Legislator Case Law & Legislation
451/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against single judge court decision on acquisitive prescription due to inadmissible grounds.

Case Number 451/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding acquisitive prescription. The appellant argued that the lower court accepted unproven facts and ignored evidence, citing Article 559(11) of the Code of Civil Procedure. The court ruled this ground inadmissible because appeals against single judge decisions are limited to specific grounds in Article 560, which does not include the appellant's claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 560 of the Code of Civil Procedure; appeals against single judge court decisions are restricted to specific grounds and do not permit challenges based on unproven facts or ignored evidence.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription single judge court admissibility of appeal Code of Civil Procedure unproven facts evidence admissibility legal standing

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1051 of the Civil Code
Article 976 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 451 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 451/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Φ. του Ι. και Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Τσαντήλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Α. και Ε., 2) Ε., χήρας Α. Π., το γένος Ι. και Β. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ασπρογέρακα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 20-1-2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1554/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5515/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5515/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο, δικάζον ως δευτεροβάθμιο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της 1554/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15.7.2011 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γιαυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία) , ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.

Σε περίπτωση δε καθολικής διαδοχής, η κτήση της νομής επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς Συνεπώς, επί καθολικής διαδοχής αν η νομή του κληρονομουμένου ήταν κτητική, προσπορίσασα σ'αυτόν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, η ίδια νομή μεταβιβάζεται και στον κληρονόμο του, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, συνεχίζει την ίδια κτητική νομή του δικαιοπαρόχου του.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος, του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό του, του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει δική του νομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του.

Εξάλλου κατά το άρθρο 1045 ΑΚ , εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία .

Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ'αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε, πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σ' αυτό και (γενικά, οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας .

Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί , εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα , εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας , αλλά δεν είναι απαραίτητο τη φυσική εξουσία να ασκεί διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενεργείας έργων επί του πράγματος ,ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.

Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του προς το πράγμα, αρκούσας της δυνατότητας προσεγγίσεως του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείσει τρίτο από τη φυσική εξουσία του.

Εξάλλου, η απώλεια της νομής επέρχεται (άρθρο 981 ΑΚ) όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Εάν, όμως, το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκληση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει (ΑΠ 388/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ο οποίος ταυτίζεται με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Τούτο/ διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του.

Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997). .Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η οποία ταυτίζεται με τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ,από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξαιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση .συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασης του, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Αναφέρεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "Με το μοναδικό λόγο της εφέσεως η εκκαλούσα προβάλλει, ότι από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε το αγωγικό αίτημα των εφεσίβλητων, μη δεχόμενο ότι αυτή ήταν καλόπιστος νομέας του επιδίκου, καθώς επίσης και ότι ασκούσε επ'αυτού αδιαλείπτως από το έτος 1976 πράξεις νομής και κατοχής, καθισταμένη αποκλειστική κυρία τούτου, όπως ειδικότερα εκθέτει.

Οι λόγοι αυτοί της εφέσεως είναι νόμιμοι και παραδεκτοί....και πρέπει, συνεπώς, να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα". Στη συνέχεια, δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την παράθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη δέχθηκε αναλέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. …/2009 αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ιλίου Μαρίας Παπαζαχαρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακίου Αχαρνών ...οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 1/4 η δεύτερη επί ενός αγροτεμαχίου, κείμενου στη θέση "..." του Δήμου ..., τέως Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλεως, εμβαδού 169 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με το υπ'αριθ. 4 αγροτεμάχιο, δυτικά με το υπ' αριθμ.

… αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, βόρεια με ιδιοκτησίες Α. και Σ. και νότια με ιδιωτική οδό. Δυνάμει του ανωτέρω συμβολαιογραφικού εγγράφου οι εφεσίβλητοι αποδέχθηκαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, την κληρονομιά του Α. Π., πατρός του πρώτου και συζύγου της δεύτερης, ο οποίος απεβίωσε στις 15-11-2004 , χωρίς να αφήσει διαθήκη.

Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στον θανόντα και δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1974 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Παραβάντη, που μεταγράφηκε νόμιμα ...Ο προεκτεθείς Α. Π. από το έτος 1974, οπότε και αγόρασε το επίδικο ακίνητο, νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως αυτό, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, επ'αυτού όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση του, και, συγκεκριμένα, το επισκεπτόταν, το καθάριζε και το επέβλεπε, έχοντας τη θέληση να το εξουσιάζει ως κύριος.

