451/2016 · 451/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 451 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 451/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο ΖευγÏ...
Full Text of the Judgment · 451/2016
Απόφαση 451 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 451/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χρυσάνθη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, κατόπιν συγχωνεύσεως με εξαγορά, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 2) εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Δημόσια Εταιρία ΛΙΜΙΤΕΔ ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, με νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς α.ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δεύτερης αναιρεσίβλητης, και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ταταράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 1) 12-6-2009 αγωγή και 2) 16-9-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, 3) 11-3-2010 κύρια παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου και 4) 16-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6311/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3634/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2014 αίτησή της. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 24-10-2014 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 26-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η πρόσθετη υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης παρέμβαση της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3634/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ’ ουσίαν (και) η από 12-2-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 6311/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχαν απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, οι από 12-6-2009 και 16-9-2010 αγωγές της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, η πρώτη από τις οποίες είχε ως αντικείμενο την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης ύψους 1.970.314 €, λόγω επέλευσης ασφαλιστικού κινδύνου και η δεύτερη αφορούσε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Επίσης, με την ίδια (πρωτόδικη) απόφαση είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 16-9-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, ενώ έγινε δεκτή και κατ’ ουσίαν η από 11-3-2010 κυρία παρέμβαση της τελευταίας, με την οποία είχε ζητήσει αφενός να αναγνωρισθεί ότι η κατάσχεση που επιβλήθηκε από αυτήν στο επίδικο ακίνητο δυνάμει της αναφερόμενης έκθεσης κατάσχεσης, εκτείνεται και επί της οφειλόμενης (και διεκδικούμενης από την αναιρεσείουσα) ασφαλιστικής αποζημίωσης και αφετέρου να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, το ποσό αυτής (αποζημίωσης), προκειμένου εν συνεχεία να διανεμηθεί, στους συμμετέχοντες στην εκτελεστική διαδικασία, με την κατάταξη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ κατά την οποία αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 8/1998). Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" ασκεί με το από 24-10-2014 δικόγραφο της πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", με την οποία ζητεί την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά την τελευταία, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον το γεγονός ότι στις 26-3-2013 υπεισήλθε με ειδική διαδοχή, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, στο ουσιαστικό δικαίωμα αυτής, ως επισπεύδουσας ενυπόθηκης δανείστριας της καθ’ ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... κυρίας του επίδικου ακινήτου, το οποίο (δικαίωμα) συνίσταται στην προνομιακή ικανοποίηση της από την υπέγγυα στην κατάσχεση επίδικη ασφαλιστική αποζημίωση. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 του ν. 2496/1997, που άρχισε να ισχύει από την 16.5.1997, συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση ο συμβαλλόμενος ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενο - λήπτη της ασφάλισης ή σε τρίτο το ασφάλισμα, δηλαδή την αποζημίωση έως το τυχόν συμφωνημένο ανώτατο όριο (ασφαλιστικό ποσό), όταν επέλθει ο ζημιογόνος κίνδυνος από τον οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστικός κίνδυνος ή ασφαλιστική περίπτωση) κατά την τυχόν συμφωνημένη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης. Στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 χρησιμοποιείται ο διεθνώς δόκιμος όρος "λήπτης της ασφάλισης" αντί του όρου ασφαλισμένος που χρησιμοποιεί ο ΕμπΝ, αφού το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή μπορεί να μην είναι ο ίδιος ασφαλισμένος. Για να καλυφθεί δε και αυτή η περίπτωση, αντί του περιγραφικού "προσώπου του ενεργούντος την ασφάλιση" που χρησιμοποιεί ο ΕμπΝ (άρθρο. 203) και του αόριστου όρου "αντισυμβαλλόμενος" προτιμήθηκε ο πιο πάνω όρος του "λήπτη της ασφάλισης" (βλ. Εισηγ. Έκθεση του ως άνω νόμου). Ειδικότερα, κατά την παρ.2 του άρθρου 1 η ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο, το αντικείμενο και τη χρηματική του αξία ή την περιουσία που απειλούνται η σχετίζονται με την επέλευση, το είδος των κινδύνων, το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σε συνδυασμό προς τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 4 και 6 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου. Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Αυτό δύναται να συμβεί με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, τη δήλωση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης κλπ. Στην περίπτωση όμως που η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους που δεν είναι ενσωματωμένοι στο ασφαλιστήριο, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου, που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο, μαζί με το ασφαλιστήριο. Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στο λήπτη της ασφάλισης τους παραπάνω όρους, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο και τους εν λόγω όρους, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιωθεί γραπτά εντός 14 ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης το λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν, σε χωριστό έντυπο, υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν παρέλθει η άνω προθεσμία άπρακτη η σύμβαση ισχύει αναδρομικά, από το χρόνο της σύναψης της, ενώ σε περίπτωση εναντίωσης ματαιώνεται η σύναψη αυτής (σύμβασης). Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά την πάροδο 10 μηνών, από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου, ενώ το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής. Περαιτέρω,, κατά τη διάταξη του άρθρου 1287 ΑΚ όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Ο δανειστής έχει υποχρέωση να καταθέσει το ποσό της αποζημίωσης δημόσια για να γίνει η διαδικασία της κατάταξης. Αν όμως το ενυπόθηκο είναι οικοδομή, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, να απαιτήσει να διατεθεί το ποσό της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της οικοδομής. Αν η αποκατάσταση αυτή δεν πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα χρόνο από την καταβολή της αποζημίωσης, το ποσό κατατίθεται δημόσια και γίνεται η διαδικασία της κατάταξης. Σκοπός της προαναφερόμενης διάταξης είναι η αποτροπή χειροτέρευσης της θέσης του ενυπόθηκου δανειστή λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Προβλέποντας ο νόμος την άσκηση του δικαιώματος της υποθήκης "και επί της εκ ταύτης (ασφάλισης) οφειλόμενης αποζημίωσης", αντιλαμβάνεται το ασφάλισμα ως υποκατάστατο του ενυπόθηκου, που υπόκειται στην ίδια εμπράγματη επιβάρυνση και ακόμη στην ίδια προνομιακή ικανοποίηση του ενυπόθηκου δανειστή. Χωρίς τη διάταξη αυτή θα επερχόταν μείωση της εξασφάλισης του ενυπόθηκου δανειστή σε περίπτωση καταστροφής ή ζημίας του ασφαλισμένου ακινήτου, αφού με την καταστροφή και εξαφάνιση του ενυπόθηκου αποσβήνεται η υποθήκη και με τη ζημιά μειώνεται η αξία στην οποία ο δανειστής απέβλεπε για να εξασφαλιστεί. Αντίθετα, ο ενυπόθηκος οφειλέτης θα αποκόμιζε περιουσιακό στοιχείο (ασφαλιστική αποζημίωση), υποκατάστατο του ενυπόθηκου κτήματος, προορισμένο να εξασφαλίσει το δανειστή με προνομιακή ικανοποίηση του από το πράγμα. Επίσης, κατ’ αρθρ. 992 παρ.3 ΚΠολΔ, αν το κατασχεμένο είναι ασφαλισμένο, η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση. Με τη ρύθμιση αυτή, που είναι εξασφαλιστική του συμφέροντος του δανειστή, επεκτείνεται η κατάσχεση και στην αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση, οσάκις, μετά την κατάσχεση του πράγματος που ασφαλίστηκε επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος. Με τη διάταξη αυτή δεν τίθεται ως προϋπόθεση της ως άνω επέκτασης της κατάσχεσης η προηγούμενη ειδοποίηση του ασφαλιστή και, συνεπώς, η κατάσχεση δεν πάσχει από την παράλειψη αυτή. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 956 αριθμ.7 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος πραγματοποιήθηκε μετά την κατάσχεση, ο ασφαλιστής καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την αποζημίωση που οφείλεται. Με την εν λόγω διάταξη τίθεται κανόνας συνεχόμενος με αυτόν του 953 παρ. 6, σύμφωνα με τον οποίο αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μετά την κατάσχεση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλλει την ασφαλιστική αποζημίωση που οφείλεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η υποχρέωση αυτή του ασφαλιστή αρχίζει από την κατάσχεση και διαρκεί έως τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση, προϋποθέτει όμως την προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση του για την κατάσχεση από τον κατασχόντα, αφού κατά το εδ. β’ της ανωτέρω διάταξης η καταβολή της αποζημίωσης στον καθ’ ού η εκτέλεση πριν από την έγγραφη αυτή ειδοποίηση, ενεργεί αποσβεστικώς για τον ασφαλιστή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Μεταξύ της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και της εναγομένης (και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." καταρτίστηκαν στις 28-2-2003 και 20-11-2003 ασφαλιστικές συμβάσεις και εκδόθηκαν αντιστοίχως τα υπ’ αριθμ. .../05 ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία ανανεώνονταν κατ’ έτος και συγκεκριμένα το μεν πρώτο εξ αυτών ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από την 1.2.2008 έως την 1.2.2009 με το αριθμ. ... ανανεωτήριο συμβόλαιο, το δε δεύτερο ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από την 1.8.2008 μέχρι την 1.8.2009 με το αριθμ.... ανανεωτήριο συμβόλαιο και με τα οποία ασφαλίστηκε κατά των κινδύνων πλημμύρας, πυρκαγιάς, σεισμού, κλοπής μετά από διάρρηξη, από στάσεις και απεργίες και συμπληρωματικών κινδύνων, ένα ακίνητο, ευρισκόμενο εντός της κτηματικής Περιφέρειας... του Δήμου Κισσάμου, συνολικής εκτάσεως του οικοπέδου 8 περίπου στρεμμάτων..., επί του οποίου υπήρχαν καλυμμένοι και ημιϋπαίθριοι χώροι και το οποίο χρησιμοποιούνταν ως ξυλουργικό εργοστάσιο επίπλων. Η βιομηχανική αυτή μονάδα, είχε ως αντικείμενο εργασιών της την εκτέλεση παραγγελιών επίπλων και ξυλουργικών εργασιών κυρίως από μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες από όλη την Ελλάδα, αλλά και από επιχειρήσεις εστίασης. Αποτελείτο δε από: 1) διώροφο κτίριο, συνολικής έκτασης 1.750 τμ που περιελάμβανε στο ισόγειο τηλεφωνικό κέντρο και αποθήκη και στον Α’ όροφο δύο γραφεία και μικρό διαμέρισμα με ένα δωμάτιο, κουζίνα, λουτρό, 2) μεταλλική αποθήκη, 3) διώροφο κτίσμα που περιελάμβανε στο ισόγειο τρία γραφεία χωρισμένα με ελαφρά χωρίσματα και στον Α’ όροφο ένα ενιαίο χώρο γραφείων, 4) ενιαία αίθουσα με μηχανήματα εργοστασίου μεταλλικά, 5) διώροφο κτίριο με οπλισμένο σκυρόδεμα που περιλαμβάνει στο ισόγειο ενιαίο χώρο με μηχανήματα και ηλεκτρολογείο και στον Α’ όροφο ενιαία αποθήκη, 6) τετραώροφο κτίσμα επιφάνειας 650 τμ που περιελάμβανε στο ισόγειο χώρο επίπλων, στον Α’ όροφο ενιαίο χώρο που γίνονταν το λουστράρισμα των επίπλων, στον Β’ όροφο ενιαίο χώρο με έκθεση επίπλων και στον Γ όροφο (ξύλινη κατασκευή) ενιαία αποθήκη, 7) υδατόπυργο, 8) διώροφο κτίσμα που χρησιμοποιούνταν στο ισόγειο ως εργοστασιακός χώρος και στον Α’ όροφο αποθηκευτικός χώρος. Το ακίνητο αυτό η