Legislator Case Law & Legislation
451/2018 AI generated

451/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 451/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

451/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 451 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 451/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Τ. χας Ε. Μ., το γένος Π. Α., 2) Ν. Μ. του Ε., 3) Ε. συζ. Γ. Π., το γένος Ε. Μ., 4) Π. Μ. του Ε., 5) Α - Σ. Π. του Γ. και 6) Γ. Π. του Σ. - Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσούτσο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 18-5-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικώς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1664/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1566/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 11-5-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε, αφενός την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του, του δευτέρου λόγου κατά το πρώτο σκέλος ως προς τις περ. α' και δ' του άρθρου 38 παρ. 4 του ΚΟΚ και του τρίτου λόγου και αφετέρου την απόρριψη των λοιπών λόγων, της από 5-6-2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1566/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 2279/14-3-2017 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Κ., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Μ. Σ.. Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του οικείου πινακίου.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώνται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτοψίας και του συνοδεύοντος αυτήν σχεδιαγράμματος, συγκεκριμένα δε διότι δέχεται ότι: "Η ταχύτητα του πρώτου εναγομένου οδηγού της μοτοσυκλέτας δεν υπερέβαινε τα 50 χ/ώρα, που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή..., γεγονός που ενισχύεται από τα αποτυπωθέντα στον ασφαλτοτάπητα συνεχόμενα ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας του, μήκους 16 μέτρων, τα οποία με βάση το συντελεστή τριβής του οδοστρώματος (0,7) και την κατάσταση αυτού (ξηρό), αποδίδουν ταχύτητα περί τα 50 χιλ/ώρα", ενώ δεν αποτελεί τούτο περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, όπου γίνεται λόγος περί χαραγών και αποξέσεων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττομένη απόφασή του, το μεν, δεν δέχεται πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα, αφετέρου δε δεν έχει στηρίξει την παραδοχή του, περί του ορίου ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, αποκλειστικά στα εν λόγω έγγραφα, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που επικαλείται στην κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (κατάθεση μάρτυρα, έγγραφα ποινικής δικογραφίας).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 20 πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση της παραβάσεως του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο με την παραδοχή ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, δεν υπερέβαινε το όριο των 50 χιλ., συνιστά ουσιώδη παραμόρφωση του περιεχομένου του νομογραφήματος, του εγγράφου δηλ. το οποίο ενσωματώνεται στο δελτίο ιχνών τροχοπεδήσεως για τον υπολογισμό της ταχύτητας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι για το παραδεκτό του λόγου αυτού απαιτείται η ύπαρξη του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου παραμορφώθηκε από το Εφετείο, προκειμένου να ελεγχθεί το διαγνωστικό λάθος στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων υπέπεσε το Εφετείο, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, όπως ισχυρίζονται και οι αναιρεσείοντες, δεν συνετάγη δελτίο ιχνών τροχοπεδήσεως, στο οποίο ενσωματώνεται το νομογράφημα, σε κάθε δε περίπτωση δεν προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως στο Εφετείο οποιοδήποτε έγγραφο χαρακτηριζόμενο ως νομογράφημα. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί.

Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση του αριθ. 20, του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και κατά πιστή μεταφορά του περιεχομένου του αναιρετηρίου, ισχυρίζονται ότι: "το Δικαστήριο απεφάνθη, ότι ο πεζός δεν μπορούσε να καταστεί, εγκαίρως, αντιληπτός από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, διότι διήλθε "...μέσα από πυκνά δεντροφυτεμένη (αδιάσειστος μάρτυρας οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες) διαχωριστική νησίδα...".

Μελετώντας με άλλα λόγια, τις προσκομισθείσες φωτογραφίες (οι οποίες σύμφωνα με την ΚΠολΔ 444 εδ. γ' αποτελούν έγγραφα), έκρινε, ότι η σε αυτές εικονιζόμενη βλάστηση ήταν, τόσο πυκνή, ώστε καθιστούσε αδύνατο τον εντοπισμό της παρουσίας του πεζού από τον αντίδικο...". Εφόσον όμως κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αυτά στα οποία κατέληξε το Εφετείο δεν τα δέχθηκε ως περιεχόμενο εγγράφων, εκείνων δηλ.

των φωτογραφιών, παρέπεται ότι δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά εκτίμηση τούτων με την έννοια που παραπάνω αναφέρεται. Επομένως κατά το σκέλος τούτο ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α', δ' και ε' του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται:

α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν... δ) Σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψιν τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν. ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρθ. 1 ΚΠλοΔ, με την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α', δ' και ε' του Κ.Ο.Κ., διότι οι παραδοχές του δικαστηρίου τούτου ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος δεν στοιχειοθετούν παραβίαση εκ μέρους του πεζού των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ενδιαφέρον μέρος της αναφέρει τα εξής: "...το ένδικο ατύχημα και ο, συνεπεία αυτού, θανάσιμος τραυματισμός του πεζού Ε. Μ., οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, καθόσον δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός πεζός υπό ανάλογες περιστάσεις, Ειδικότερα, αποπειράθηκε να διασχίσει τρέχοντας την παραπάνω οδό ...

εισερχόμενος σε αυτή νύχτα, από σημείο που ούτε διάβαση πεζών υπήρχε, ούτε φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς, και μέσα από πυκνά δεντροφυτευμένη διαχωριστική νησίδα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα εμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρ. 38 παρ. 4 εδ. α, δ και ε' ΚΟΚ)". Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.

α', δ' και ε' του ΚΟΚ εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της ο πεζός "αποπειράθηκε να διασχίσει (την οδό) από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών ούτε φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς και μέσα από πυκνά δεντροφυτευμένη διαχωριστική νησίδα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί, ότι δεν θα εμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων".

Σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή και μόνο της περ. ε' της παρ. 4 του άρθρου 38 του ΚΟΚ αρκούσε για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης. Επομένως ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι: "τα διά της προσβαλλομένης αποφάσεως γενόμενα δεκτά ως πραγματικά περιστατικά, αναφορικώς με τη συμπεριφορά, την οποία επέδειξε ο παρασυρθείς πεζός, υπαγόμενα στον κανόνα δικαίου του άρθρου 38 παρ. 4 περ. ε', καταδεικνύουν την πλήρη συμμόρφωση του θανόντος προς την εν λόγω διάταξη, καθώς διέσχισε, καθέτως, το οδόστρωμα, χωρίς βραδυπορία και χωρίς να διακόψει την κίνησή του".

Επομένως προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας την ως άνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου με τις παραδοχές του κατά τις οποίες ο πεζός κατ' επιταγήν της άνω διατάξεως έπρεπε να προβεί είτε σε ακινητοποίησή του επί του οδοστρώματος, είτε σε οπισθοχώρηση προς την διαχωριστική νησίδα.

Όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το κείμενο της διατάξεως της περιπτώσεως που προπαρατίθεται, οι πεζοί πρέπει να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του εφόσον, βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στην προκειμένη δε περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως "ο πεζός αποπειράθηκε να διασχίσει τρέχοντας την οδό ......

χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα εμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων". Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον δεύτερο λόγο, τρίτο σκέλος, πλήττεται η προσβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρθ. 1 ΚΠολΔ, λόγω μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 Κ.Ο.Κ., ως προς την ρύθμιση της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, εν όψει των επικρατουσών συνθηκών ως προς την παραδοχή της για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού στην επέλευση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την ανάπτυξη του λόγου αυτού, προκύπτει ότι η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται πράγματι στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου περί του ότι η ταχύτητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας δεν υπερέβαινε τα 50 χιλ./ώρα, ήτοι την ανωτάτη επιτρεπομένη και όχι στη μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 2, 3 Κ.Ο.Κ.

Με τον δεύτερο λόγο, τέταρτο σκέλος πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγω μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 1 Κ.Ο.Κ., ως προς την ανάγκη πραγματοποιήσεως αποφευκτικού ελιγμού εκ μέρους του οδηγού και σε καταφατική περίπτωση, ως προς το είδος του απαιτουμένου τοιούτου, ως προς την παραδοχή της για αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος στην επέλευση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την ανάπτυξη του λόγου προκύπτει ότι η προβαλλόμενη αιτίαση παραβίασης της άνω ουσιαστικής διατάξεως του Κ.Ο.Κ., αναφέρεται πράγματι στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου περί πραγματοποίησης ανεπιτυχούς ελιγμού προς τα δεξιά παρά την αιφνίδια είσοδο του πεζού στο οδόστρωμα από σημείο μάλιστα της δενδροφυτευμένης διαχωριστικής νησίδας και όχι στην εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτήν.

Με το δεύτερο λόγο, πέμπτο σκέλος πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την παραδοχή της για αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού στην επέλευση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την ανάπτυξη του λόγου προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη αιτίαση παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται πράγματι στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου και όχι στην ερμηνεία κάποιας διατάξεως ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτήν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη απετέλεσε ή δεν απετέλεσε την αιτία του επιζημίου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του K.Ο.K. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1566/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 17-10-2008 και περί ώρα 20:00 ο Ε. Μ., ηλικίας .. ετών, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δευτέρου, τρίτης και τετάρτου των εναγόντων, παππούς του πέμπτου, αδελφός της έκτης και έβδομης των εναγόντων και πεθερός από θυγατέρα του ογδόου των εναγόντων, εκινείτο πεζός επί της νησίδας ασφαλείας η οποία διαχωρίζει το δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού ..., στην περιοχή του ..., στην οποία κατέληξε αφού διέσχισε κάθετα το ρεύμα πορείας της οδού προς πλατεία Δαβάκη.

Ειδικότερα, αφού διέσχισε το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της οδού ... προς πλατεία Δαβάκη, ανήλθε στη διαχωριστική νησίδα με πρόθεση να διασχίσει και το άλλο ρεύμα πορείας της οδού προς Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας Αττικής και να καταλήξει στο απέναντι πεζοδρόμιο της ως άνω οδού .... Η οδός αυτή είναι διπλής, κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα σε δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται μεταξύ τους με δενδροφυτευμένη νησίδα ασφαλείας και το πλάτος κάθε ρεύματος πορείας ανέρχεται σε επτά (7) μέτρα, ενώ κατά την ως άνω χρονική στιγμή ήταν νύχτα, η κυκλοφορία των οχημάτων αυξημένη και ο καιρός αίθριος.

Ο Ε. Μ. αφού διέσχισε το ρεύμα πορείας της οδού ... προς πλατεία Δαβάκη, από σημείο μάλιστα που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, και ανήλθε στη διαχωριστική νησίδα, επιχείρησε να διασχίσει και το άλλο ρεύμα πορείας προς Γ.Κ.Ν. Νικαίας, κατερχόμενος στο οδόστρωμα από άνοιγμα πλάτους 1,5 μέτρων που υπήρχε στη δενδροφυτευμένη νησίδα, χωρίς καν να ελέγξει αν παρεμβάλλεται στην πορεία των οχημάτων της οδού και δεν εμποδίζει την κυκλοφορία αυτών.

Την παραπάνω χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος Σ. Μ. οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, ασφαλισμένη στην εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί και στη θέση της υπεισήλθε το εναγόμενο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", εκινείτο στην ως άνω οδό ... με κατεύθυνση από πλατεία Δαβάκη προς Γ.Κ.Ν.

Νικαίας. Η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε τα 50 χ/ώρα, που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή, όπως καθορίζεται λόγω του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, γεγονός που ενισχύεται από τα αποτυπωθέντα στον ασφαλτοτάπητα συνεχόμενα ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας του, μήκους 16 μέτρων, τα οποία με βάση το συντελεστή τριβής του οδοστρώματος (0,7) και την κατάσταση, αυτού (ξηρό), αποδίδουν ταχύτητα περί τα 50 χιλ/ώρα.

Ο πεζός Ε. Μ. ενώ ήταν σε θέση να αντιληφθεί ευχερώς την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του εναγομένου επί της οδού, λόγω και των φώτων πορείας της, τα οποία ήταν αναμμένα, και να αναμείνει να ελευθερωθεί το οδόστρωμα από οχήματα, προκειμένου να διασχίσει αυτό με ασφάλεια, εισήλθε αιφνίδια από τη δενδροφυτευμένη με δέντρα και φυτά διαχωριστική νησίδα στο οδόστρωμα, ανάμεσα από την πυκνή δεντροφύτευση της διαχωριστικής νησίδας.

Αποτέλεσμα της αιφνίδιας και ανέλεγκτης εισόδου του πεζού Ε. Μ. ανάμεσα από τη δενδροφύτευση της διαχωριστικής νησίδας όπου στέκονταν, στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος ήταν αυτός (εναγόμενος) να μην έχει τη δυνατότητα να τον αντιληφθεί εγκαίρως, πριν κατέλθει από το έρεισμα της νησίδας στο οδόστρωμα.

Παρόλα αυτά όμως ο εναγόμενος - οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, αντιλαμβανόμενος λίγα μέτρα προ του οχήματός του, τον παραπάνω πεζό, ενήργησε αμέσως αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν κατάφερε να αποφύγει την πρόσκρουση επί του πεζού, διότι ο τελευταίος αντί να ακινητοποιηθεί ή να ανέλθει επί του ερείσματος της διαχωριστικής νησίδας, επιτάχυνε το βηματισμό του προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα η μηχανή να τον παρασύρει.

Δηλαδή, αν και μεταξύ της μοτοσικλέτας και του πεζού μεσολαβούσε μικρή απόσταση, εν τούτοις ο οδηγός της μοτοσικλέτας επιχείρησε άμεσα τον ενδεικνυόμενο για την περίσταση αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει τον πεζό, πλην όμως δεν απέβη επιτυχής λόγω της λανθασμένης εκτίμησης του πεζού να συνεχίσει την πορεία του και μάλιστα επιταχύνοντας το βηματισμό του, με αναπόφευκτη συνέπεια την παράσυρσή του.

Τελικώς, παρασύρθηκε από το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας και κατέπεσε επί σταθμευμένου οχήματος δεξιά της οδού. Ο πεζός μεταφέρθηκε στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιά, όπου επήλθε ο θάνατός του λόγω βαρέων κακώσεων θώρακος και λεκάνης (σχ. η υπ' αριθμ. ….-4-2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά).

Όλα τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο τόσο από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Δ. Γ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έχει ιδίαν αντίληψη του συμβάντος, αφού ακολουθούσε, οδηγώντας δικό του δίκυκλο μοτοποδήλατο τον α' εναγόμενο, οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, με τον οποίο ουδεμία σχέση συγγενική ή φιλική έχει, σε συνδυασμό με τα έγγραφα της σχηματισθείσης από τα όργανα της Τροχαίας ποινικής δικογραφίας και ιδίως την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξαν αμέσως μετά το ατύχημα οι επιληφθέντες προανακριτικοί υπάλληλοι.

Υπό τα πλήρως αποδειχθέντα ανωτέρω περιστατικά το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του πεζού Ε. Μ. οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, καθόσον δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός πεζός υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, αποπειράθηκε να διασχίσει τρέχοντας την παραπάνω οδό ...

εισερχόμενος σε αυτή νύχτα, από σημείο που ούτε διάβαση πεζών υπήρχε, ούτε φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς, και μέσα από πυκνά δενδροφυτευμένη (αδιάσειστος μάρτυρας οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες) διαχωριστική νησίδα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα εμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρ. 38 παρ. 4 εδ.

α, δ και ε' ΚΟΚ). Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι στο ατύχημα συνετέλεσε και πταίσμα του πρώτου εναγομένου οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με σύνεση και προσοχή και εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε την ανωτάτη επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χιλ./ώρα, ενώ η αιφνίδια είσοδος του πεζού από σημείο μάλιστα της δενδροφυτευμένης διαχωριστικής νησίδας που δεν του επέτρεπε να τον αντιληφθεί εγκαίρως, κατέστησαν, όπως παραπάνω σημειώθηκε αλυσιτελή τον ενδεδειγμένο από τις περιστάσεις ελιγμό προς τα δεξιά που επιχείρησε.