Τις ανωτέρω πράξεις ο δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων συνέχισε να ασκεί μέχρι το έτος 2001, οπότε εμφάνισε σοβαρά προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα να αποβιώσει κατά το έτος 2004, όπως προελέχθη. Μετά το θάνατο του οι εφεσίβλητοι συνέχισαν να ασκούν συνεχώς, νεμόμενοι με καλή πίστη και διάνοια κυρίου , όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του και συγκεκριμένα να το επισκέπτονται, να το καθαρίζουν από τα αγριόχορτα και να το περιφράσσουν με συρματόπλεγμα, προσμετρουμένου του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους στον χρόνο της δικής τους νομής επ'αυτού (επίδικο).

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν δηλώσεις αναφορικά με το επίδικο στο Κτηματολογικό Γραφείο Ασπροπύργου, όπως ιδίως συνάγεται από τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπ' αριθμ. … και … αποδεικτικά υποβολής. Τέλος, όπως αποδείχθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/2001 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ασπροπύργου Βασιλείου Καμπόλη - Γαλαντόμη, που μεταγράφηκε νόμιμα...

η εκκαλούσα κατέστη αποκλειστική κυρία επί ενός ομόρου με το επίδικο ακίνητο αγροτεμαχίου, εκτάσεως 169 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με το επίδικο ακίνητο, όπως προελέχθη, δυτικά με το υπ' αριθμ. … αγροτεμάχιο, βόρεια με ιδιοκτησίες Α. και Σ. και νότια με ιδιωτική οδό. Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, καίτοι η εκκαλούσα ήταν κυρία του προπεριγραφέντος αγροτεμαχίου, όπως άλλωστε και η ίδια συνομολογεί , κατά το έτος 2002 εισήλθε εντός του αγροτεμαχίου των εφεσιβλήτων , κατέλαβε αυτό παράνομα και αυθαίρετα, χωρίς τη συγκατάθεση των τελευταίων, και ανήγειρε εντός αυτού οικοδομή εμβαδού 100 περίπου τ.μ., γεγονός το οποίο οι εφεσίβλητοι αντιλήφθηκαν το έτος 2008, οπότε και επιδίωξαν να δηλώσουν το επίδικο στο Κτηματολογικό Γραφείο Ασπροπύργου, με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθούν στην εκκαλούσα.

Δυνάμει της από 2-5-2011 εξώδικης δηλώσεώς τους, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 11-5-2011, οι εφεσίβλητοι διαμαρτυρήθηκαν εκ νέου για την εκ μέρους της παράνομη κατάληψη του επιδίκου. Από κανένα δε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι η δικαιοπάροχος της εκκαλούσας υπέδειξε και παρέδωσε σ'αυτήν, αντί του προαναφερθέντος ακινήτου ιδιοκτησίας της το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων, ενόψει του ότι στο προσαρτημένο ως άνω εκτεθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται το - αληθώς - μεταβιβασθέν ακίνητο της εκκαλούσας και όχι το επίδικο, για το οποίο άλλωστε και η ίδια (εκκαλούσα) υπέβαλε στη Δ Ο Υ Ελευσίνας την υπ'αριθμ.

…/2001 δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου, μη υφισταμένου οποιουδήποτε νομικού ελαττώματος της ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως, όπως αβασίμως η εκκαλούσα ισχυρίζεται. Οι ανωτέρω παραδοχές ενισχύονται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των εφεσιβλήτων Φ. Π. και δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, δέχθηκε την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε τους εφεσιβλήτους συγκυρίους επί του επιδίκου και υποχρέωσε την εκκαλούσα να το αποδώσει σ'αυτούς, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και , συνεπώς, ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος..." .? Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ο οποίος ταυτίζεται με το λόγο του αρ. 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα και εκτιμάται ότι αναφέρεται σ' αυτόν) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τους τρεις λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παραπονέθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε χωρίς αιτιολογία όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων, τους οποίους αναγνώρισε συγκυρίους στο επίδικο αγροτεμάχιο και εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς της ίδιας και τα επιχειρήματα που τους ενίσχυαν, σχετικά με την άγνοιά της ότι ανήγειρε την κατοικία της σε ακίνητο όμορο εκείνου που αγόρασε, καθώς το επίδικο αγροτεμάχιο της υποδείχθηκε τόσο από την πωλήτρια, όσο και από τον μηχανικό στον οποίο απευθύνθηκε για την ανέγερση της κύριας κατοικίας της ως το ακίνητο που είχε αγοράσει και συνεπώς είναι καλόπιστη κυρία τούτου.

Επίσης με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ο οποίος ταυτίζεται με τον αρ. 6 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα και εκτιμάται ότι αναφέρεται σ'αυτόν) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά τις παραδοχές της υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανύπαρκτων και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα περί αναγνωρίσεως των αναιρεσίβλητων ως συγκυρίων του επίδικου αγροτεμαχίου και υποχρεώσεως της ίδιας, η οποία έχει ανεγείρει κατοικία επ αυτού να τους το αποδώσει.

