452/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated452/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι "ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών", ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 452 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 452/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε χας Ν. Β., το γένος Α. Κ., 2) Ν. Κ. του Α., 3) Γ. Κ. του Α., 4) Σ. Κ. του Α., 5) Χ. χας Κ. Κ., 6) Α. Κ. του Κ., 7) Μ.-Μ. Κ. του Κ. και 8) Θ. Κ. του Κ., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 4ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Δενέζη και οι 1η, 2ος, 3ος, 5η, 6ος, 7η και 8ος εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Δενέζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7146/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 707/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 15-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την ουσιαστική παραδοχή του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977 και την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού), καθώς και την απόρριψη του 2ου αναιρετικού λόγου ως απαράδεκτου κατά το μέρος που αφορά την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-10-2015 (αρ. κατ. …/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 707/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, "προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων".
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι "ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών", ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/ 19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που, κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου, έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 1056/2008), στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία (ΑΠ 1129/2014).
Επίσης, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου ως προς το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημιώσεως τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης, κατ' εφαρμογήν του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του Ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, δεν έχει ως βάση τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, αφού δεν πρόκειται για παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (χαρακτηρισμός τμήματος ακινήτου ως αυτοαποζημιούμενου κ.λπ.
λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας), οι εκ της οποίας άλλωστε (παράνομης πράξης κ.λπ.) διαφορές θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά για νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 653/77 και 33 του Ν. 2971/01, ενέργεια των οργάνων του δημοσίου, αποτελεί δε η αποζημίωση αυτή μέρος της πλήρους αποζημιώσεως, που κατ' εφαρμογή της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία.
Επομένως η αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, Ολομ.ΑΠ 10 και 11/2004, 11/2011), δεν υπόκειται στην κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου, ούτε αρχίζει από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης για την απαλλοτρίωση, οπότε ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης λαμβάνει γνώση του χαρακτηρισμού της έκτασής του ως αυτοαποζημιούμενης (από τα οικεία κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακα).
Αλλά υπόκειται στη δεκαετή παραγραφή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), που εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από την 1η Φεβρουαρίου 1971, κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του ίδιου Ν. 2882/2001, και έχουν συντελεστεί πριν από τον τελευταίο αυτό νόμο (2882/2001), όπως εν προκειμένω, και κατά την οποία διάταξη (10 παρ. 1 Ν. 2882/2001) μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 197/2012, πρβλ.
επίσης ΑΠ 631/2017).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/ 2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 371/2008).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη από 17-12-2007 (αρ. κατ. …/2007) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί αξίωναν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την καταβολή των αναφερόμενων σ' αυτήν ποσών, ως αποζημίωση με βάση τα ποσοστά συνιδιοκτησίας τους επί δύο τμημάτων, συνολικού εμβαδού 500 Μ2 του απαλλοτριωθέντος μείζονος ακινήτου τους, συνολικής έκτασης 5.500 Μ2, τα οποία θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα, διότι δήθεν το τεκμήριο ωφέλειας αυτών είχε ανατραπεί, αν και το σχετικό δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων είχε αποσβεστεί, διότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία του άρθρου 37 εδ.
α' του Ν. 2971/2001, καθόσον από την άσκηση της από 2-12-2003 (αρ. κατ. …/2003) αίτησης των αναιρεσιβλήτων προς την Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων, με την οποία ζήτησαν την καταβολή αποζημίωσης για την αυτοαποζημιούμενη έκταση των 500 Μ2 λόγω ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, είχαν συμπληρωθεί οι βραχυπρόθεσμες προθεσμίες, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001.
Επίσης, κατά το επικουρικό σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για μη κήρυξη παρά τον νόμο δικονομικού απαραδέκτου, διότι, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είχε υποπέσει και στην 5ετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, την οποία εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφάρμοσε, καθόσον από το τέλος του έτους 1991, που συντάχθηκαν οι κτηματολογικοί πίνακες, αναφορικά με την πρώτη κατά χρονολογική σειρά απαλλοτρίωση, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων η επίδικη υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, έως στις 2-12-2013, που κατατέθηκε η αίτησή τους στην Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, από την από 17-12-2007 αγωγή (αρ. κατ. …/2007) και από τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι - συνιδιοκτήτες ενός ακινήτου 5.500 Μ2, που βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου …, εξέθεταν στην αγωγή τους, ότι με τις τρεις αναφερόμενες σ' αυτήν κοινές υπουργικές αποφάσεις - ΚΥΑ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, για την διάνοιξη της Εθνικής Οδού …στο Δήμο …, στο τμήμα από τη σιδηροδρομική γραμμή του ΟΣΕ μέχρι την οδό …(…), συνολικής έκτασης 113.474 Μ2, με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, ότι με την πρώτη ΚΥΑ θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, έκτασης 500 Μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας από τη συντελεσθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση, ότι όμως με τις δύο επόμενες στη σειρά ΚΥΑ απαλλοτριώθηκε το σύνολο της ιδιοκτησίας τους, των 5.500 Μ2 και ότι συνεπώς, είναι πλέον ουσιαστικά ανύπαρκτη η ωφέλειά τους, καθόσον (κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση της αγωγής) "ουδέποτε βρέθηκαν ως ιδιοκτήτες ακινήτου επί της ανωτέρω διανοιχθείσας Εθνικής οδού".
Επίσης, στην αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν, ότι με την από 2-12-2003 (αρ. κατ. …/2003) αίτησή τους προς το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ - Διεύθυνση Δ12 ζήτησαν να αποζημιωθούν για την παρανόμως μη καταβληθείσα αυτοαποζημίωση των 500 Μ2, αίτημα το οποίο επανέλαβαν και το έτος 2006, χωρίς όμως να λάβουν απάντηση. Με το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει ως αποζημίωση για το αυτοαποζημιούμενο τμήμα των 500 Μ2 το συνολικό ποσό των 71.535 ευρώ, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας κάθε ενάγοντα.
Το εναγόμενο Ελληνικό δημόσιο πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξίωσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αρ. 7146/2013 οριστική του απόφαση (τακτική διαδικασία) δέχθηκε την αγωγή κατά το ποσό των 25.312,50 ευρώ και απέρριψε την ένσταση παραγραφής.
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 20-2- 2014 (αρ. κατ. …/2014) έφεσή του, με τον 1ο λόγο της οποίας επανέφερε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 707/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί των πραγμάτων, κρίση της (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση του συνόλου των εγγράφων που αμφότεροι οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1991 Κ.Υ.Α που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ ...-1991 τεύχος …' κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την διάνοιξη της E.O … στο Δήμο …μεταξύ των άλλων στο τμήμα από γραμμή ΟΣΕ μέχρι την οδό …(…), συνολικής έκτασης 113.474 τ.μ., με δαπάνη αυτού και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών.
Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν στο ανωτέρω τμήμα στην θέση "…" του Δήμου …συμπεριλήφθηκαν τμήματα του ευρισκομένου στην ως άνω θέση ακινήτων φερόμενης ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, αρχικής εκτάσεως 5.500 τ.μ., του οποίου φέρονταν ως συνιδιοκτήτες με συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας 360/480 ή 3/4 εξ αδιαιρέτου αυτού, τα οποία φέρονταν στους συνταχθέντες από τον κτηματογράφο μηχανικό Δ.
Σ. κτηματολογικούς πίνακες, με αύξοντες αριθμούς …, επιφανείας 2.826,50 τ.μ. και …, επιφανείας 485,80 τ.μ. Ύστερα από αίτηση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος εκδόθηκε η με αριθμό 124/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκαν οι προσωρινές τιμές μονάδος αποζημίωσης για κάθε απαλλοτριούμενο ακίνητο, εν συνεχεία δε με την με αριθμό 6886/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την εδαφική έκταση στο ποσό των 23.000 δραχμών ήδη 67,50 ευρώ ανά τ.μ.
και οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν ως συνδικαιούχοι της αποζημίωσης με την με αριθμό 1773/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην τελευταία αυτή απόφαση ορίζεται ότι για την υπ' αριθμ. …ιδιοκτησία των εναγόντων το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο είναι υπόχρεο σε αποζημίωση εδάφους εκτάσεως συνολικού εμβαδού 225.80 τ.μ.
ενώ για έκταση 260 τ.μ. αυτοαποζημιώνονται οι ενάγοντες. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. ...1996 Κ.Υ.Α που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ ...-1996 Κ.Υ.Α τεύχος … κηρύχτηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για δημοσία ωφέλεια, ήτοι για την διεύρυνση της Εθνικής οδού …από την συμβολή της με την οδό …έως τη συμβολή της με την σιδηροδρομική γραμμή του ΟΣΕ στο Δήμο …, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 8.449 τ.μ.
που αποτελεί συνέχεια της εδαφικής έκτασης που απαλλοτριώθηκε με την προηγούμενη Κ.Υ.Α., στην οποία περιελήφθησαν τμήματα της ανωτέρω ιδιοκτησίας των εναγόντων - εφεσιβλήτων, που αναφέρονται στους συνταχθέντες κτηματολογικούς πίνακες με αύξοντες αριθμούς …, επιφανείας 485 τ.μ. και …, επιφανείας 124 τ.μ.
