο δε σκοπός και η λειτουργία της συνδέονται κατά τρόπο άμεσο με την άμυνα και την ασφάλεια της χώρας.

Αυτή είναι δημόσια επιχείρηση-εκμετάλλευση κοινής ωφέλειας και σύμφωνα με τον ως άνω ιδρυτικό της νόμο (3195/2003) και δη το άρθρο 1 αυτού, εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ενώ κάθε διάταξη νόμου, διατάγματος ή υπουργικής απόφασης που ίσχυε υπέρ κάποιας από τις εν λόγω συγχωνευθείσες εταιρείες, ισχύει και υπέρ του νομικού προσώπου, που συστήθηκε με την συγχώνευση.

Με το άρθρο 5, μάλιστα, του ως άνω ιδρυτικού νόμου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας προβλέπεται ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρεία και στις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο της συγχώνευσης συμβάσεις και σχέσεις εργασίας.

Περαιτέρω, η ως άνω τελευταία εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 και του άρθρου 7 του Ν. 4237/2014, διασπάστηκε με τη σύσταση δύο νέων επωφελούμενων εταιρειών, ήτοι α) την εταιρεία "...." με το διακριτικό τίτλο "......", η οποία έχει την ίδια επωνυμία και διακριτικό τίτλο της διασπώμενης και η οποία συνεχίζει τη δίκη αυτή ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης εταιρείας, και β) την εταιρεία "...".

Η προκύψασα από τη διάσπαση αναιρεσείουσα , αλλά και οι προηγούμενες αυτής υπάγονται στον προαναφερόμενο περιορισμό του ΑΝ 173/1967. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ.2 του ν. 3891/2010 "Αναδιάρθρωση κλπ του Ομίλου ",το οποίο εφαρμόζεται ανάλογα κατά το άρθρο 1παρ.4 Ν.3899/2010 στα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα , από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε υφιστάμενη συμβατική, νόμιμη ή άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται από την Εταιρεία λόγω καταγγελίας και εν γένει με αφορμή τη λύση υφιστάμενης ή μέλλουσας να συσταθεί σχέσης ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, απαγορεύεται να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης, που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του α.ν. 173/1967, όπως κάθε φορά, αναπροσαρμοζόμενο, ισχύει.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.1 του Κεφαλαίου Β' της από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής εργοδότριας "... Α.Ε." και των σωματείων των εργαζομένων της , "Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ ... και εργατοτεχνίτη ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης η οφειλόμενη αποζημίωση θα υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 περί υπαλλήλων".

Σύμφωνα δε με το άρθρο 15 παρ. 3 του Κεφαλαίου Β' της παραπάνω από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Χορηγείται πρόσθετη παροχή στο τακτικό προσωπικό της εταιρείας που είτε αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης για οποιοδήποτε λόγο, είτε λύεται λόγω καταγγελίας σύμβαση εργασίας του, το ισόποσο των 2 μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει μέχρι 10 έτη υπηρεσίας και το ισόποσο ποσό 3 μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει 10 έτη υπηρεσίας στην ...".

Από τις προϋποθέσεις καταβολής της άνω παροχής (απαραίτητη προϋπηρεσία στην εναγόμενη 3 έως 10 ετών για την καταβολή 2 μηνιαίων μισθών και 10 ετών και άνω για την καταβολή 3 μηνιαίων μισθών) και λαμβανομένου υπ' όψιν του χρόνου καταβολής της (κατά την αποχώρηση των υπαλλήλων μετά την λύση της εργασιακής και όχι για παρασχεθείσα εργασία) καθώς και του γεγονότος ότι χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους της εναγόμενης που αποχωρούν με οποιονδήποτε τρόπο, ήτοι απολυόμενους ή παραιτούμενους οι οποίοι πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις ως προς την χρονική διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, συνάγεται ότι αυτή δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα συνδεόμενο με την παροχή εργασίας αλλά αποζημιωτικό και αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας θέσης του και συνεπώς συνιστά πρόσθετη αποζημίωση, ανεξάρτητα από το όνομα ή τον χαρακτηρισμό που της έχουν προσδώσει τα μέρη, πέραν αυτής του Ν. 2112/1920.