Ειδικότερα, με το λόγο αυτό της αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η ίδια "είχε ομολογήσει ότι με βάση τους τίτλους πράγματι.." δεν είχε αγοράσει το επίδικο αγροτεμάχιο, πλην όμως με βάση τα όσα θεωρούσε "ττίστευε καλή τη πίστη και με διάνοια κυρίου" ότι αυτό ήταν δικό της, αφού το επίδικο αγροτεμάχιο της "υπέδειξε ως πωλούμενο" η πωλήτρια του ακινήτου της, όταν το επισκέφθηκαν και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι ήταν καλόπιστη κυρία του επίδικου αγροτεμαχίου "δίχως να αιτιολογήσει την κρίση αυτής και δίχως να λάβει υπόψη της, όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες ενώπιον του ακροατηρίου, καθώς και τα προσκομιζόμενα έγγραφά" της.

Επίσης επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι από όσα παραθέτει στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει με σαφήνεια πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ίδια δεν ήταν καλόπιστη κυρία του επίδικου αγροτεμαχίου και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν έπαυσαν ποτέ να ασκούν πράξεις νομής σ'αυτό, καθώς ενώ δέχεται ότι μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους οι αναιρεσίβλητοι συνέχισαν να ασκούν συνεχώς, νεμόμενοι με καλή πίστη και διάνοια κυρίου όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του και συγκεκριμένα να το επισκέπτονται να το καθαρίζουν από τα αγριόχορτα, να το περιφράσσουν με συρματόπλεγμα, προσμετρούμενου του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους στο χρόνο της δικής τους νομής επ'αυτού...λίγο παρακάτω αναφέρει ότι αυτοί ανακάλυψαν την καταπάτηση...μόλις το έτος 2008..." ενώ εάν πράγματι "ασκούσαν από το θάνατο του πατρός και συζύγου αντίστοιχα, ο οποίος έλαβε χώρα το 2001, όλες τις ανωτέρω πράξεις, θα είχαν διαπιστώσει αναμφισβήτητα την "καταπάτηση" του επίδικου αγροτεμαχίου..." από την ίδια, ήδη από το έτος 2002, όταν και ανήγειρε σ'αυτό την κύρια κατοικία της, επί πλέον δε, δεν αιτιολογεί η απόφαση για ποιο λόγο οι αναιρεσιβαλλόμενοι, αφού ανακάλυψαν την καταπάτηση του επιδίκου από αυτήν το έτος 2008, ανέμεναν επί τρία έτη για να της αποστείλουν την εξώδικη δήλωσή τους.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη "πράγματα" με την έννοια που εκτέθηκε, δηλαδή, έλαβε υπόψη και τους τρεις λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας, που αφορούσαν στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξετάζοντας τη βασιμότητά τους, επανεκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με αυτούς ισχυρισμούς, τους οποίους και απέρριψε.

Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, καθώς, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, η πληττόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενη ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου, τόσο με παράγωγο (συμβολαιογραφική αγοραπωλησία), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι τούτου παραγώγως με κληρονομική διαδοχή, αλλά και πρωτοτύπους με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, την οποία ουδέποτε απώλεσαν μέχρις ότου αντιλήφθηκαν την παράνομη κατάληψη του πιο πάνω ακινήτου από την αναιρεσείουσα.

Ακολούθως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικούς) αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται κανένας από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο αριθμός 11 κατά τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται επί των αποφάσεων (πλην των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται η αιτίαση "ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε ως αληθές το αναπόδεικτο γεγονός, ότι οι εφεσίβλητοι ασκούσαν αδιαλείπτως υλικές πράξεις εξουσίασης διανοία κυρίου επί του επίδικου αγροτεμαχίου, καθώς και ότι ουδέποτε έπαυσαν να τις ασκούν, ισχυρισμός ο οποίος δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα τούτων και έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσίβλητων, παρόλο που συνδέονταν με στενή συγγενική σχέση με τις εφεσίβλητες και ιδίως της Φ.

Π., χωρίς να λάβει υπόψη την κατάθεση της μάρτυρα της εκκαλούσας, Α. Φ., η οποία μεσολάβησε για την αγοραπωλησία για λογαριασμό της, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί με την πληττόμενη απόφασή του στην ουσιαστικά εσφαλμένη κρίση ότι οι εφεσίβλητοι είχαν καταστεί κύριοι του επίδικου αγροτεμαχίου, όπως ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους." Ο λόγος αυτός εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ και είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση και αφορά απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί.

Συνακόλουθα, με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 5515/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).?

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.12.2019 αίτηση για αναίρεση της 5515/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείoυσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης