452/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 452 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated452/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 452 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 452 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 452/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεροντίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1780/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3144/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 14/7/2014 αίτησή του.
Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 22ης Απριλίου 2015 με αριθμό πινακίου 20. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 260/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 30-3-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες κατ’ άρθρο 51 ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης επ’ αυτού νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.Α.Π. 75/1987). Εξάλλου, κατά το άρθρο 92 ΕισΝ.ΑΚ, οι σχέσεις κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το ως τώρα δίκαιο, ενώ από τις διατάξεις των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2) προκύπτει ότι για την κτήση της κληρονομίας, εκτός από την επαγωγή, χρειαζόταν και υπεισέλευση σ’ αυτήν, δηλαδή ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας από τον κληρονόμο, εκτός και εάν πρόκειτο περί κατιόντων του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική του εξουσία (sui), οι οποίοι αποκτούν αυτοδικαίως την κληρονομία με την επαγωγή (Α.Π. 201/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και, κατά το άρθρο 1051 Α.Κ., εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί δεκαετία με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση μόνο από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά στη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 Α.Κ. και 216 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ο κύριος ακινήτου δικαιούται, με αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, να ζητήσει να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο. Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου δεκτικού δικαστικής εκτίμησης, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη δεκτική εκτιμήσεως. Ειδικότερα, για την επάρκεια της περιγραφής του επίδικου αντικειμένου της αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση του επίδικου ακινήτου, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου, ενώ όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (Α.Π.78/2015). Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (Α.Π.1203/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, έκανε δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην παραθαλάσσια περιφέρεια της Κοινότητας Αρτέμιδος (Λούτσας), πρώην Δήμου Σπάτων-Λούτσας, τέως Δήμου Κρωπίας, στη θέση "..." ή "...", έχει έκταση 243,60 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 13/7/2006 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Ο.Κ.Χ.Ε., που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ ‘…, με αριθμό ΚΑΕΚ ... και όρια βόρεια γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με ιδιωτική οδό, νότια με ΚΑΕΚ ... και δυτικά με ΚΑΕΚ .... Το επίδικο με την εντός αυτού λυόμενη ισόγειο οικία, επιφανείας 63 τ.