ιδιοκτήτρια εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." είχε εκμισθώσει στην ενάγουσα δυνάμει του μεταξύ τους συναφθέντος από 26-11-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης διάρκειας δώδεκα ετών, αρχομένης της μίσθωσης την 1-1-2003 και λήγουσας την 31-12-2014, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την μισθώτρια για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εταιρικού της σκοπού, ειδικότερα δε ως χώρος επεξεργασίας ξύλου, επιτρέποντας σ’ αυτή κατ’ άρθρο 4 να το εξοπλίσει πλήρως με δικό της μηχανολογικό εξοπλισμό και γενικά να κάνει με δική της ευθύνη και επιμέλεια κάθε απαραίτητη επέμβαση για να γίνει ο χώρος ενιαίος, λειτουργικός και αποδοτικός. Επιπλέον, με τον όρο 6 του ως άνω μισθωτηρίου συμβολαίου επετράπη στη μισθώτρια εταιρία να ενεργήσει στο μίσθιο οποιαδήποτε τροποποίηση ή μεταρρύθμιση, ώστε να καταστεί αυτό λειτουργικό για τις επιχειρηματικές της ανάγκες, πάντοτε όμως με δικές της δαπάνες και χωρίς καμία αποζημίωση της, συμφωνώντας περαιτέρω ρητά στο άρθρο 12 του ανωτέρω μισθωτηρίου συμβολαίου ότι τυχόν επωφελείς δαπάνες θα παρέμεναν σε όφελος του μισθίου, χωρίς κανένα δικαίωμα αποζημίωσης της μισθώτριας εταιρίας. Επομένως, όλες οι δαπάνες που τυχόν πραγματοποίησε η μισθώτρια παραμένουν προς όφελος της ιδιοκτήτριας. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι σι αξιώσεις της εκμισθώτριας από το ως άνω μεταξύ των ανωτέρω καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό είχαν εκχωρηθεί προς την Τράπεζα με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ..." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... .../19.2.2003 σύμβασης εκχωρήσεως - ενεχυριάσεως απαιτήσεων, κοινοποιηθείσας στην μισθώτρια ανωτέρω ανώνυμη εταιρία με την αριθμ. .../3-3-2003 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ε. Π., καθώς και προς τη Δ.Ο.Υ. Καστελλίου Κισσάμου με την αριθμ. .../3.3.2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ε. Φ.. Η τράπεζα είχε εκκαθαρισμένη απαίτηση βάσει εκτελεστού τίτλου κατά της οφειλέτιδάς της, ιδιοκτήτριας του επιδίκου ακινήτου "..." και είχε επιβάλει υποθήκη επί του ανωτέρω οικοπέδου μετά της επ’ αυτού βιομηχανικής μονάδας - ξυλουργικού εργοστασίου επίπλων, για απαίτηση της ύψους 1.760.821,72 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, η Τράπεζα Κύπρου στις 16.3.2004, έχοντας εκκαθαρισμένη απαίτηση δυνάμει εκτελεστού τίτλου (υποθήκη) άσκησε την εμπράγματη αγωγή κατά της κυρίας του εν λόγω ασφαλισμένου κτιρίου, προκειμένου να ικανοποιηθεί προνομιακά από την αξία του, δηλαδή επέβαλε κατάσχεση του ακινήτου δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/16.3.2004 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Ε. Π., η οποία καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο εκθέσεων με αυξ. αριθμό ... και καταχωρήθηκε στο βιβλίο των κατασχέσεων στον τόμο… και με αυξ. Αριθμό…. Η Τράπεζα Κύπρου αποδείχθηκε ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στην κατάρτιση του προαναφερομένου μισθωτηρίου συμβολαίου και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της ενάγουσας - μισθώτριας αποδεικνύονται ουσία αβάσιμοι. Αυτό προκύπτει περαιτέρω και από το χρόνο της εκχώρησης, αφού η Τράπεζα κατέστη εκδοχέας των αξιώσεων από το εν λόγω μισθωτήριο, τρεις (3) περίπου μήνες μετά την υπογραφή του. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν είχε καμία ανάμειξη και συμμετοχή στην κατάρτιση της προαναφερομένης συμβάσεως ασφαλίσεως της ενάγουσας με την ασφαλιστική εταιρία, καθόσον το υπ’ αριθμ. .../2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το οποίο ασφαλίστηκε το ενυπόθηκο ακίνητο, περιήλθε σε γνώση της μέσω φαξ που απέστειλε σ’ αυτή η ενάγουσα στις 18.3.2003. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την επιβολή της ως άνω κατάσχεσης και συγκεκριμένα την 25.8.2008 εκδηλώθηκε πυρκαγιά, οφειλόμενη σε βραχυκύκλωμα, εντός της χρονικής περιόδου ισχύος των ως άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο παραπάνω εργοστάσιο με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του κτιριακού συγκροτήματος και του περιεχομένου του. Η ασφαλιστική αποζημίωση, η οποία προσδιορίστηκε από τους πραγματογνώμονες της ασφαλιστικής εταιρίας για το ύψος των ζημιών στα κτίρια και το περιεχόμενο τους ανήλθε στο συνολικό ποσό των έξι εκατομμυρίων τριάντα οκτώ χιλιάδων (6.038.000) ευρώ, το οποίο αναλύεται σε ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων εξήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα έξι (4.067.686) ευρώ για το περιεχόμενο και ένα εκατομμύριο εννιακόσιες εβδομήντα χιλιάδες τριακόσια δέκα τέσσερα (1.970.314) ευρώ για τα κτίρια. Από το σύνολο της ανωτέρω αποζημίωσης η μισθώτρια έλαβε μόνο το ποσό των 4.067.686 ευρώ, δηλαδή μόνο το ποσό το οποίο αφορούσε το περιεχόμενο και όχι το υπολειπόμενο ποσό των 1.970.314 ευρώ που αφορούσε τα κτίρια, το ύψος του οποίου και η οφειλή του δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Πλην όμως, η ασφαλιστική εταιρία αρνήθηκε να της καταβάλει την ασφαλιστική, αποζημίωση, με το .αιτιολογικό ότι η μισθώτρια ασφαλισμένη δεν είναι δικαιούχος αυτής, καθώς αυτή δεν είναι ιδιοκτήτρια αυτών των κτιρίων. Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ιδίως από το περιεχόμενο των ανωτέρω συμβάσεων ασφάλισης αποδείχθηκε ότι δικαιούχοι του ασφαλίσματος για τα κτίρια αυτού και το περιεχόμενο τους ορίστηκαν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες τους, δηλαδή όπως προκύπτει από την ανάγνωση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για το μεν περιεχόμενο ήταν η μισθώτρια, για το δε ακίνητο δικαιούχος ήταν η ιδιοκτήτρια-εκμισθώτρια με την επωνυμία "...", δηλαδή επρόκειτο στην ουσία για κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης υπέρ τρίτου, για λογαριασμό άλλου αναφορικά με το σκέλος της ασφάλισης που αφορούσε την ασφάλιση του κτιρίου. Ειδικότερα από την πιστή κατά γράμμα ανάγνωση των ανωτέρω ασφαλιστικών συμβάσεων προκύπτει ότι στα ασφαλιστήρια συμβόλαια αναφέρεται ο υπότιτλος "...", ο οποίος όμως δεν μένει κενός, δηλαδή ασυμπλήρωτος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η μισθώτρια, αλλά αντιθέτως εξειδικεύεται αμέσως πιο κάτω με την προσθήκη του υπότιτλου ".... Κάτω από τον υπότιτλο αυτό, υπάρχει άλλος ένας υπότιτλος, που αναφέρει τη λέξη "ονοματεπώνυμο", όπου είναι συμπληρωμένη η φράση "ΟΙ ΝΟΜΙΜΟΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ" και στον έτερο υπότιτλο που αναφέρει τη λέξη "ποσοστό" είναι συμπληρωμένη η φράση "100% ΚΥΡΙΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ", Επομένως, οι συμβαλλόμενοι όρισαν ως δικαιούχους της ασφαλιστικής αποζημίωσης για τη μεν οικοδομή την ιδιοκτήτρια αυτής, για το δε περιεχόμενο τη μισθώτρια και Ιδιοκτήτρια αυτού, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί της μισθώτριας -ασφαλισμένης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα αίτηση της για σύναψη της ένδικης ασφαλίσεως αφού σ’ αυτήν δεν αναφέρεται τίποτε στο σκέλος που αφορά το δικαιούχο του ασφαλίσματος. Επομένως, η επίδικη ασφάλιση ως προς το σκέλος που αφορά στα κτίρια είναι γνήσια ασφάλιση υπέρ τρίτου, καθώς έχει συναφθεί για λογαριασμό άλλου και συγκεκριμένα για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία έχει υπέρτερο ασφαλιστικό συμφέρον έναντι της μισθώτριας ενάγουσας, να διατηρηθεί το πράγμα στην κατάσταση που ήταν πριν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και να μη θιγεί με την επέλευση του κινδύνου, οπότε αυτή είναι και η δικαιούχος του ασφαλίσματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ορισμός της ιδιοκτήτριας εκμισθώτριας ως δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν συνιστά άδικη ή και κακόπιστη πράξη εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς έλαβε χώρα κατόπιν συμφωνίας με τη μισθώτρια λαμβάνοντας υπόψη την αληθινή φύση της ασφάλισης ζημιών και παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της ασφαλισμένης μισθώτριας. Η τελευταία γνώριζε εξαρχής ότι σε περίπτωση βλάβης του ακινήτου η ασφαλιστική εταιρία δεν θα κατέβαλε σε αυτήν αλλά στην ιδιοκτήτρια, οπότε όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι εάν η πραγματική της βούληση ήταν να είναι η ίδια δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημιώσεως ως προς το κτίριο, θα έπρεπε αυτό να περιληφθεί στο σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Επομένως, δικαιούχος του ασφαλίσματος που αφορά την οικοδομή είναι η εκμισθώτρια ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ευθύς μετά την κατάρτιση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων η ενάγουσα-μισθώτρια παρέλαβε αυτά και ουδέποτε αντέλεξε στο περιεχόμενο τους, προέβαινε σε ανεπιφύλακτη καταβολή των αντιστοιχούντων ασφαλίστρων και κυρίως ουδέποτε άσκησε εντός της οριζόμενης προθεσμίας τα υπό του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα της εναντίωσης ή υπαναχώρησης και επομένως οι όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων δεσμεύουν και την ίδια. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, η Τράπεζα Κύπρου χωρίς καθυστέρηση ειδοποίησε εγγράφως την ασφαλιστική εταιρία σχετικά με την προϋφιστάμενη της επέλευσης του κινδύνου κατάσχεση κατ’ άρθρο 956 παρ. 3 εδ. β’ ΚΠολΔ, καθώς και για το δικαίωμα υποθήκης της επί του καταστραφέντος κτιρίου, με την από 26.8.2008 εξώδικη δήλωση της, η οποία κοινοποιήθηκε με την αριθμ. .../27.8.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Α. Κ.. Στη συνέχεια, η Τράπεζα Κύπρου με την από 6.11.2008 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της απευθυνόμενη προς α) την ασφαλιστική εταιρία, β) την εκμισθώτρια-ιδιοκτήτρια, γ) τη συμβολαιογράφο - υπάλληλο του πλειστηριασμού και δ) τη μισθώτρια, και η οποία κοινοποιήθηκε στην ασφαλιστική εταιρία την 12.11.2008 με την αριθμ. .../10.11.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Π., επανέλαβε την ως άνω δήλωση της και κάλεσε την ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει το μέρος της ασφαλιστικής αποζημίωσης που αφορά τη ζημία των κτιρίων, των συστατικών και παραρτημάτων τους προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού, προκειμένου να ασκήσει επ’ αυτής το υποθηκικό δικαίωμα της, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ουδεμία αξίωση διατηρούσε σε σχέση με την ασφαλιστική αποζημίωση του περιεχομένου του. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και της μισθώτριας εταιρίας με την επωνυμία "..." καταρτίστηκε το από 23.12.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου καταβλήθηκε στη δεύτερη ασφαλιστική αποζημίωση ποσού 4.067.686 ευρώ για το περιεχόμενο του εργοστασίου και με το οποίο συμφωνείται και αναγνωρίζεται ότι το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό των 1.970.314 ευρώ να παραμείνει στην ασφαλιστική εταιρία και να καταβληθεί αυτό ατόκως όταν προσδιοριστεί το πρόσωπο του δικαιούχου του ασφαλίσματος, επιφυλασσομένης της ενάγουσας όλων των νομίμων δικαιωμάτων της, δεδομένου ότι αυτό ήταν κατασχεμένο, ενώ είχε εγγραφεί σε βάρος του υποθήκη υπέρ της Τράπεζας Κύπρου. Επομένως, αφού η προαναφερόμενη κατάσχεση του επιδίκου ακινήτου προϋπήρχε της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, αυτή (κατάσχεση) ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση και πρέπει αυτή να καταβληθεί στο συμβολαιογράφο - υπάλληλο του πλειστηριασμού, εν προκειμένω στη συμβολαιογράφο Καστελλίου Κισσάμου Μαρία Τζεϊράνη - Τζανάκη για να διανεμηθεί εν συνεχεία εν όλω ή εν μέρει στους δικαιούχους αυτού. Συνακόλουθα και με βάση τα προαναφερόμενα δεν μπορεί εν προκειμένω να θεμελιωθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της ασφαλιστικής εταιρίας έναντι της ενάγουσας (μισθώτριας ασφαλισμένης), δεδομένου ότι σύμφωνα με την σχετική σύμβαση ασφάλισης η ιδιοκτήτρια του ασφαλισθέντος κτιρίου είχε όντως ασφαλιστικό συμφέρον για την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης και μάλιστα υπέρτερο της ενάγουσας (μισθώτριας), καθόσον σύμφωνα με σχετικό όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου σι προσθήκες και λοιπές επεκτάσεις των κτιρίων θα παρέμεναν προς όφελος της ιδιοκτήτριας