452/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated452/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, που τον προβλέπει, αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, ανεξάρτητα από το αν η παράλειψη αυτή αφορά δικονομική ή ουσιαστικό ζήτημα.
Full text
Απόφαση 452 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 452/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη. 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Συνοίκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δήλωσε ότι παρεμβαίνει υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη, που δήλωσε ότι παρεμβαίνει υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-1-1996 αγωγή και 1-4-1996 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε πρόσθετη παρέμβαση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, καθώς επίσης με την από 1-5-1996 παρέμβαση του δεύτερου προς κοινοποίηση διαδίκου και την από 13-6-1996 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2820/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 10-7-2000 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1517/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 6732/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-4-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-12-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και των παραστάντων προς κοινοποίηση διαδίκων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή στα άρθρα 663 έως 675 Α του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών, δεν περιέχεται εξαίρεση του στο άρθρο 81 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα γενικού κανόνα, κατά τον οποίο και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου του δικογράφου αυτής στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 215 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 666, σε συνδυασμό με το άρθρο 231 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως και προφορικώς, ισχύει μόνον κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία (ΑΠ 2054/2006).
Επομένως, οι πρόσθετες παρεμβάσεις, που ασκήθηκαν υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης α) από το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)" και β) από το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ" με προφορικές δηλώσεις των πληρεξουσίων τους δικηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες καταχωρίστηκαν στα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεώς του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη εις βάρος των προσθέτως αυτών παρεμβάντων και υπέρ της αναιρεσείουσας, αφού δεν προκλήθηκε στην τελευταία πρόσθετη δικαστική δαπάνη από τις εν λόγω παρεμβάσεις.-
2.- Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του (απλού) ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 24/1997). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ομοδίκου της αναιρεσείουσας τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατά της οποίας, ως επίσης εναγομένης, είχε απευθυνθεί η ένδικη αγωγή, και υπέρ της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία που να βλάπτει την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.-
3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, που τον προβλέπει, αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, ανεξάρτητα από το αν η παράλειψη αυτή αφορά δικονομική ή ουσιαστικό ζήτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συμμορφώθηκε, ως το δικαστήριο της παραπομπής, προς την υπ΄ αριθ. 1517/2003 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ΄ αριθ. 2820/1999 απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενα.
Όπως προκύπτει από την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, η αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου έγινε κατόπιν παραδοχής ως βασίμου λόγου αναιρέσεως της τότε αναιρεσείουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ... συμβολαιογράφου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την ένδικη από 1-1-1996 αγωγή της η πρώτη αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφος εξέθεσε, ότι αυτή κατ΄ εντολή της αναιρεσείουσας και της τρίτης αναιρεσίβλητης (ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ") συνέταξε το υπ΄ αριθ. ....
πωλητήριο συμβόλαιο, που αφορούσε μεταβίβαση ακινήτων της τελευταίας (τρίτης αναιρεσίβλητης) προς την αναιρεσείουσα, θυγατρική της εταιρεία, ότι η αντικειμενική αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν ανήλθε στο συνολικό ποσό του 1.805.630.008 δραχμών και ότι αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) με βάση την, κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 95 παρ. 1 του τότε ισχύοντος ν. 670/1977 "περί Κώδικος Συμβολαιογράφων", εκδοθείσα και ισχύουσα κατά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου υπ΄ αριθ. 98246 της 27/28-9-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δικαιούτο για τη σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου αναλογικά δικαιώματα συνολικού ποσού 21.669.720 δραχμών και όχι αμοιβή πάγιου ποσού 10.000 δραχμών.
Ζήτησε δε με την αγωγή της να αναγνωριστεί ότι η ήδη αναιρεσείουσα, καθώς και η τρίτη αναιρεσίβλητη εναγόμενες της οφείλουν, εις ολόκληρον κάθε μία, α) το πιο πάνω ποσό των 21.669.720 δραχμών, β) τους μέχρι την άσκηση της αγωγής οφειλόμενους τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού, ανερχόμενους στο συνολικό ποσό των 8.207.764 δραχμών και γ) τους νόμιμους τόκους αμφοτέρων των αμέσως πιο πάνω (υπό τα στοιχεία α΄ και β) χρηματικών ποσών από την άσκηση της αγωγής και εφεξής μέχρι την εξόφληση.
