452/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2001 μη οριστική, 69/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 837/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 11-6-2010 κλήση των καλούντων.
Legislator headnote
AI generated452/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 452 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 452/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Α. Π. του Ν., συζ. Σ. Π., κατοίκου ... και 2. Ε. Δ. του Α. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πελέκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1. Ά. χας Ε. Κ., το γένος Δ. Θ., 2 Χ. Ε. Κ., 3 Α. Ε. Κ., 4 Κ. Ε. Κ., κατοίκων ..., 5. Γ. Ε. Κ. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Σιγαλού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 6. Ενώσεως Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων, Συν. Π.Ε. που εδρεύει στον Πύργο Θήρας Κυκλάδων, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπατσίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2001 μη οριστική, 69/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 837/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 11-6-2010 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 22-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2308/1995 "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου. Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις", ένα μήνα μετά την τελευταία από τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο άρθρο δημοσιεύσεις ανακοίνωσης για την ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και των προσωρινών πινάκων με μνεία του δικαιώματος υποβολής ένστασης κατά της εγγραφής στα προσωρινά αυτά κτηματολογικά στοιχεία, έως τις κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, η σύνταξη συμβολαίων για τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία, αν δε μνημονεύεται στο συμβόλαιο και δεν επισυνάπτεται σ' αυτό σχετικό κτηματογραφικό απόσπασμα, εκδιδόμενο από το αρμόδιο Γραφείο Κτηματολογίου, (ήδη, μετά την τροποποίηση που επήλθε στο εν λόγω άρθρο, με την παράγραφο 15 του άρθρου 1 του ν. 3127/2003, αν δεν μνημονεύεται στο συμβόλαιο και δεν επισυνάπτεται σε αυτό πιστοποιητικό υποβολής δήλωσης, που εκδίδεται από το αρμόδιο Γραφείο Κτηματολογίου).
Σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, κατά τη διάρκεια της ισχύος της κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευσης δεν επιτρέπεται, χωρίς προσκόμιση του προβλεπόμενου στην παράγραφο 1 κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη, μετά το ν. 31 27/2003, του πιστοποιητικού υποβολής δήλωσης που προβλέπεται στην παρ. 1), η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου υπόθεσης που έχει ως αντικείμενο εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία.
Εγγραπτέες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 ιβ του Ν. 2664/1998, είναι, εκτός των άλλων, οι κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ αγωγές και ανακοπές και όλες οι πράξεις οι οποίες εγγράφονται, με βάση την κείμενη εκάστοτε νομοθεσία, στα βιβλία που τηρούνται στα υποθηκοφυλακεία και συνεπώς η προσκόμιση του αναφερομένου στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 2308/1995 κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη πιστοποιητικού υποβολής της σχετικής δήλωσης) είναι απαραίτητη για τη συζήτηση διεκδικητικής αγωγής.
Η μη προσκόμιση του εν λόγω κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη του πιστοποιητικού υποβολής της σχετικής δήλωσης) συνεπάγεται απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής με τέτοιο αντικείμενο. Προϋποτίθεται όμως ότι το ακίνητο που διεκδικείται, στο οποίο και αναφέρεται η αγωγή, βρίσκεται στην κτηματογραφούμενη περιοχή, όπως αυτή οριοθετείται με την υπουργική απόφαση που την κήρυξε υπό κτηματογράφηση, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.2308/1995 και ότι η αγωγή συζητείται κατά το οριζόμενο από το νόμο διάστημα, από την συμπλήρωση ενός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της σχετικής με την ανάρτηση των προσωρινών κτηματογραφικών στοιχείων ανακοίνωσης, έως τον χρόνο των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία, που γίνεται μετά την έκδοση από τον ΟΚΧΕ διαπιστωτικής πράξης περάτωσης της όλης διαδικασίας κτηματογράφησης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης ή και προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της ακρόασης και της υπεράσπισης (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε έφεση των αναιρεσειόντων κατά απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο αυτοί είχαν ισχυρισθεί ότι έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, αφενός σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 του ν.2308/1995 λόγω μη προσκόμισης από τους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους του σχετικού κτηματογραφικού αποσπάσματος και αφετέρου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 και 13 παρ.3 του ν.2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου...", λόγω μη καταχώρησης της ένδικης αγωγής εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της στο κτηματολογικό φύλλο και μη κοινοποίησης στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν (στο αναιρετήριο), ότι είχαν ισχυρισθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ότι η κτηματογράφηση βρισκόταν στο στάδιο από την τελευταία δημοσίευση ανακοίνωσης για την ανάρτηση των προσωρινών κτηματογραφικών στοιχείων έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, αλλιώς, ως απαράδεκτος αφού, όπως προκύπτει από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του αντιγράφου της έφεσης των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι δεν πρόβαλαν τέτοιο ισχυρισμό με την έφεσή τους.