και επομένως ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι υποβλήθηκε σε δαπάνες διαρρύθμισης του ακινήτου συνολικού ύψους 270.000 ευρώ δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση και δεν δικαιολογεί υπέρτερο δικό της συμφέρον... Σημειώνεται, ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής (κυρίας παρεμβάσεως) παρά τη σύνταξη του αριθμ. .../2010 πίνακα κατάταξης δανειστών, δεδομένου ότι κατά του πίνακα αυτού εκείνη άσκησε την από 21.7.2010 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 594/2010) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες δύο αγωγές της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέες ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, ενώ η ανωτέρω κύρια παρέμβαση έπρεπε να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι η κατάσχεση που επιβλήθηκε από την κυρίως παρεμβαίνουσα επί του οικοπέδου και των κτισμάτων, ισχύει και επί της οφειλομένης αποζημίωσης, υποχρεούμενης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την πρώτη αγωγή της αναιρεσείουσας και την κυρία παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 2496/1997, 1287 ΑΚ και 992 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις σχετικές νομικές σκέψεις, ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ’ αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και έβδομος λόγοι, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Η αναιρεσείουσα, με τον ως άνω πρώτο λόγο, (κατά το πρώτο μέρος του), προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν.2496/1997, η οποία ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, διότι το περιεχόμενο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων παρεκκλίνει, αναφορικά με το δικαιούχο της επίδικης αποζημίωσης, από τις αιτήσεις ασφάλισης, (από τις οποίες προκύπτει ότι δικαιούχος αυτής είναι η ίδια) και η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν συμμορφώθηκε με τις επιβαλλόμενες από τη διάταξη αυτή υποχρεώσεις της, Η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι υπήρξε η επικαλούμενη ως άνω παρέκκλιση και η οποία (και αν υφίστατο) δεν θα ασκούσε έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού υπάρχει ρητή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι συμβαλλόμενοι (αναιρεσείουσα και πρώτη αναιρεσίβλητη) συμφώνησαν, (κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ασφάλισης) και όρισαν (στο ασφαλιστήριο) ότι δικαιούχος της επίδικης αποζημίωσης θα ήταν ο ιδιοκτήτης των (καταστραφέντων από την πυρκαγιά) κτηρίων.
Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιούχου του ασφαλίσματος που αφορούσε την καταστροφή (λόγω της πυρκαγιάς) των επίδικων κτηριακών εγκαταστάσεων, δεδομένου ότι διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντίφαση, ότι οι συμβαλλόμενοι (αναιρεσείουσα και πρώτη αναιρεσίβλητη) συμφώνησαν και όρισαν ως δικαιούχο της ασφαλιστικής αποζημίωσης για την (καταστραφείσα από την πυρκαγιά) οικοδομή την ιδιοκτήτρια αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....".
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι ο πρώτος, κατά το δεύτερο και τέταρτο μέρος, και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (και) διότι "αν και δέχεται ότι αυτή δεσμεύεται από τους ασφαλιστικούς όρους και από αυτόν για τον ορισμό της ιδιοκτήτριας, διότι δεν εναντιώθηκε στους όρους εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ούτε αντέλεξε στο περιεχόμενο τους, δεν δέχεται συγχρόνως, πότε έγινε η παράδοση των ασφαλιστηρίων, ώστε να αρχίσει η προβλεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις προθεσμία των 14 ημερών, αν μας ενημέρωσε για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα των ασφαλιστηρίων και αν μας χορήγησε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης, για να αρχίσει η προθεσμία των 14 ημερών, τέλος, συνιστά αντιφατική αιτιολογία η αναφορά στη μη υπαναχώρηση μας, αφού η άσκηση αυτής θα είχε ως συνέπεια τη λύση της σύμβασης και όχι τη μη δέσμευση μας από τους ασφαλιστικούς όρους". Η αιτίαση