Τέλος, με την υπ' αριθ. ...-1999 Κ.Υ.Α. που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ ...-1999 τεύχος … ακολούθησε τρίτη αναγκαστική απαλλοτρίωση στην ίδια ως άνω περιοχή εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 5.054 τ.μ. η οποία αποτελεί συνέχεια της εδαφικής έκτασης που απαλλοτριώθηκε με την δεύτερη απαλλοτρίωση και περιλαμβάνει τμήμα της ανωτέρω ιδιοκτησίας των εναγόντων - εφεσιβλήτων, το οποίο αναφέρεται στους συνταχθέντες κτηματολογικούς πίνακες με αύξοντα αριθμό …, επιφανείας 1.184 τ.μ.
Για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους με τη δεύτερη και τρίτη απαλλοτρίωση οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι αποζημιώθηκαν από το εναγόμενο - εκκαλούν. Μετά την ολοκλήρωση και της τρίτης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν υφίσταται η ιδιοκτησία των εναγόντων-εφεσιβλήτων αρχικής εκτάσεως 5.500 τ.μ. αφού αυτή απαλλοτριώθηκε πλέον στο σύνολό της και κατά συνέπεια δεν υπάρχει ωφέλεια αυτών, λόγω της οποίας υποχρεώθηκαν σε αυτοαποζημίωση για τα ανωτέρω τμήματα του ακινήτου τους συνολικού εμβαδού 500 τ.μ., καθόσον ουδέποτε βρέθηκαν ιδιοκτήτες ακινήτου επί της διανοιχθείσας Εθνικής Οδού ….
Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι υπέβαλαν την με αριθμό πρωτ. …/02-12-2003 αίτησή τους προς το ΥΠΕΧΩΔΕ, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθεί αποζημίωση για την έκταση των 500 τ.μ. που αυτοαποζημιώθηκε, στην οποία το εναγόμενο - εκκαλούν ουδέποτε απάντησε. Στην συνέχεια με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/21-12-2006 αίτησή τους προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, την οποία υπέβαλαν και στο ΥΠ1ΕΧΩΔΕ με αριθμό πρωτ.
…/21-12-2006, επαναλάμβαναν το ως άνω αίτημά τους, δίχως να λάβουν ποτέ απάντηση. Η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την .../1991 Κ.Υ.Α έγινε στις 28-02-1994. Παρόλο που από τότε μέχρι και την άσκηση της αγωγής με την επίδοση στο εκκαλούν την 21-12-2007, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, η αξίωση των εναγόντων -εφεσιβλήτων δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον μεσολάβησε η υποβολή της από 02-12-2003 ως άνω αίτησή τους προς το ΥΠΕΧΩΔΕ, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθεί η αποζημίωση που αντιστοιχούσε στα 500 τ.μ.
που αυτοαποζημιώθηκαν και η οποία σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, διακόπτει την παραγραφή κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 797/1971 και παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Ν. 2882/2001. Έκτοτε δε αρχίζει εκ νέου και πάλι η παραγραφή που διακόπηκε, μη υπολογιζομένου του χρόνου που πέρασε έως τότε κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων 269 παρ. 1, 261 και 270 ΑΚ.
Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 93 του Ν. 2362/1995 που αφορά την παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και σύμφωνα με την παράγραφο β αυτού "Με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο έξι μηνών από την χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή". Ισχυρίζεται δε με τον πρώτο λόγο έφεσής του, ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι εφαρμοστέα η ως άνω διάταξη του άρθρου 93 του Ν. 2362/1995 και συνεπώς η αξίωση των εφεσιβλήτων είναι παραγεγραμμένη, καθόσον η επικαλούμενη υποβολή αίτησης προς το ΥΠΕΧΩΔΕ με ημερομηνία 02-12-2003 διέκοψε την παραγραφή για ένα εξάμηνο, ήτοι μέχρι 02-06-2004 οπότε ξεκίνησε νέα παραγραφή, ενώ η επικαλούμενη αίτηση προς το ΝΣΚ έλαβε χώρα στις 21-12-2006 δηλαδή μετά την συμπλήρωση της κατά τα άνω, διακοπείσας για ένα εξάμηνο παραγραφής.