Η εν λόγω πρόσθετη αποζημίωση, λόγω του ότι η εναγόμενη συνιστά επιχείρηση κοινής ωφέλειας, εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ. 1 ΑΝ 173/1967 (ανωτέρω με αρ.2) εφόσον αυτή συνιστά δεύτερη αποζημίωση για απώλεια θέσης εργασίας,προβλεπόμενη από συλλογική σύμβαση εργασίας πέραν της από το Ν.2112/1920 προβλεπομένης.

Οι όροι δε της ανωτέρω ΕΣΣΕ έτους 2001 διατηρήθηκαν σε ισχύ και με την ΕΣΣΕ έτους 2008 (άρθρο 2).Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ανωτέρω πρόσθετη παροχή δεν ταυτίζεται με την αποζημίωση απόλυσης του Ν. 2112/1920, αλλά αποτελεί ανεξάρτητη και αυτοτελή παροχή η οποία διακρίνεται σαφώς από αυτήν και προβλέπεται από τον αναγκαστικό νόμο, όμως λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα της εναγόμενης εμπίπτει στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 Α.Ν. 173/1967 και υπόκειται στο τιθέμενο με την εν λόγω διάταξη περιορισμό ήτοι του ποσοστού 15% επί του ανώτατου ορίου αποζημίωσης των 15.000 ευρώ. (ΑΠ614/2018 πρβλ.ΑΠ597/2017) Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015).

4.Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη : "Ότι ο ενάγων και εδώ αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 23.7.1979 από την εταιρία "...

ΑΕ" ως ρυθμιστής πρεσσών και ακολούθως ως εργοδηγός-μηχανοτεχνΐτης.Ότι με το Ν. 3195/2003 συστάθηκε η εναγόμενη και εδώ αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο ...', με έδρα την …, που προήλθε από τη συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών "... Α.Ε." και "... Α.Ε." .Ότι η νέα εταιρία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευόμενων εταιριών, ενώ ρητώς προβλέφθηκε στο άρθρο 5 του ιδρυτικού της νόμου 3195/2003 πως"οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρία και στις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υφιστάμενες κατά το χρόνο συγχώνευσης συμβάσεις και σχέσεις εργασίας".Ότι ο ενάγων τέθηκε σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν' 4024/2011, με αναδρομική ισχύ από την 1.1.2012, η οποία έληξε την 8.6.2012, με την αποχώρηση του ενάγοντος, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, κατά τις διατάξεις του αρθ. 8 εδ.β του Ν. 3198/1955.Ότι η εν λόγω εταιρία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας καθόσον, σύμφωνα με το αρθ. 1 του ιδρυτικού της νόμου 3195/2003, εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ενώ το κεφάλαιο της ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 99,80%..Ότι με ειδική διάταξη,άρθρο 15, της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του έτους 2001 που είχε συναφθεί από την αρχική εργοδότρια εταιρία, η εργοδότρια επιχείρηση ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν της υπό του Ν. 2112/1920 προβλεπομένης, ανερχομένη, ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σύμβασης είτε σε δύο είτε σε τρεις μηνιαίους μισθούς.

Ότι ενόψει ωστόσο του χαρακτήρα της εναγομένης ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, αφενός η αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο δικαιούται ο ενάγων κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967, αφετέρου η πρόσθετη, πέραν της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920, αποζημίωση που προβλέπεται στην Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό του 15% επί του ποσού των 15.000 ευρώ, ήτοι το ποσό των 2.250 ευρώ, κατ' εφαρμογήν της διάταξης της παραγρ. 1 του άρθρου 3 ΑΝ 173/67, καθώς πληρούνται αμφότερες οι προϋποθέσεις της.

Ότι το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης έπρεπε να γίνει δεκτό ως βάσιμο για το ποσό των 2.250 ευρώ. 5.Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος ,εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη,δίκασε εκ νέου την αγωγή και δέχθηκε αυτή και για το ερευνώμενο με την ένδικη αίτηση ζήτημα αξίωσης πρόσθετης αποζημίωσης ποσού 2.250 ευρώ,πλέον της αποζημίωσης συνταξιοδότησης ποσού 15.000 ευρώ..

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003, 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, 15 παρ.1 και 3 του Κεφαλαίου Β' της από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και 2 της από το έτος 2008 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας καθώς και των άρθρων 6 και 7 του Ν. 4237/2014, 20 παρ.2 του 3891/2010 και 1 παρ.4 του Ν.3899/2010.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης,με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Mε τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν θα επιδικασθούν, λόγω μη συμμετοχής του τελευταίου στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-2-2017 αίτηση για αναίρεση της 271/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαρτίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