Legislator Case Law & Legislation
451/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive failure to prove employment contract.

Case Number 451/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their labor claims. The appellants argued that the lower court failed to establish an employment relationship based on specific facts regarding their roles and presence at the company. The court ruled that the appeal was procedurally admissible but substantively unfounded because the appellate court correctly evaluated the evidence and found no proof of subordination or wage agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 648 et seq. of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943: An appeal must be admissible and substantiated by evidence proving the existence of an employment relationship, including subordination and wage payment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility employment relationship subordination test labor law judicial review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
128/19.10.2022
την 128/19.10.2022 πράξη κατάθεση πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στην καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ.
Β661/20.10.2022
την Β661/20.10.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή …Α.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 451 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 451/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Δ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Μ. Μ. του Δ., κατοίκου .... Eκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Χ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κεφαλοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-9-2014 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και την από 15-6-2015 αγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1915/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2021 αίτησή τους και τους από 18-10-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 25.6.2021 αίτηση των εναγόντων Μ. Δ. και Μ. Μ., για αναίρεση της 1915/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ` ουσία την από 13.7.2017 έφεσή τους (εναγόντων) κατά της 861/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία τις από 24.9.2014 και από 15.6.2015 αγωγές, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες άσκησαν τους από 18.10.2022 παραδεκτούς και εμπρόθεσμους πρόσθετους λόγους αναίρεσης (ΚΠολΔ 569), δεδομένου ότι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την 128/19.10.2022 πράξη κατάθεση πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στην καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ. την Β661/20.10.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή …Α. Ν.). Πρέπει επομένως, κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Νόμου 765/1943 προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνον εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας και στον μισθό που συμφωνήθηκε και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί σ` αυτό εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς τις οδηγίες του, δηλαδή κρίσιμο στοιχείο είναι ο μονομερής καθορισμός από τον εργοδότη του χρόνου και του τόπου, κατά τον οποίον ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του, άσχετα με το εάν ο εργοδότης ασκεί το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο δεν εξικνείται μέχρι την κατάλυση της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος υπηρεσιακής δράσεως, ελεύθερης από τον έλεγχο του εργοδότη.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, γιατί εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει, για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεως του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΑΠ 1432/2018, ΑΠ 312/2011, ΑΠ 229/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρούσε (ήδη από το 1979) γκαλερί, η οποία από το έτος 2008 είχε έδρα της το…, σε ένα μίσθιο κατάστημα στην…, στο εμπορικό κέντρο….

Στην πραγματικότητα, η εν λόγω επιχείρηση ήταν μεν στο όνομα της εναγομένης, η οποία παρέμενε η κατά νόμο υπεύθυνη για τις υποχρεώσεις της, αλλά, ιδίως από το έτος 2008, όλες τις πράξεις διαχείρισης, διεύθυνσης και διοίκησης τις επιχειρούσε ο σύζυγός της, Μ. Μ.. Πιο συγκεκριμένα, το αντικείμενο της δραστηριότητας της επιχείρησης αυτής, ήταν μεν η έκθεση στο ως άνω κατάστημα εικαστικών έργων τέχνης, με σκοπό την εμπορία αυτών, αλλά και η διαμεσολάβηση εν γένει στην πώληση τέτοιων έργων τέχνης, εργασίες τις οποίες επιμελούταν ο σύζυγός της εναγομένης, καθώς επίσης, ο ίδιος ενεργούσε και κάθε συναφή με αυτές και αναγκαία πράξη για την επίτευξη του σκοπού της επιχείρησης (παρουσία στο κατάστημα, προώθηση δημοσίων σχέσεων, μετάβαση σε άλλους εκθεσιακούς χώρους, προσωπική επαφή και επικοινωνία με τους πελάτες οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν σταθεροί και μόνιμοι, δειγματισμό σε αυτούς των έργων τέχνης ακόμη και κατ' οίκον κλπ.).

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, ο σύζυγος της εναγομένης (η οποία απείχε από κάθε επαγγελματική δραστηριότητα από το έτος 2008 και σπανίως εμφανιζόταν στη γκαλερί), ενεργώντας τύποις στο όνομά της, συνεργαζόταν με πλήθος προσώπων που σχετίζονταν με την εμπορία ειδών τέχνης. Ειδικότερα, οι συνεργασίες αυτές, οι οποίες είχαν σχεδόν πάντοτε οικονομικό αντικείμενο (αμοιβές, προμήθειες κλπ.), αφορούσαν είτε στη συντήρηση των έργων τέχνης (όπως με τον Π..

Π., από τους μάρτυρες της εναγομένης) ή τη μεσιτεία- υπόδειξη νέων πελατών (όπως με τον Κ.. Γ., από τους μάρτυρες των εναγόντων), είτε ακόμη και τη διευθέτηση ήσσονος οικονομικής σημασίας διαδικασιών, όπως η μεταφορά των προς πώληση έργων. Όσον αφορά στον ενάγοντα, Μ.. Μ., (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) αποδεικνύεται ότι, αυτός ασχολούταν κατά καιρούς με διάφορες εργασίες, μεταξύ των οποίων και τη διαμεσολάβηση στην εμπορία έργων τέχνης, αλλά και την πώληση τέτοιων έργων καθεαυτή.

Γνωριζόταν δε, με το σύζυγο της εναγομένης, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, με τον οποίο είχαν συναλλαγές στο παραπάνω αντικείμενο και, ειδικότερα, ο ενάγων πωλούσε στο Μ.. Μ., είτε έργα τέχνης είτε είδη παλαιοπωλείου τα οποία προμηθευόταν είτε από ιδιώτες είτε από αγορές του Μοναστηρακίου. Η συνεργασία τους αυτή συνεχιζόταν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να αποδεικνύεται κανένα απολύτως στοιχείο σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ τους:

ούτε συμφωνία πρόσληψης αποδεικνύεται, ούτε περιστατικά που να στοιχειοθετούν παροχή εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος. Αποδεικνύεται, βεβαίως, συχνή παρουσία του στο χώρο της γκαλερί της εναγομένης, όπου ο σύζυγός της προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη λειτουργία της, αλλά δεν αποδεικνύεται καμία εργασιακή σχέση μεταξύ τους.

Η συχνή αυτή παρουσία του στην επίδικη γκαλερί, αλλά και η συχνή συνομιλία- συναναστροφή με το σύζυγο της εναγομένης δικαιολογείται (αποδεικτικά) από το γεγονός ότι, το εν λόγω κατάστημα αποτελούσε χώρο συνάντησης, σχεδόν καθημερινά, των εν γένει συνεργατών του Μ.. Μ.υ, των καλλιτεχνών των οποίων τα έργα εξέθετε και διέθετε, φιλότεχνων, υποψηφίων πελατών κλπ., μετατρεπόμενο (το κατάστημα) με τον τρόπο αυτό σε χώρο κοινωνικής συνεύρεσης του ευρύτερου επαγγελματικού κύκλου του συζύγου της εναγομένης.

Ωστόσο, η συχνή παρουσία του ενάγοντος στον εν λόγω τόπο, καθώς και το γεγονός ότι, κάποιες φορές, συνόδευε το σύζυγο της εναγομένης σε δειγματισμούς καλλιτεχνημάτων, δεν αρκούν, ως περιστατικά για να υποστηρίξουν αποδεικτικά τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, όσον αφορά στην ενάγουσα Μ..

Δ., (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) αποδεικνύεται ότι, αυτήν τη γνώρισε και πάλι ο σύζυγος της εναγομένης (γνωριμία της με την ίδια δεν αποδεικνύεται), τον Απρίλιο του 2011, σε έκθεση έργων τέχνης, μετά την οποία ξεκίνησε πολύ συχνή παρουσία και αυτής στην ως άνω γκαλερί, στο πλαίσιο της οποίας γνωρίστηκε και με τον υπόλοιπο επαγγελματικό κύκλο του Μ..

Μ.υ. Από αυτούς ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση με την εκ των συνεργατών του Ά. Ζ. (ή Ζ.), η οποία ήταν, επίσης, διαμεσολαβήτρια εμπορίας ειδών τέχνης και την οποία βοηθούσε τόσο στις μετακινήσεις της όσο και στη διευθέτηση κάθε φύσης υποθέσεων. Επειδή δε η Ά. Ζ. (ή Ζ.) συναλλασσόταν σε διαρκή βάση με το σύζυγο της εναγομένης, η παρουσία τόσο της ίδιας όσο και της ενάγουσας στο επίδικο κατάστημα ήταν πολύ συχνή, η δε ενάγουσα μπορεί να παρέμενε εκεί και για αρκετές ώρες.

Εντούτοις, ούτε για αυτήν αποδεικνύεται καμία συμφωνία πρόσληψης, καμία συμφωνία λήψης μισθού ή υποχρέωση παροχής εργασίας υπό τις εντολές και τις οδηγίες του συζύγου της εναγομένης, πόσω μάλλον της τελευταίας. Ο επικαλούμενος και προσκομιζόμενος από την ίδια, ένας και μόνος χειρόγραφος κατάλογος έργων (ως, ενδεχομένως, αρχή απόδειξης του αποτελέσματος της εργασίας της) είναι αφενός μεμονωμένο και παντελώς αποδυναμωμένο αποδεικτικά δείγμα, αφετέρου εντελώς αντιφατικός με τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι προσλήφθηκε προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της στη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και στην επικοινωνία με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

Ούτε, άλλωστε, η επικαλούμενη κατάθεση των χιλίων ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό του συζύγου της, εκ μέρους του συζύγου της εναγομένης, δύναται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να επιστηρίξει αρχή αποδείξεως συμφωνίας περί καταβολής μηνιαίου μισθού (εφόσον πρόκειται για κατάθεση σε λογαριασμό άλλου προσώπου, για ποσό διάφορο από το δήθεν συμφωνηθέν και σε χρόνο πολύ μακράν από την υποτιθέμενη έναρξη της ιστορούμενης εργασιακής σχέσης, αλλά και για μεμονωμένη ενέργεια μέσα σε διάστημα δύο ετών).

Εξάλλου, το σύνολο σχεδόν των μαρτύρων των εναγόντων καταθέτει περί την παρουσία τους στο κατάστημα και τη συναναστροφή τους με το σύζυγο της εναγομένης, ενώ τα περιστατικά που κατατίθενται σχετικά με την παροχή εξαρτημένης εργασίας καθεαυτή, αφενός είναι ανεπαρκή, αφετέρου ανακρούονται επαρκώς από το σύνολο των μαρτύρων της εναγομένης.

Είναι δε απορίας άξιο, πώς είναι δυνατό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, και οι δύο ενάγοντες να επικαλούνται στις αγωγές "οικονομική εξάρτηση" από την εναγομένη και ταυτόχρονα να ισχυρίζονται ότι, η μεν ενάγουσα εργαζόταν επί δύο σχεδόν έτη χωρίς να έχει λάβει κανέναν απολύτως πλήρη μισθό, ο δε ενάγων να πράττει ομοίως για δυόμισι σχεδόν έτη.

Σημειωτέον επίσης, ως οδηγούν στο ίδιο ως άνω λογικό συμπέρασμα, είναι το γεγονός ότι, ενώ η γκαλερί της εναγομένης έκλεισε το Φεβρουάριο του 2013, περιστατικό το οποίο οι ενάγοντες συνδέουν με την παύση παροχής της "εργασίας" τους, καταφεύγουν στην Επιθεώρηση Εργασίας, η μεν ενάγουσα ένα περίπου χρόνο αργότερα (Ιανουάριο 2014) ο δε ενάγων ενάμισι χρόνο αργότερα (Οκτώβριο 2014).

Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης, ούτε παροχή εργασίας τους στο πλαίσιο απλής σχέσης εργασίας, όλες οι αγωγικές αξιώσεις τυγχάνουν απορριπτέες, ως ουσιαστικά αβάσιμες..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την από 13.7.2017 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 861/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσία η από 24.9.2014 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και η από 15.6.2015 αγωγή του δεύτερου αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Νόμου 765/1943, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθ' όσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειόντων ούτε και της παροχής εργασίας στο πλαίσιο απλής σχέσης εργασίας και δικαιολογούν την απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, όσον μεν αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, δεν καταρτίστηκε συμφωνία για παροχή εργασίας και λήψη μισθού υπό τις εντολές τόσο της αναιρεσίβλητης όσο και του συζύγου της, όσον δε αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα η συνεργασία αυτού μετά του συζύγου της αναιρεσίβλητης αφορούσε την πώληση είτε έργων τέχνης είτε ειδών παλαιοπωλείου και δεν απέβλεπαν στην παροχή εργασίας, ούτε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων τελούσε σε νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη ή τον σύζυγό της.

Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν συντρέχουν, στην προκείμενη περίπτωση, οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή δεν συνέτρεξαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις περί κατάρτισης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή παροχής εργασίας στο πλαίσιο απλής σύμβασης εργασίας, αναφέροντας συγκεκριμένα τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή κατωτέρω παραδοχές, ήτοι:

α) ότι όλες τις εργασίες που απαιτούνταν για την επίτευξη του σκοπού της ατομικής επιχείρησης- γκαλερί της αναιρεσίβλητης και ειδικά την εμπορία και τη διαμεσολάβηση στην πώληση έργων τέχνης, την παρουσία στο κατάστημα, την προώθηση δημοσίων σχέσεων, τη μετάβαση σε άλλους εκθεσιακούς χώρους, την προσωπική επαφή και επικοινωνία με τους πελάτες, το δειγματισμό σε αυτούς των έργων τέχνης ακόμα και κατ' οίκον, επιμελούταν μόνο ο σύζυγός της, ο οποίος συνεργαζόταν με πλήθος προσώπων που συσχετίζονταν με την εμπορία ειδών έργων τέχνης και παλαιοπωλείου και είχε καταστήσει το κατάστημα στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης χώρο συνάντησης, σχεδόν καθημερινά, των εν γένει συνεργατών του, των καλλιτεχνών των οποίων τα έργα εξέθετε και διέθετε, φιλότεχνων και υποψηφίων πελατών, β) ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος ασχολούταν με διάφορες εργασίες, μεταξύ των οποίων και με τη διαμεσολάβηση στην εμπορία έργων τέχνης, συνεργαζόταν, κατά το επίδικο χρόνο, με τον σύζυγο της αναιρεσίβλητης, πουλώντας στον τελευταίο είτε έργα τέχνης είτε είδη παλαιοπωλείου που προμηθευόταν από αγορές στο Μοναστηράκι και ως συνεργάτης είχε συχνή παρουσία στο χώρο της γκαλερί γ) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, την οποία γνώρισε ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης σε έκθεση έργων τέχνης, σύχναζε στο χώρο της γκαλερί και είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση με την συνεργάτιδα του συζύγου της αναιρεσίβλητης και διαμεσολαβήτρια έργων τέχνης, Ά.

Ζ. ή Ζ., την οποία βοηθούσε στις μετακινήσεις της και στη διευθέτηση κάθε φύσης υποθέσεων και δ) ότι ουδέποτε απασχολήθηκαν οι αναιρεσείοντες στην γκαλερί της αναιρεσίβλητης ως εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς η συχνή παρουσία αυτών στον χώρο της γκαλερί, η οποία δικαιολογούταν, κατά τα ανωτέρω, λόγω της συνεργασίας αυτών τόσο με τον σύζυγο της αναιρεσίβλητης, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, όσο με τη διαμεσολαβήτρια και συνεργάτη του συζύγου της αναιρεσίβλητης Ά.

Ζ. ή Ζ., όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, να αποδεικνύει άνευ ετέρου και την σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, μάλιστα, παρά την επικαλούμενη στις αγωγές οικονομική εξάρτησή τους από την αναιρεσίβλητη, επί σχεδόν δύο έτη η πρώτη αναιρεσείουσα και επί σχεδόν δυόμισι έτη ο δεύτερος αναιρεσείων, ισχυρίζονταν ότι εργάζονταν χωρίς να λαμβάνουν μισθό και μόνο αφού έκλεισε η γκαλερί και μετά από ένα και ενάμιση έτος αντίστοιχα καταφεύγουν στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρώτος εκ των προσθέτων λόγος, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικά ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αν και δέχεται ότι υπήρξε συχνή παρουσία αυτών στην επιχείρηση- γκαλερί της αναιρεσίβλητης, εντούτοις, αντιφατικά, καταλήγει στο συμπέρασμα περί μη ύπαρξης εργασιακής σχέσης (σύμβασης εξαρτημένης εργασίας), χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνει αιτιολογίες, όσον αφορά την αιτία της συχνής παρουσίας αυτών στην γκαλερί, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, εφόσον κατά τα προαναφερθέντα διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση αυτής όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό της πόρισμα.

Περαιτέρω σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι παραδεκτά προταθέντες τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου, κρίσιμοι και θεμελιωτικοί των αγωγών ισχυρισμοί τους, που αφορούσαν τη φύση της εργασιακής σχέσης εκάστου εξ αυτών με την αναιρεσίβλητη, δηλαδή τα περιστατικά με τα οποία εξειδίκευαν το είδος της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε ασαφές και μη βέβαιο πόρισμα, αφού δεν αποκρυσταλλώθηκε, ούτε ο ρόλος τους στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, ούτε η ακριβής φύση της μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης εργασιακής σχέσης και τέλος ούτε με ποία ιδιότητα διαπλεκόταν η αναιρεσίβλητη με αυτούς.

Πλην, όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενη απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τη θεμελίωση του αρνητικού πορίσματός του περί μη ύπαρξης εργασιακής σχέσης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς των τελευταίων που θεμελιώνουν την νομική βάση της ένδικης αγωγής τους, καταλήγοντας σε διάφορο πόρισμα από αυτό που επικαλούνται ο αναιρεσείοντες και ειδικά ότι δεν υπήρξε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή παροχή εργασίας στο πλαίσιο απλής σχέσης εργασίας μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης και ότι η συχνή παρουσία αυτών στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, η οποία δικαιολογείται κατά τα ανωτέρω, δεν προσδίδει σε αυτούς την ιδιότητα του εργαζομένου, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε κατάρτιση σύμβασης, ούτε συμφωνία λήψης μισθού για παρεχόμενη εργασία, ούτε εξάρτηση αυτών από την αναιρεσίβλητη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα της τελευταίας να δίνει οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών αυτών (αναιρεσειόντων) και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής τους προς τις οδηγίες αυτές.

Συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις και ειδικά ότι το Εφετείο αορίστως δέχεται, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα την ύπαρξη μιας υποτυπώδους συμβατικής σχέσης μεταξύ αυτού και του συζύγου της αναιρεσίβλητης και δεν προσδίδει σ' αυτήν την επικαλούμενη με την αγωγή και τις προτάσεις εργασιακή σχέση και ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ότι βρισκόταν συχνά στην γκαλερί, χωρίς περαιτέρω να λαμβάνει υπόψη τις επικαλούμενες με την αγωγή της αρμοδιότητες στο πλαίσιο της εργασιακής της σχέσης, ο ίδιος πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.6.2021 αίτηση και τους από 18.10.2022 πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων Μ. Δ. και Μ. Μ. για αναίρεση της 1915/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