Το Εφετείο με την προαναφερόμενη υπ΄ αριθ. 2820/1999 οριστική απόφασή του, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2γ του ν. 1969/1991, που προβλέπει ότι για τη σύνταξη συμβολαίου με το παραπάνω αντικείμενο η αμοιβή του συμβολαιογράφου περιορίζεται στο πάγιο ποσό των 10.000 δραχμών, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν νομικά αβάσιμη και, κατόπιν τούτου, απέρριψε κατ΄ ουσίαν τις κατά της υπ΄ αριθ. 325/1997 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκηθείσες εφέσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης καθόσον η έφεση αυτή απευθυνόταν κατά των εναγομένων (τρίτης αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας), καθώς και του "Ταμείου Νομικών", που την έφεσή του είχε ασκήσει υπό την ιδιότητά του ως προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης παρεμβάντος, και έτσι επικύρωσε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αφενός απορρίφθηκε η ως άνω ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη και αφετέρου έγινε δεκτή (ως ουσιαστικά βάσιμη) η ανταγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε ότι "η ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) δεν δικαιούται αναλογική αμοιβή για το υπ΄ αριθ. 8744/94 πωλητήριο συμβόλαιό της".
Με την ως άνω αναιρετική απόφαση η πιο πάνω υπ΄ αριθ. 2820/1999 απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε γιατί κρίθηκε ότι το Εφετείο με την απόφασή του αυτήν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και ακόμη εφάρμοσε το άρθρο 84 παρ. 2γ του ν. 1969/1991, το οποίο όμως, ως προσκρούον στην πρώτη διάταξη, δεν ήταν εφαρμοστέο.
Και τούτο γιατί, όπως έγινε δεκτό με την αναιρετική απόφαση, ο περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου σε πάγιο ποσό μέχρι 10.000 δραχμών για τη σύνταξη συμβολαίων για μεταβιβάσεις οποιασδήποτε αξίας, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. Αντιθέτως, ο περιορισμός της αμοιβής (προσδιορισμένης γενικώς και με βάση αντικειμενικά κριτήρια σε αναλογικό ποσοστό επί του αντικειμένου κάθε πράξεως, και με την οποία (αμοιβή) ο δημόσιος λειτουργός συμβολαιογράφος συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας), αποβλέπει στη διευκόλυνση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, που δυνητικώς κατά το οικονομικό συμφέρον τους θα αναλάμβαναν οι τράπεζες.
Πλέον τούτου, ενόψει των στρατηγικής σημασίας παρεχόμενων, με τη ρύθμιση αυτήν του ν. 1969/1991, δυνατοτήτων στις τράπεζες, το ισχύον κατά το χρόνο δημοσιεύσεώς του αναλογικό ποσοστό 1,15% της αμοιβής του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη των κρινόμενων ως σκοπίμων από την τραπεζική επιχείρηση μεταβιβαστικών πράξεων, αποτελεί ασήμαντο παράγοντα στις τραπεζικές επιλογές με βάση το νόμο αυτόν.
Ο δραστικός δε -ενόψει και του ότι οι παραπάνω επιλογές συνδέονται με ιδιαίτερα μεγάλης αξίας μεταβιβάσεις - περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου, σε πάγιο ποσό μέχρι 10.000 δραχμών- το οποίο μάλιστα είχε θεωρηθεί νομοθετικά ως εύλογος περιορισμός αυτής σε χρόνο απέχοντα πλήρη εικοσαετία πριν τη δημοσίευση του ν. 1969/1991- αποτελεί δυσανάλογη συμμετοχή του για την πραγματοποίηση του σκοπού της ρυθμίσεως του νόμου 1969/1991.
Εντεύθεν ο κατά τα άνω περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου, προσδιορισμένης με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τον προβλεπόμενο στον Κώδικα Συμβολαιογράφων τρόπο, δεν είναι σύμφωνος και με την αρχή της αναλογικότητας, ως μη αναγκαίος, απρόσφορος και δυσανάλογος ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτόν σκοπού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφος συνέταξε κατ΄ εντολή της τρίτης αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας το υπ΄ αριθ. .... πωλητήριο συμβόλαιο, που αφορούσε μεταβίβαση ακινήτων της τρίτης αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, αντικειμενικής αξίας 1.805.630.008 δραχμών κατ΄ εκτίμηση των αρμόδιων Δ.Ο.Υ.
