452/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 259 του Π.Κ., υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.
Legislator headnote
AI generated452/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα: Στις 25-1-1999 με την υπ' αριθ. ... απόφασή του τοποθέτησε τον πολιτικώς ενάγοντα στα δημοτικά διαμερίσματα (πρώην Κοινότητες) .... , .... και .... με κυκλική μετακίνηση, ενώ με την ίδια απόφαση μετακίνησε τους γραμματείς των ως άνω πρώην Κοινοτήτων, καταγόμενους από αυτές, σε θέσεις υπαλλήλων στην έδρα του Δήμου, χωρίς κανένας να έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του πολιτικώς ενάγοντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 452 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 452/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 233/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούμα. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1919/2004.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 259 του Π.Κ., υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.
α΄ και 263Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του σκοπού αυτού.
Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο ή βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επιπλέον ότι η βούληση του δράστη (υποκειμενικό στοιχείο) κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης.
Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Μόνη η αποδοχή από το Δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασης, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της απόφασης, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της απόφασης δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. 2.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην απόφαση αυτή κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από 14-6-1999 έως 20-1-2000 και στις αναφερόμενες πιό κάτω ημερoχρoνoλoγiες ο κατηγορούμενος δήμαρχος ..... , υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ., με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του και με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα του πολιτικώς ενάγοντος - υπαλλήλου του Δήμου, ο οποίος στις δημοτικές εκλογές ψήφιζε άλλη παράταξη και όχι αυτή του κατηγορουμένου.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος από της εκλογής και αναλήψεως υπηρεσίας του ως δήμαρχος, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται και η τοποθέτηση των υπαλλήλων του δήμου σε θέση ανάλογη του βαθμού τους, των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους, με τις παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις του τοποθετούσε τον πολιτικώς ενάγοντα, μοναδικό πτυχιούχο Οικονομικού Πανεπιστημίου της ΠΕ1 κατηγορίας και από τους ελάχιστους υπαλλήλους του Δήμου που ανήκαν στην ΠΕ κατηγορία, που κατείχε το βαθμό Β ως τις 30-11-1999 και τον βαθμό Α από 1-12-1999, σε διάφορες θέσεις υποβαθμισμένων δημοτικών διαμερισμάτων του Δήμου, με πολύ περιορισμένη εργασία έως μηδενική και την οποία θα μπορούσαν να εκτελέσουν υπάλληλοι μικρότερης βαθμίδας και μικρότερων προσόντων, απομακρύνοντάς τον από την έδρα του Δήμου (..... ) και αποστερώντας την έδρα του Δήμου, από τις υπηρεσίες υπαλλήλου με τέτοια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, που είχε ανάγκη.
Ειδικότερα: Στις 25-1-1999 με την υπ' αριθ. ... απόφασή του τοποθέτησε τον πολιτικώς ενάγοντα στα δημοτικά διαμερίσματα (πρώην Κοινότητες) .... , .... και .... με κυκλική μετακίνηση, ενώ με την ίδια απόφαση μετακίνησε τους γραμματείς των ως άνω πρώην Κοινοτήτων, καταγόμενους από αυτές, σε θέσεις υπαλλήλων στην έδρα του Δήμου, χωρίς κανένας να έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του πολιτικώς ενάγοντος.
Κατά της αποφάσεως αυτής του κατηγορουμένου ο πολιτικώς ενάγων άσκησε την προβλεπόμενη από το νόμο προσφυγή νομιμότητας στην Επιτροπή του άρθρου 18 του ν. 2218, η οποία με την υπ' αριθ. 14/5-3-1999 απόφασή της ακύρωσε την προσβληθείσα απόφαση του κατηγορουμένου, λόγω έλλειψης νομιμότητας, ήτοι για μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας λήψης της (κατάρτιση Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας Δήμου, νομίμως εγκριθέντος και δημοσιευθέντος στο ΦΕΚ).
Με την απόφαση αυτή της Επιτροπής άρθρου 18 Ν. 2218/1994, η οποία αποτελεί εκτελεστή πράξη, με υποχρεωτικότητα συμμόρφωσης από τη διοίκηση, δεν συμμορφώθηκε, αλλά και μετά την άσκηση προσφυγής του κατ' αυτής ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και απόρριψή της και πάλι δεν συμμορφώθηκε, ως όφειλε, δηλαδή με αποκατάσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη θέση από την οποία μη νομίμως τον μετακίνησε.
Για την απόφασή του αυτή αποδόθηκε κατηγορία παράβασης καθήκοντος στον κατηγορούμενο, αλλά με την εκκαλούμενη απόφαση κηρύχθηκε αθώος, λόγω ελαχίστων αμφιβολιών ως προς τον δόλο του, δεδομένου ότι κρίθηκε ότι ήταν η πρώτη απόφαση μετά την ανάληψη των καθηκόντων του και δεν είχε καταρτισθεί ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου.