Ο ισχυρισμός αυτός όμως του εκκαλούντος είναι κυρίως και προεχόντως απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμόζεται ως προαναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη η ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ΝΔ 797/1971 και 10 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 [σε συνδυασμό με την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων 269 παρ. 1, 261 και 270 ΑΚ], οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν των αντίστοιχων διατάξεων που προβλέπουν την διακοπή της παραγραφής αξιώσεων κατά του Δημοσίου, ως είναι οι διατάξεις του άρθρου 93 του Ν. 2362/1995, η οποία δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
Άλλωστε και η προαναφερόμενη διάταξη προβλέπει ότι εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της ισχύος ειδικών διατάξεων ως είναι στην προκείμενη περίπτωση οι προαναφερόμενες διατάξεις. Σε κάθε δε περίπτωση και όλως επικουρικώς και υπό την ισχύ της επικαλούμενης διατάξεως αυτής από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως προς το ΥΠΕΧΩΔΕ την 02-12-2003 αρχίζει εκ νέου, νέα δεκαετής παραγραφή, η οποία και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι της άσκησης της υπό κρίση αγωγής την 21-12-2007, απορριπτομένου μετά ταύτα του πρώτου λόγου εφέσεως.
Περαιτέρω με βάση τα ανωτέρω το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους για την ανωτέρω εδαφική έκταση των 500 τ.μ. (240 + 260 τ.μ.), η οποία αυτοαποζημιώθηκε κατά την πρώτη απαλλοτρίωση, η οποία πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με την οριστική τιμή μονάδας της πρώτης απαλλοτρίωσης, όπως αυτή ορίστηκε με την υπ' αριθμό 6886/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στο ποσό των 67,50 ευρώ το τ.μ.
Το Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο λόγο εφέσεώς του παραπονείται αβασίμως ότι η εκκαλουμένη καθόρισε την αποζημίωση για την ως άνω έκταση με βάση την με αριθμό 8289/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στο ποσό των 190,76 ευρώ ανά τ.μ. ενώ με την εκκαλουμένη απόφαση προσδιορίστηκε ως προαναφέρθηκε η αξία στο ποσό των 67,50 ευρώ ανά τ.μ., με βάση την υπ' αριθμό 6886/1995 απόφαση, η οποία τιμή κρίνεται και από το παρόν Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων του εκκαλούντος με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του.
Κρίνοντας, κατά συνέπεια, έτσι η εκκαλουμένη απόφαση ορθώς ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως αβάσιμη...". Περαιτέρω και αναφορικά με το ζήτημα που ερευνάται στον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αφενός μεν κατά το κύριο σκέλος αυτού, περί της μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 37 του Ν. 2971/2001, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι προτείνεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφετέρου δε κατά το επικουρικό σκέλος του ίδιου ως άνω 1ου αναιρετικού λόγου, που αφορά την ένσταση πενταετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, που είχε προταθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παραδεκτά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τον 1ο λόγο της έφεσής του, το Εφετείο ορθά δέχθηκε, κατ' αποτέλεσμα, ότι στην ένδικη απαλλοτρίωση, που είχε συντελεστεί πριν από την ισχύ του Ν. 2971/2001, δεν ισχύει η προδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ένδικη απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεστεί με την κατάληψη του ακινήτου, στις 28-2-1994 (αν και το ορθό είναι το έτος 1999, δηλαδή μετά την έκδοση της τελευταίας (3ης) ΚΥΑ, οπότε ολοκληρώθηκε η απαλλοτρίωση) και συνεπώς η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί (είτε το 1994, είτε το 1999) πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, στις 19-1-2002, (ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 37 παρ.
α' του ίδιου ως άνω νόμου 2971/2001). Επίσης, ορθά το Εφετείο δέχεται, ότι η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας για το τμήμα των 500 Μ2 του απαλλοτριωθέντος μείζονος ακινήτου τους, που θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, διότι στην ένδικη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η γενική πενταετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, καθόσον η αγωγική αξίωση εμπίπτει στην δεκαετή παραγραφή του προϊσχύσαντος άρθρου 10 του Ν. 797/1971, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), με την οποία προβλέπεται οκταετής παραγραφή από την αποδεδειγμένη κατάληψη, άλλως δεκαετής από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Εξάλλου, η παραγραφή αυτή (είτε 8ετής, είτε σε κάθε περίπτωση 10ετής) που άρχισε στην ένδικη υπόθεση το έτος 1999, μετά την ολοκλήρωση και συντέλεση της απαλλοτρίωσης, διεκόπη με την υποβολή στο ΥΠΕΧΩΔΕ της από 2-12-2003 αίτησης των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή αποζημίωσης για τα 500 Μ2, που αυτοαποζημιώθηκαν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 2882/2001 - ΚΑΛΑ, η οποία ως ειδική και μεταγενέστερη διάταξη κατισχύει των γενικών διατάξεων, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη.