μ., που έχει ανεγερθεί δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1971 οικοδομικής αδείας του γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών, περιήλθε στην κυριότητα του εφεσίβλητου δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../26.7.1993 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόφιλου Σκληρού, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, στον τόμο … με αριθμό …, με αγορά από τους Κ. συζ. Β. Κ., το γένος Η. Ψ., και τον Β. Κ. του Α.. Εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία … στο από Ιουλίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ά. Χ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο παραπάνω συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο συνορεύει σε πλευρά ΓΔ, μήκους 16,80 μ., με ιδιοκτησία Ά. Σ., νοτιοδυτικά σε πλευρά ΑΒ, μήκους 16,80 μ., με ιδιοκτησία Μ. και Ν. Μ., νοτιοανατολικά σε πλευρά ΑΔ, μήκους 14,50 μ., με την οδό ... πλάτους 4 μ. και βορειοδυτικά σε πλευρά ΒΓ, μήκους 14,50 μ., με ιδιοκτησία Ά. Σ.. Οι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου το έτος 1969 με αγορά από την Μ. Π. του Φ., το γένος Ε. Χ., δυνάμει του με αριθμό .../3.10.1969 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Θεοδώρου Αποστολάκου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, στον τόμο …με αριθμό…. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος μεγαλύτερης έκτασης, με την ονομασία "..." ή "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας Σπάτων Αττικής, η οποία περί τα μέσα του 19ου αιώνα ανήκε κατά κυριότητα στον Δ. Α., στον οποίο είχε περιέλθει από πατρογονική κληρονομιά. Περί το έτος 1860 απεβίωσε ο Δ. Α. και κληρονομήθηκε από τον υιό του Γ. Α., ο οποίος υπεισήλθε δι’ αναμίξεως, κατά τις διατάξεις του β.ρ.δ., στην κληρονομιά του πατέρα του, κατέστη δε με τον τρόπο αυτό κύριος των κληρονομιαίων ακινήτων, που βρίσκονταν στην παραπάνω εδαφική περιοχή, συνολικής επιφανείας 32 περίπου στρεμμάτων, τα οποία αποτελούσαν μία ενιαία έκταση, εντός της οποίας περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο. Ακολούθως, ο Γ. Α. δώρισε όλα τα ακίνητα που κληρονόμησε από τον πατέρα του στα τέσσερα τέκνα του, Ν. Α., στον οποίο δώρισε έξι συνεχόμενα αγροτεμάχια συνολικής έκτασης οκτώ στρεμμάτων, Δ. Α., στον οποίο δώρισε έξι συνεχόμενα αγροτεμάχια συνολικής έκτασης οκτώ στρεμμάτων, Κ. Α., στον οποίο δώρισε έξι συνεχόμενα αγροτεμάχια συνολικής έκτασης επτά στρεμμάτων, και Ε. Α., στην οποία δώρισε έξι συνεχόμενα αγροτεμάχια συνολικής έκτασης εννέα στρεμμάτων, με το με αριθμό .../10.10.1888 δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Πέρδικα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, πλην όμως δεν είναι δυνατή η προσκομιδή του σχετικού πιστοποιητικού περί μεταγραφής του, διότι το Αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας καταστράφηκε λόγω πυρκαγιάς κατά την περίοδο των ετών 1944-1949, όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 23/3/2012 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακος Κρωπίας. Τα ανωτέρω τέκνα του Γ. Α. συνέχισαν τη νομή του δικαιοπαρόχου τους στα ανήκοντα στον καθένα ακίνητα με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ’ ουσίαν το δικαίωμα τρίτου, καλλιεργώντας αυτά και συλλέγοντας καρπούς και γενικά ενεργώντας κάθε πράξη νομής και κατοχής, που δηλώνει βούληση εξουσίασης. Στη συνέχεια, προ του έτους 1900, απεβίωσε ο Δ. Α. του Γ. και κληρονομήθηκε από τον υιό του Ι. Α., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά με πρόθεση κληρονόμου και άρχισε να νέμεται και να κατέχει την εδαφική έκταση των οκτώ στρεμμάτων, που είχε περιέλθει κατά τα προεκτεθέντα στον πατέρα του, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ενεργώντας τις προαναφερόμενες πράξεις νομής. Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../9.1.1912 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Περδίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου τέως Δήμου Κρωπίας, στον τόμο … με αριθμό …, ο Ι. Α. του Δ. πώλησε στον Ν. Κ. του Δ. και μεταβίβασε σ’ αυτόν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή τους έξι αγρούς, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, στη θέση "..." Σπάτων του Δήμου Κρωπίας. Επίσης, η Ε. Α. του Γ., χα Δ. (Μ.) Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../3.11.1941 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Μιχαήλ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Κρωπίας, στον τόμο … με αριθμό…, δώρισε στον υιό της Γ. Μ. του Δ. (Μ.) το 1/2 των έξι συνεχόμενων αγρών, επιφανείας 9 περίπου στρεμμάτων, που της είχε δωρίσει ο πατέρας της, ενώ το υπόλοιπο 1/2 δώρισε στον έτερο υιό της Π. Μ.. Ο Ν. Α. του Γ. κληρονομήθηκε ισομερώς από τα τέκνα του Γ. και Δ. Α. του Ν., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά αυτή με πρόθεση κληρονόμων και άρχισαν να νέμονται και να κατέχουν την εδαφική έκταση με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ’ ουσίαν το δικαίωμα τρίτου, καλλιεργώντας τα κτήματά τους, συλλέγοντας τους καρπούς και γενικά ενεργώντας πράξεις νομής και κατοχής, που δήλωναν βούληση εξουσίασης σε διακριτά τμήματα της όλης εδαφικής έκτασης, επιφανείας 2.903,81 τ.μ. έκαστος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί το έτος 1962 οι ανωτέρω διάδοχοι των αρχικών κυρίων (πλην του Π. Μ.) ανέθεσαν στον πολιτικό υπομηχανικό Α. Σ. την καταμέτρηση της έκτασης και την αποτύπωσή της σε τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο απεικονίζονται οι ιδιοκτησίες του κάθε ιδιοκτήτη ως εξής: α) ακίνητα Γ. Μ. του Δ., επιφανείας 2.984, 47 τ.μ., με τα γράμματα Α-Β-γ-δ-Α, β) ακίνητα Ν. Κ. του Δ., επιφανείας 5.841,75 τ.μ., με τα γράμματα δ-γ-ζ-η-ε-δ, γ) ακίνητα Δ. Α. του Ν., επιφανείας 2.901, 23 τ.μΜ με τα γράμματα ε-η-ι-Θ-ε και, δ) ακίνητα Γ. Α. του Ν., επιφανείας 2.901, 23 τ.μ., με τα γράμματα Θ-ι-Γ-Δ-Θ. Στη συνέχεια ανέθεσαν στον πολιτικό υπομηχανικό Γ. Β. την εκπόνηση τοπογραφικού διαγράμματος και αυτός συνέταξε το από Ιουνίου 1963 τοπογραφικό διάγραμμα, με το οποίο "οικοπεδοποίησε" τις πιο πάνω τέσσερις (4) ιδιοκτησίες, συνολικής έκτασης 14.625,68 τ.μ., δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό 49 οικόπεδα. Ειδικότερα, οι όμορες ιδιοκτησίες Γ. Μ. και Ν. Κ. ήταν δύο στενόμακρες λωρίδες γης, μήκους 250 μ. περίπου, από τις οποίες η ανήκουσα στον Γ. Μ. είχε πλάτος 11 μ. περίπου, ενώ η ανήκουσα στον Ν. Κ. είχε πλάτος 23 μ. Επειδή το πλάτος της πρώτης ιδιοκτησίας δεν επέτρεπε τη δημιουργία οικοπέδων, ενώ το πλάτος της δεύτερης ιδιοκτησίας ήταν και μεγαλύτερο του αναγκαίου, οι ως άνω ιδιοκτήτες ενήργησαν ως εξής: ο Γ. Μ. απέσπασε στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας του λωρίδα γης πλάτους 4 μ. σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς, την οποία άφησε στην κοινή χρήση ως κοινόχρηστη οδό. Η οδός αυτή είναι η σημερινή δημοτική οδός .... Επίσης, ο Ν. Κ., που είχε τη λωρίδα με το μεγαλύτερο πλάτος, απέσπασε από την ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας του λωρίδα γης πλάτους 8,80 μ., την οποία προσάρτησε στην ανατολικώς όμορη ιδιοκτησία του Γ. Μ.. Έτσι τα οικόπεδα στην ιδιοκτησία του Γ. Μ., που προέκυψαν από την νοητή αυτή προσάρτηση, ήταν διαστάσεων 15 Χ 16 μ. Ο Ν.ς Κ.ς πραγματοποίησε παρόμοια ρύθμιση και στη δυτική πλευρά των οικοπέδων του με τον προς την πλευρά αυτή όμορο ιδιοκτήτη Δ. Α. του Ν.. Συγκεκριμένα, ο κύριος της προς τα δυτικά σε σχέση με την ιδιοκτησία Ν. Κ. όμορης λωρίδας οικοπέδων Δ. Α., "απέσπασε" από την ιδιοκτησία του λωρίδα γης πλάτους πέντε (5) μ., την οποία άφησε στην κοινή χρήση ως κοινόχρηστη οδό. Η οδός αυτή είναι η σημερινή δημοτική οδός .... Πλην όμως η λωρίδα αυτή, που αφέθηκε για δρόμο, άφησε ανατολικότερα αυτής λωρίδα γης πλάτους 1,92 μ., που ανήκε στο οικόπεδο του Δ. Α.. Την εν λόγω λωρίδα οι Δ. Α. και Ν. Κ. την προσάρτησαν στα οικόπεδα του Ν. Κ. για να αποκτήσουν και αυτά πρόσοψη στην κοινόχρηστη οδό. Έτσι ο Δ. Α. εμφανιζόταν με το τοπογραφικό ως κύριος διαιρετού τμήματος, εμβαδού 27,84 τ.μ. (15 Χ 1,92 μ.) στη δυτική πλευρά του κάθε οικοπέδου του Ν. Κ.. Οι ανωτέρω τροποποιήσεις δεν έγιναν με μεταγεγραμμένες συμβολαιογραφικές πράξεις, γι’ αυτό σε κάθε πώληση οικοπέδου συμβάλλονταν και οι δύο αντίστοιχα ιδιοκτήτες, ήτοι ο Γ.