Όμως : α) Στις 14-6-1999 με την υπ' αριθ. .... απόφασή του ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τον πολιτικώς ενάγοντα στο δ.δ. ... , ως απλό διοικητικό υπάλληλο μέχρι και τις 31-12-1999, δηλαδή σε θέση κατωτέρου κλάδου (κατηγορίας) από αυτό στον οποίο ανήκε ( ΠΕ 1). Μετά από νέα προσφυγή του πολιτικώς ενάγοντος στην Επιτροπή άρθρου 18 Ν. 2218/1994 Ν.
Πρεβέζης κατά της ως άνω αποφάσεως του κατηγορουμένου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 78/30-7-1999 απόφαση της Επιτροπής, η οποία έκρινε και πάλι ως μη νόμιμη την προσβληθείσα απόφαση του κατηγορουμένου και την ακύρωσε, αφού έκρινε ότι τα αντικείμενα εργασίας που ανατέθηκαν στον πολιτικώς ενάγοντα στο δ. δ. ..... (χωριό με ελάχιστους κατοίκους και ανύπαρκτη σχεδόν εργασία) αντιστοιχούν σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα υπαλλήλων κατωτέρων της κατηγορίας ΠΕ κλάδων και μάλιστα αυτό συνέβη, ενώ επέκειτο η συνεδρίαση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, για προαγωγή του πολιτικώς ενάγοντος σε θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης ή Τμήματος στις Υπηρεσίες της έδρας του Δήμου και ενώ υπηρετούσαν τότε 28 υπάλληλοι του δήμου, κατωτέρων του πολιτικώς ενάγοντος κλάδων, β) Στις 16-8-1999 και ενώ είχε εκδοθεί η παραπάνω απόφαση της Επιτροπής άρθρου 18 Ν. 2228/1994, με την οποία όφειλε να συμμορφωθεί, ο κατηγορούμενος εξέδωσε την υπ' αριθ. ....
απόφασή του, με την οποία, χωρίς να επικαλείται νεότερα περιστατικά και μεταβολή συνθηκών, τοποθέτησε και πάλι τον πολιτικώς ενάγοντα στην ίδια θέση του δ.δ. .... μέχρι 10-9-1999, γ) στις 10-9-1999 ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθ. .... απόφασή του τοποθέτησε και πάλι τον πολιτικώς ενάγοντα στο ίδιο δ.δ. .... Κατά των τελευταίων νέων δύο αποφάσεων του κατηγορουμένου, που δήλωναν την εμμονή του να μη συμμορφωθεί με τις προηγηθείσες ακυρωτικές αποφάσεις της Επιτροπής του άρθρου 18 Ν. 2218/1994 ο πολιτικώς ενάγων άσκησε και πάλι αντίστοιχες προσφυγές στην ίδια ως άνω Επιτροπή, οι οποίες έγιναν δεκτές και ακυρώθηκαν ως μη νόμιμες οι προσβληθείσες νέες αποφάσεις του κατηγορουμένου με την υπ' αριθ.125/1999 απόφαση της ως άνω Επιτροπής.
δ) Όμως ο κατηγορούμενος, δηλώνοντας εμμονή στην ίδια μη νόμιμη και βλαπτική για τον πολιτικώς ενάγοντα συμπεριφορά, αλλά και άρνηση συμμορφώσεως προς τις αποφάσεις της Επιτροπής άρθρου 18 Ν. 2218/1994 εξέδωσε στη συνέχεια και δύο νεότερες αποφάσεις του με αριθ. .... και .... , με τις οποίες και πάλι τοποθέτησε τον πολιτικώς ενάγοντα στην ίδια θέση του δ.δ. .... , ε) Στις 20-1-2000 με την υπ' αριθ.....
απόφασή του ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τον πολιτικώς ενάγοντα μέχρι 31-12-2000 στην Οικονομική Υπηρεσία της έδρας του Δήμου (....) , αλλά η απόφαση αυτή κάθε άλλο παρά αποκατάστασή του επέφερε, αφού με την ίδια απόφαση τον υποχρέωνε να μεταβαίνει όλες τις ημέρες της εβδομάδος (πλην Παρασκευής) περιφερόμενος σε διάφορα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου (...., ...., ....) αρκετά απέχοντα από την έδρα του Δήμου και πάλι χωρίς να παρίσταται ανάγκη απασχολήσεως σ' αυτά υπαλλήλου τέτοιων προσόντων, κατηγορίας και βαθμού, αλλά υπήρχε δυνατότητα καλύψεως όποιας ανάγκης των ως άνω δημοτικών διαμερισμάτων με κατώτερης βαθμίδας υπάλληλο και οι εργασίες ήταν ελάχιστες, ενώ στην έδρα του Δήμου και ειδικά στην Οικονομική Υπηρεσία υπήρχε ανάγκη υπαλλήλου και δη οικονομολόγου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τα προσόντα και την εμπειρία του πολιτικώς ενάγοντος.
Ετσι, η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο και μάρτυρά του, «ανάγκη αναβάθμισης» των δημοτικών διαμερισμάτων ή εμφάνισης όγκου εργασίας σ' αυτά αποτελεί αβάσιμη δικαιολογία, αφού η εργασία στα ως άνω δ.δ. ήταν ελάχιστη έως ανύπαρκτη, ήταν διεκπεραιώσιμη από κατώτερο υπάλληλο και ειδικά στο δ.δ. .... πρωτοκολλήθηκαν το 1999 συνολικά 32 έγγραφα (ήτοι 1 έως 7 το μήνα), όπως προκύπτει από το με αριθ. ....