Και βέβαια δεν ήταν ενδεδειγμένη οδική συμπεριφορά να διατηρήσει σταθερή την πορεία του ο εναγόμενος, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, διότι η συνετή κίνηση κάθε οδηγού είναι να επιχειρήσει να αποφύγει το εμφανιζόμενο στην πορεία του εμπόδιο και όχι να κατευθυνθεί προς αυτό, ενώ δεν ήταν δεδομένη και ούτε ενδεδειγμένη η προς τα εμπρός κίνηση του πεζού.

Κατά συνέπεια και εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, ότι δηλαδή αποκλειστικός υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πεζός, συγγενής των εναγόντων, απορρίπτοντας στη συνέχεια την αγωγή, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης έφεσης των εναγόντων τυγχάνουν κατ' ουσίαν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και εντεύθεν η έφεση στο σύνολό της...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την αμελή συμπεριφορά του παθόντος πεζού Ε. Μ., έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εξειδικεύσεως της αόριστης νομικής έννοιας της υπαιτιότητας. Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού, ο οποίος αποπειράθηκε να διασχίσει τρέχοντας την οδό ...

νύκτα, από σημείο στο οποίο δεν υπήρχαν διάβαση πεζών και φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς, μέσα από πυκνά δενδροφυτευμένη διαχωριστική νησίδα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα εμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος σύνδεσμος της υπαίτιας συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Η υπαγωγή δε αυτών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ οι ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αναιρεσείοντες σχετικά με την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος, είναι επουσιώδεις που δεν εμποδίζουν, ούτε αναιρούν το, ως άνω, αποδεικτικό πόρισμα για αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού, εφόσον οι εν λόγω ελλείψεις και ασάφειες καλύπτονται πλήρως από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ότι αποδείχθηκαν, χωρίς όμως να έχει εκτιμήσει σχετικές αποδείξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και συγκεκριμένα στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, στην ανωμοτί κατάθεση της τρίτης εκ των εναγόντων, στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και η σχηματισθείσα ποινική δικογραφία και στα διδάγματα της κοινής πείρας.

Επομένως ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της παραβάσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την οποία το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπ' όψη του πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον εκ μέρους τους προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, κατά τον οποίο ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, παρότι αντελήφθη τον πεζό, παρέλειψε να μετριάσει την ταχύτητά του όπως όφειλε, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 εδ. β' Κ.Ο.Κ., διά ενεργοποιήσεως του συστήματος τροχοπεδήσεως του οχήματός του. Περαιτέρω όμως οι αναιρεσείοντες κατά την ανάπτυξη του αυτού λόγου αναφέρονται, κατ' αντίθεση προς τα προεκτεθέντα, στην εσφαλμένη παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως περί ανευρέσεως ιχνών τροχοπεδήσεως επί του οδοστρώματος. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της κατά τα άνω αντιφατικότητάς του.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθ. 12 άρθρο 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα δεν απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στην έκθεση αυτοψίας των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων που αποδεικνύει ότι η ορατότητα δεν περιοριζόταν, αλλά αντίθετα αγνόησε την έκθεση αυτή.

Από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 340 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πράγμα που ιδίως συμβαίνει αν ο νόμος, αποκλίνοντας από την αρχή, κατά την οποία το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα ρητά, ορίζει ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποτελεί πλήρη απόδειξη και εν τούτοις το δικαστήριο δεν αποδίδει στο υπό συζήτηση αποδεικτικό μέσο τη δύναμη της πλήρους απόδειξης. Από δε τα άρθρα 355 ως 367 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο νόμος δεν ορίζει ρητά ότι το αποδεικτικό μέσο της αυτοψίας αποτελεί πλήρη απόδειξη, με συνέπεια βέβαια το δικαστήριο της ουσίας να κρίνει ελεύθερα αυτό το αποδεικτικό μέσο. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο έκτος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν θεώρησε ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη η σχετική με την κρινόμενη υπόθεση έκθεση αυτοψίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι έναντι του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως νομίμου ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης, το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου λόγω της ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 417/2014) αίτηση για αναίρεση της 1566/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς 1658133, 1658134, 1658135 (Δημοσίου) και 066380, 066381, 066382 (ΤΑΧΔΙΚ) στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως νομίμου ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