ς Μ. και ο Ν. Κ. ή ο Ν. Κ. και ο Δ. Α., καθένας από τους οποίους πωλούσε το τμήμα που του ανήκε. Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../4.3.1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας, στον τόμο … και αριθμό…, οι Γ. Μ. και Ν.ς Κ. πώλησαν στην απώτερη δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου, Μ. Π. του Φ., μεταξύ άλλων και το επίδικο πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο, εμφαινόμενο με τον αριθμό (4) στο προαναφερόμενο από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ. Β., επιφανείας 243,60 τ.μ., εκ των οποίων 114,82 τ.μ. ανήκαν στο Γ. Μ. και 128,78 τ.μ. ανήκαν στο Ν. Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κτηματική περιοχή του Δήμου Αρτέμιδος Αττικής, όπου βρίσκεται το παραπάνω ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995. Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητο της υπό κτηματογράφηση περιοχής να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του. Με την υπ’ αριθμ. …/2/4.4.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ 527/Β/ 27.4.2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων για το Δήμο Αρτέμιδος και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 27/4/2006. Ως προς το επίδικο ακίνητο, που έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., στους πίνακες της πρώτης ανάρτησης αναγνωρίσθηκε ο εφεσίβλητος ως κύριος, κατόπιν της υπ’ αριθμ. …/14.3.2003 ενστάσεως του εκκαλούντος, όμως, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο, όπως και οι λοιπές περιλαμβανόμενες εκτάσεις, αποτελούν δασικές εκτάσεις, για τις οποίες ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία δέχθηκε η δευτεροβάθμια επιτροπή ενστάσεων, αυτό χαρακτηρίσθηκε ως δασική έκταση και καταχωρήθηκε με τον παραπάνω ΚΑΕΚ ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (Διεύθυνση Δασών). Όμως, η πιο πάνω εγγραφή, που αφορά το επίδικο ακίνητο, είναι εσφαλμένη, διότι το ως άνω μεγαλύτερο ακίνητο δεν αποτελεί (ούτε αποτελούσε) δασική έκταση ή δημόσιο κτήμα, πάντοτε δε, καθ’ όλη την παραπάνω περίοδο είχε αγροτικό χαρακτήρα. Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης δημόσιας δασικής έκτασης, εμβαδού 59.019,20 τ.μ., η οποία εμπίπτει εντός του δασικού πολυγώνου ... του Δήμου Αρτέμιδος και χαρακτηρίζεται ως δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1937 και άλλης μορφής έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1998, καθώς και στις αυτοψίες του έτους 2001, που διενεργήθηκαν στα πλαίσια υποβολής δήλωσης ενώπιον του Κτηματολογίου, δεν προσκομίζει, όμως, τις παραπάνω επικαλούμενες αεροφωτογραφίες, με σχετική έκθεση διαχρονικής φωτοερμηνείας τους, ούτε την έκθεση αυτοψίας, για να αποδείξει τη βασιμότητα του ισχυρισμού του. Από το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 6/11/2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Αν. Αττικής δεν αποδεικνύεται ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου, αφού σ’ αυτό αναφέρεται ότι ευρύτερη έκταση επιφανείας 3.050 τ.μ. απεικονίζεται ως δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες έτους 1937 και ως μη δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες ετών 1939 και 1945, ενώ το ποσοστό κάλυψης της έκτασης από δασικά φυτά είναι μικρότερο από 15% στις αεροφωτογραφίες έτους 1939, χωρίς να αναφέρεται η μορφή της καλύπτουσας το έδαφος βλάστησης ή το ποσοστό συγκόμωσής της, από το έτος 1978 δε η έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης οικιστικά αναπτυγμένης περιοχής.