έγγραφο, ενώ η πραγματική του πρόθεση ήταν να μετακινήσει δυσμενώς, να προσβάλει και βλάψει τον πολιτικώς ενάγοντα, επί ζημία και των υπηρεσιών της έδρας του Δήμου, λόγω προσωπικής αντιδικίας και πολιτικής διαφωνίας τους και μη στήριξης του κατηγορουμένου από τον πολιτικώς ενάγοντα στις δημοτικές εκλογές.
Πρέπει να σημειωθεί ότι είναι απολύτως αδικαιολόγητη η πεισματική άρνηση του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί με τις επανειλημμένες και σαφείς αποφάσεις της Επιτροπής του άρθρου 18 Ν. 2218/1994, που του κοινοποιούνταν και οι οποίες ήταν εξοπλισμένες με εκτελεστότητα και υποχρεωτικότητα για τη διοίκηση, πολλώ δε μάλλον όταν και με το υπ' αριθ.
πρωτ. 31141/3-10-1999 έγγραφο του Υφυπουργού Εσωτερικών έλαβε ρητές οδηγίες για το υπηρεσιακό καθήκον του να τοποθετεί υπαλλήλους ανάλογα με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους στις υπηρεσίες του δήμου. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 1999 υπηρετούσαν 21 υπάλληλοι κλάδου ΔΕ, τρεις (3) του κλάδου ΤΕ και τρεις (3) κλάδου ΓΙΕ, μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος έτυχε της αναίτια δυσμενέστερης μεταχειρίσεως από τον κατηγορούμενο, υπέστη μείωσης της προσωπικότητάς του και της υποστάσεώς του ως υπαλλήλου και συνεπώς υπέστη βλάβη.
3. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ.
Ειδικότερα δεν είναι ακριβές ότι στο σκεπτικό παρατίθεται μόνο το διατακτικό της απόφασης, αλλά αντιθέτως με πληρότητα αναφέρονται, πέρα από τα στοιχεία του διατακτικού, όπου εκτίθενται όλα τα απαραίτητα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που συγκροτούν την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, η οποία έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με άλλη ποινική διάταξη που τιμωρεί βαρύτερα την πράξη και όχι σε σχέση με πειθαρχική δίωξη, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω προσδιορίζεται ειδικώς το καθήκον που ο αναιρεσείων έχει παραβεί, το οποίο συνίσταται στην εξακολουθητική άρνηση συμμόρφωσής του στις εκτελεστές πράξεις της Επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 8 του ν. 2218/1994, αλλά και της απόφασης του αρμόδιου Υφυπουργού, με την οποία είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά πράξεων της Επιτροπής, όπως επίσης δεν συμμορφώθηκε και στις οδηγίες που του απηύθυνε ο αρμόδιος Υφυπουργός Εσωτερικών να τοποθετεί τους υπαλλήλους ανάλογα με τα τυπικά και τα ουσιαστικά τους προσόντα στις υπηρεσίες του Δήμου.
Τέλος, δικαιολογείται πλήρως και ο δόλος του αναιρεσείοντος, αφού εκτίθεται ότι αυτός με τις δυσμενείς μετακινήσεις και τοποθετήσεις του πολιτικώς ενάγοντος απέβλεπε στη μείωση της προσωπικότητας και της υπαλληλικής του υπόστασης, λόγω της προσωπικής αντιδικίας και πολιτικής διαφωνίας τους και επειδή δεν στήριξε τον αναιρεσείοντα στις δημοτικές εκλογές.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. 4. Κατά το άρθρο 221 περ. δ΄ ΚΠΔ, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση.
Η ένορκος όμως εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την παραβίασή της. Επομένως είναι απαράδεκτος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος της αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος.
Περαιτέρω είναι απαράδεκτος και ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Β΄ ΚΠΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο προέβη στην ανάγνωση των αναφερομένων τεσσάρων εγγράφων, τα οποία είχαν αναγνωσθεί και πρωτοδίκως, χωρίς «να προκύπτει από τα πρακτικά από ποίον για πρώτη φορά στο ακροατήριο εμφανίσθηκαν», αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠΔ, στο Εφετείο διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364, μεταξύ των οποίων, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, είναι και εκείνα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά στα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκείνου που τα προσκόμισε και είχε ζητήσει την ανάγνωσή τους. 5.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.1 στοιχ. α΄ του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.7 του ν.1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από τα νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων παραπονείται ότι ζήτησε από το Δικαστήριο το λόγο για να υποβάλει ένσταση κατά της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος και ο διευθύνων τη διαδικασία του αρνήθηκε. Ο λόγος προεχόντως είναι αβάσιμος γιατί από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε το λόγο και ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου του αρνήθηκε. 6.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που παρέστη στη δίκη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμόν 233/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