Επίσης, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι όπως προκύπτει από την έφεση των αναιρεσειόντων οι τελευταίοι δεν πρότειναν στο Εφετείο σχετικό (περί απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής για τον προεκτεθέντα λόγο) ισχυρισμό. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 λόγος αναίρεσης, από την μη κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της αγωγής λόγω μη τήρησης των προβλεπομένων από τα άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 2308/1995, 6 παρ.1 και 13 παρ.3 του ν.2664/1998 διατυπώσεων, διότι το προσωρινό απαράδεκτο (απαράδεκτο της συζήτησης) δεν επιβάλλεται από τις διατάξεις αυτές προς κατοχύρωση της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος. 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, και κατ' ορθή εκτίμησή του από τον αριθ. 10 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δέχθηκε ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας που πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς με την 66/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου .να έχει διαταχθεί για τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση αυτή σχετική απόδειξη.
Επίσης με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η ενσωματούμενη στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ως άνω 66/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να κατανείμει εσφαλμένως το βάρος απόδειξης ως προς την αλήθεια του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 5-1-2005 δικογράφου της έφεσης και του από 9-8-2006 δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι δεν πρότειναν στο Εφετείο (με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης) σχετικούς ισχυρισμούς στους οποίους οι ανωτέρω λόγοι στηρίζονται και ειδικότερα ισχυρισμούς για την παράλειψη από την ως άνω προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να τάξει αποδείξεις για τον προαναφερθέντα ισχυρισμό τους και για την κακή κατανομή του βάρους απόδειξης, όπως έπρεπε, ενόψει και του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, 3-.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγμα, συνεπώς, κατά τη διάταξη αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από αυτούς έβδομο λόγο της έφεσης, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη ως μη νόμιμης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασης καταχρηστικής ένστασης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για απόδοση του επίδικου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων των αναιρεσειόντων, δεν προβλήθηκε λόγος έφεσης για την απόρριψη της παραπάνω ένστασης ως μη νόμιμης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γι' αυτό και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό.
Μόνη δε η αναφορά της σχετικής φράσης, που περιελήφθη στον ως άνω (έβδομο) λόγο έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνταν για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου που απέκτησαν με χρησικτησία "έχουμε αποκτήσει το επίδικο με δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας εις το πρόσωπόν μας, καθότι νεμόμαστε το επίδικο ήδη από το 1980, ενώ η αγωγή των αντιδίκων ασκήθηκε όλως καταχρηστικώς μόλις δύο ημέρες πριν συμπληρωθεί 20ετία από τη σύνταξη του υπ' αριθ. 7039/1980 συμβολαίου", η οποία και διατυπώθηκε αποκλειστικά για τη στήριξη της ένστασης ιδίας κυριότητας δεν σημαίνει νόμιμη, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, επαναφορά (με λόγο έφεσης) στο Εφετείο της απορριφθείσης πρωτοδίκως ένστασης καταχρηστικής άσκησης. 4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι, με το να δεχθεί ως κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα (με το να δεχθεί) ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των τελευταίων, υπέπεσε στην από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της ένδικης διεκδικητικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
Συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: α) το 15051/1946 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Γεωργίου Αλαφούζου και β) την από του μηνός Ιουνίου 2006 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, το δεύτερο από τα οποία μάλιστα ρητά μνημόνευσε, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-10-2007 αίτηση των Α. θυγ. Ν. Π. και Ε. Α. Δ. για αναίρεση της 197/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