περιφέρειας κάθε ακινήτου, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφος δικαιούται, με βάση την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση, για τη σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου αναλογικά δικαιώματα, που ανέρχονται, με βάση την πιο πάνω αντικειμενική αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν, στο συνολικό ποσό των 21.669.720 δραχμών και ήδη στο ισότιμο ποσό των 63.604,75 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβανόμενα, και ότι στην καταβολή του χρηματικού αυτού ποσού προς την πρώτη αναιρεσίβλητη υποχρεούται μόνον η αναιρεσείουσα, επειδή, κατά την παραδοχή του Εφετείου, έχει δημιουργηθεί έθιμο, σύμφωνα με το οποίο η αμοιβή και τα έξοδα του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη συμβολαίου μεταβιβαστικού της κυριότητας ακινήτου καταβάλλεται από τον αγοραστή αυτού και το έθιμο τούτο υπερισχύει της διατάξεως του άρθρου 527 παρ. 1 του ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού επιπλέον δεν αποδεικνύεται από την αναιρεσείουσα συμφωνία της με την τρίτη αναιρεσίβλητη για την καταβολή της αμοιβής της πρώτης αναιρεσίβλητης εξίσου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την πιο πάνω υπ΄ αριθ. 1517/2003 αναιρετική απόφαση. Αντιθέτως συμμορφώθηκε προς αυτήν, αφού έκρινε, μέσα στο όρια που διαγράφονται με την τελευταία (άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφος δικαιούται για τη σύνταξη του ανωτέρω μεταβιβαστικού ακινήτων συμβολαίου αναλογικά δικαιώματα, με βάση την προαναφερόμενη κοινή υπουργική απόφαση.
Επομένως, ο ως άνω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-
3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Πάντως, αν ο ισχυρισμός είναι επουσιώδης, όπως είναι και ο για οποιοδήποτε λόγο μη κρίσιμος, είτε λήφθηκε υπόψη, αν και δεν προτάθηκε, είτε δεν λήφθηκε υπόψη, αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως (βλ. σχ. ΑΠ 571/1994, 352/1979). Εξάλλου, η ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής και δη η αναγόμενη στη μη παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, αντίστοιχα (βλ.
σχ. ΑΠ 610/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσείούσας, που προβλήθηκε με τις προτάσεις της που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, για το ότι η ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν ήδη αόριστη, επειδή, ειδικότερα, αφενός με την ως άνω αναιρετική αρεοπαγιτική απόφαση "δημιουργήθηκε αοριστία της παροχής σε σχέση με την οφειλόμενη στην αντίδικο συμβολαιογράφο (πρώτη αναιρεσίβλητη) αμοιβή εκ της συντάξεως του ως άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας, την οποία αοριστία έπρεπε να άρει το Εφετείο δι΄ αναλόγου εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ με τον προσδιορισμό της αμοιβής της αντιδίκου συμβολαιογράφου σε ποσό εύλογο και ανάλογο με τον επιδιωκόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2β του ν. 1969/91 σκοπό, κατ΄ επιταγή της παρεπεμπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου" και αφετέρου δεν προσδιόρισε η πρώτη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) στοιχεία αναφορικά με το εύλογο και ανάλογο της αμοιβής της.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός ήταν, ως μη κρίσιμος, επουσιώδης, αφού για το ορισμένο της ένδικης αγωγής αρκούσε το γεγονός που αναφερόταν σ΄ αυτήν ότι για τη σύνταξη του σχετικού μεταβιβαστικού ακινήτων συμβολαίου, που κατ΄ εντολή της αναιρεσείουσας και της τρίτης αναιρεσίβλητης είχε συντάξει η πρώτη αναιρεσίβλητη υπό την ιδιότητά της ως συμβολαιογράφου, αυτή δικαιούτο να λάβει τα καθοριζόμενα αναλογικά δικαιώματα με βάση την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί επιπλέον ότι η προκύπτουσα με τον τρόπο αυτό αμοιβή της τελευταίας ήταν και εύλογη και ανάλογη, πολλώ μάλλον εφόσον με την αναιρετική απόφαση έγινε δεκτό, όπως προαναφέρθηκε, ότι το άρθρο 84 παρ. 2γ του ν. 1969/1991 δεν ήταν, ως προσκρούον στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, εφαρμοστέο.
Επομένως το Εφετείο με το να παραλείψει να απαντήσει στον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι΄ αυτό ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται και η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση της παρά το νόμο μη κηρύξεως της ακυρότητας της αγωγής λόγω αοριστίας της, που συνίσταται στη μη αναφορά και των αμέσως πιο πάνω στοιχείων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί για το ορισμένο της αγωγής αρκούσαν τα περιστατικά που εκτίθεντο σ΄ αυτήν, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν και εκείνα που περιέχονται στον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η αιτίαση ότι η αμοιβή της πρώτης αναιρεσίβλητης έπρεπε να περιοριστεί στο από την αναιρεσείουσα προταθέν, ως εύλογο και ανάλογο, ποσό των 2.934,70 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η προσβαλλόμενη αυτή αιτίαση αφορά την από το Εφετείο εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και συγκεκριμένα το ύψος στο οποίο θα έπρεπε να ανέλθει η αμοιβή της πρώτης αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετεί κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, αναγόμενη έτσι στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Απριλίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ" για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6732/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τις υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης πρόσθετες παρεμβάσεις α) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)" και β) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣΗ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ". Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