Έκτοτε, άρχισε νέα παραγραφή, που δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης από 17-12-2007 (αρ. κατ. …/2007) αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων. Επομένως, το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο και συνακόλουθα ο 1ος αναιρετικός λόγος και κατά τα δύο σκέλη αυτού (κύριο και επικουρικό), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 Ν. 2971/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν. 653/1977, διότι, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων απαλλοτριώθηκε στο σύνολό της και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ωφελήθηκαν από την αναγκαστική απαλλοτρίωση και δικαιούνται δήθεν για το λόγο αυτό αποζημίωση για τα αυτοαποζημιούμενα δύο τμήματα, συνολικής επιφάνειας 500 Μ2, του μείζονος ακινήτου τους, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί, ότι έχουν απομείνει εκτός απαλλοτρίωσης 395 Μ2, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε με αφορμή τον 1ο αναιρετικό λόγο, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο πόρισμά του ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αποζημίωσης για τα 500 Μ2 της ιδιοκτησίας τους που κρίθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ωφέλεια αυτών, διότι με τις τρεις διαδοχικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις απαλλοτριώθηκε το σύνολο της ιδιοκτησίας τους, δηλαδή η αρχική έκταση των 5.500 Μ2 και ότι πλέον δεν υπάρχει το ακίνητο αυτό και ρητά αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, υιοθετώντας στην ουσία την διατύπωση της ένδικης αγωγής, που αυτολεξεί αντιγράφει, "ουδέποτε βρέθηκαν ιδιοκτήτες ακινήτου επί της διανοιχθείσας Εθνικής Οδού …".
Η παραδοχή αυτή όμως, στην οποία το Εφετείο στήριξε το πόρισμά του ότι δεν υφίσταται πλέον ωφέλεια, ώστε να επιδικάσει αποζημίωση, είναι εσφαλμένη, διότι, εάν από την αρχική έκταση των 5.500 Μ2 αφαιρεθεί το εμβαδόν των τμημάτων της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν με τις τρεις διαδοχικές ΚΥΑ και ειδικότερα: 2.826,50 Μ2 που εμφαίνονται με αρ.
ΚΠ …και 485,80 Μ2 που εμφαίνονται με ΚΠ …και 485 Μ2 που εμφαίνονται με ΚΠ …και 124 Μ2 που εμφαίνονται με ΚΠ …και 1.184 Μ2 που εμφαίνονται με ΚΠ …, δηλαδή συνολικά 5.105,30 Μ2, που απαλλοτριώθηκαν με τις τρεις διαδοχικές ως άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, απομένει υπόλοιπο εδαφικής έκτασης 394,70 Μ2, εκτός απαλλοτρίωσης.
Η διαφορά αυτή προκύπτει με απλό μαθηματικό υπολογισμό με βάση τα τετραγωνικά μέτρα, που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ανελέγκτως, ότι απαλλοτριώθηκαν. Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν υφίσταται πλέον η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, διότι απαλλοτριώθηκε στο σύνολό της, και κατά συνέπεια δεν υπάρχει εξ αυτού του λόγου ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων, αλληλοαναιρείται από τις παραδοχές της, που αφορούν τα απαλλοτριωθέντα επί μέρους τμήματα με τις τρεις διαδοχικές χρονολογικά αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και εκτίθενται σε άλλο σημείο του αιτιολογικού της, με άμεσο επακόλουθο να αποδυναμώνεται το αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν υπάρχει ακίνητο, ούτε ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων, που είναι και το ερευνώμενο ουσιώδες ζήτημα της δίκης.
Επομένως, με τις αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και δημιουργείται αμφιβολία, εάν το Εφετείο υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977, που εφάρμοσε λόγω του χρόνου συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, τον οποίο παραβίασε εκ πλαγίου και συνεπώς ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ο 2ος λόγος αναίρεσης, ως ουσιαστικά βάσιμος, κατά το μέρος που αφορά την εκ πλαγίου παραβίαση του ανωτέρω κανόνα δικαίου. Αντίθετα ο 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αφορά την εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι όπως προεκτέθηκε στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός, διότι είχε συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, το έτος 1999, δηλαδή, πριν την ισχύ του νόμου αυτού (στις 19-1-2002).
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί καθορισμού αυτοαποζημίωσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένη όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Δημοσίου, διότι η παρούσα δίκη με αντικείμενο την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας εκδικάζεται με την τακτική διαδικασία, κατά το άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2982/2001, σε συνδυασμό 176, 183 ΚΠολΔ (ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1129/2014), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 707/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού αυτοαποζημίωσης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