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί δημόσια δασική έκταση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Αλλά και νομή επ’ αυτού του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτό είχε και έχει αγροτική μορφή, ενώ και οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσίβλητου (άμεσοι και απώτεροι) ουδέποτε είχαν απωλέσει τη νομή τους επ’ αυτού. Σε αυτό, μαζί με το υπόλοιπο μέρος του αγροτεμαχίου, αποδείχθηκε ότι ασκούσαν τις προαναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις ο ενάγων - εφεσίβλητος και πριν απ’ αυτόν οι δικαιοπάροχοί του (άμεσοι και απώτεροι), ώστε έχοντας το επίδικο τον παραπάνω χαρακτήρα, ο εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητά του με παράγωγο τρόπο, αφού περιήλθε σ’ αυτόν, κατά τα παραπάνω, με αγορά από τους αληθείς κυρίους του. Οι δικαιοπάροχοί του είχαν καταστεί κύριοι ευρύτερης έκτασης με παράγωγο επίσης τρόπο, αφού είχαν αποκτήσει από κύριο, με έκτακτη, σε κάθε περίπτωση, χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο), τα στοιχεία της οποίας, τόσο υπό την ισχύ του Α.Κ. (νομή για μια εικοσαετία κατ’ άρθρο 1045 του Α.Κ.) όσο και υπό το προϊσχύσαν Βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (νομή με καλή πίστη με διάνοια κυρίου επί συνεχή 30ετία), με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, συνέτρεξαν στο πρόσωπό τους τουλάχιστον από το έτος 1860, ήτοι επί χρόνο, που υπερβαίνει ακόμη και την 30ετία πριν το έτος 1915. Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος είναι κύριος του επιδίκου, αφού απέκτησε από κυρίους, και αυτός έπρεπε να αναγραφεί ως κύριος στην αναφερόμενη παραπάνω ιδιοκτησία του κτηματολογικού φύλλου των βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Θ. Σ. κύριο της επίδικης εδαφικής έκτασης και διέταξε τη διόρθωση της εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά γραφεία ώστε το επίδικο ακίνητο να καταχωρηθεί στην αποκλειστική κυριότητα του αναιρεσίβλητου, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., με τους οποίους το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ως προς τις πράξεις νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, σαφώς αναφέρονται εκείνες της καλλιέργειας του επίδικου ακινήτου και της συλλογής καρπών από το έτος 1860, με καλή πίστη, αφότου απεβίωσε ο Δ. Α. και κληρονομήθηκε από τον υιό του Γ. Α., ο οποίος υπεισήλθε δι’ αναμίξεως κατά τις διατάξεις του Β.Ρ.Δ. στην κληρονομία του πατέρα του, καταστάς με τον τρόπο αυτόν κύριος του επίδικου ακινήτου, εφόσον υπάρχει παραδοχή ότι τα αναφερόμενα τέκνα του Γ. Α. συνέχισαν τη νομή του δικαιοπαρόχου τους Δ. Α. από το έτος 1860 με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ’ ουσία το δικαίωμα τρίτου καλλιεργώντας αυτό και συλλέγοντας καρπούς και γενικά ενεργώντας κάθε πράξη νομής και κατοχής που δηλώνει βούληση εξουσίασης.- Με την ένδικη από 17-10-2011 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός οικοπέδου εκτάσεως 243,60 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Αρτέμιδος (Λούτσας) Αττικής, όπως αυτό σαφώς περιγράφεται κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και όμορους ιδιοκτήτες, ότι το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου το έτος 1993 με παράγωγο τρόπο, δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου νομίμως μεταγραφέντος με αγορά από τους αληθείς κυρίους του, άλλως με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής, διαφορετικά της έκτακτης χρησικτησίας ασκών στο επίδικο ακίνητο με νόμιμο τίτλο τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου από το χρόνο της αγοράς του, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι ασκούσαν τις αναφερόμενες στην αγωγή διακατοχικές πράξεις συνεχώς πριν από το έτος 1860 με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στο Δήμο Αρτέμιδος το επίδικο καταχωρήθηκε ως ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αμφισβητούμενης της κυριότητάς του. Με βάση τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επίδικου ακινήτου και να διαταχθεί ως προς αυτό η διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρο 216 ΚΠολΔ.) στοιχεία για το ορισμένο αυτής, ήτοι α) ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια για την εξατομίκευσή του, β) λεπτομερή περιγραφή του τρόπου κτήσης κυριότητας του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, παραγώγως και πρωτοτύπως, και γ) ρητή επίκληση του έννομου συμφέροντος αυτού για την αιτούμενη αναγνώριση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η συζήτηση είναι προφορική και το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Χάριν της οικονομίας της δίκης καθιερούται εν μέρει ελεύθερη απόδειξη με κύριο χαρακτηριστικό της την ελεύθερη εκτίμηση από το δικαστή αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Δικαιούται δε να λάβει υπόψη του και άκυρα αποδεικτικά μέσα υποστατά πάντως, δηλαδή εντασσόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ., δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με την προκείμενη διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως, διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ., ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και μόνον αυτά. Επί υποθέσεων Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζόμενων κατ’ άρθρο 270 ΚΠολΔ., λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, συνεπώς σε αυτή την περίπτωση ο λόγος είναι ανεφάρμοστος (ΑΠ 336/1993). Το ίδιο ισχύει και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για να κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη το υπ’ αριθμόν .../10-10-1988 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Πέρδικα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μολονότι δεν κατέστη δυνατή η προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού μεταγραφής του, διότι το αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας καταστράφηκε λόγω πυρκαϊάς κατά την περίοδο των ετών 1944 - 1949 και μολονότι με βάση το ν. βψνς’ /1990 και το ν. 1579/1918 "περί ανασυστάσεως καταστραφέντων αρχείων κλπ." συνάγεται ότι επί μεταγεγραμμένων πράξεων στα βιβλία μεταγραφών των υποθηκοφυλακείων που καταστράφηκαν κατά την γερμανοϊταλική κατοχή, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις για την εκ νέου εγγραφή των πράξεων αυτών στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α ΚΠολΔ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο ορθώς, σύμφωνα με το νόμο, έλαβε υπόψη το ως άνω συμβόλαιο της προκείμενης υποθέσεως εκδικαζόμενης κατ’ άρθρο 270 ΚΠολΔ., οπότε λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, πέραν του ότι δεν γίνεται επίκληση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ότι ακολουθήθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από τους ως άνω νόμους διαδικασία μεταγραφής των τίτλων. Ακολούθως, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του αμέσως ανωτέρω ισχυρισμού του, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον σιωπηρώς το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, εφόσον δέχθηκε ότι δεν είναι δυνατή η προσκομιδή του σχετικού πιστοποιητικού περί μεταγραφής του υπ’ αριθμόν .../10-10-1988 δωρητήριου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Πέρδικα, διότι το αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας καταστράφηκε λόγω πυρκαϊάς κατά την περίοδο 1944-1949, όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 23-3-2012 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακας Κρωπίας. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, πού διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ.ΚΠολΔ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), πού εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987(ΑΠ 1174/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Θ. Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3144/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