όμως αυτή αναφέρεται σε αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που εκφέρθηκε εκ περισσού και δεν στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο, όπως προεκτέθηκε στηρίζεται στο πιο πάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν και όρισαν (με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο) ως δικαιούχο της ασφαλιστικής αποζημίωσης για την οικοδομή την ιδιοκτήτρια αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ανωτέρω δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλει και αιτιάσεις αναφορικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με το δικαιούχο της επίδικης ασφαλιστικής αποζημίωσης. Οι αιτιάσεις αυτές είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτες.
Ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον ένατο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι, με το να μη δεχθεί (ως αποδειχθέντα) τα αναφερόμενα στη δεύτερη αγωγή της πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης. εξαιτίας της οποίας και υπέστη την αναφερόμενη ζημία, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 197,190 και 361 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Εφετείο ούτε αμέσως αλλά ούτε και εμμέσως προέβη σε διαπίστωση κενού στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων μερών στα ένδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια, αναφορικά με το πρόσωπο του δικαιούχου της επίδικης ασφαλιστικής αποζημίωσης. Η ως άνω αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης "ότι εάν η πραγματική βούληση (της αναιρεσείουσας) ήταν να είναι η ίδια δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης ως προς το κτίριο, θα έπρεπε αυτό να περιληφθεί στο σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο" δεν περιέχει έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, ως προς την έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων, (αναφορικά με το πρόσωπο του δικαιούχου του επίδικου ασφαλίσματος), όπως η αναιρεσείουσα αβάσιμα υποστηρίζει, διότι είναι προφανές ότι γίνεται όχι προς άντληση επιχειρήματος προς τον σκοπό της ερμηνευτικής κάλυψης ελλείμματος σαφήνειας της δήλωσης βούλησης αυτών (συμβληθέντων), αλλά προς ενίσχυση της κρίσης, ότι ο ορισμός (με συμφωνία των μερών) της ιδιοκτήτριας εκμισθώτριας ως δικαιούχου της επίδικης ασφαλιστικής αποζημίωσης, δεν συνιστά "άδικη ή και κακόπιστη πράξη" εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας και ότι κατά συνέπεια η σχετική, (στηριζομένη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις), αγωγή της αναιρεσείουσας είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατ’ ακολουθίαν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, το Εφετείο, μη προσφεύγοντας σε αυτές, δεν τις παραβίασε, ο δε αντίθετος, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (περί ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης των εν λόγων ερμηνευτικών κανόνων), τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ’ άρθρο 79 παρ.1 ΚΠολΔ "αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας διαδικασίας". Για το παραδεκτό της κυρίας παρέμβασης απαιτείται έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος, που θεμελιώνεται στην αντιποίηση, ολική ή μερική, του αντικειμένου της αρχικής δίκης και συγκεκριμενοποιείται με την υποβολή καταψηφιστικού αιτήματος ως προς το αυτό πράγμα ή με την υποβολή αναγνωριστικού αιτήματος ως προς το ίδιο δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Τράπεζα Κύπρου (δεύτερη αναιρεσίβλητη) άσκησε με το από 11.3.2010 δικόγραφο κύρια παρέμβαση στη δίκη, που ανοίχθηκε με την προαναφερθείσα από 12.6.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας με αντικείμενο την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης ποσού 1.970.314 ευρώ, εξαιτίας της καταστροφής, από πυρκαγιά, του επίδικου εργοστασίου (κτηριακών εγκαταστάσεων), που είχε μισθώσει από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ισχυριζόμενη ότι έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της παρέμβασης, διότι κατά της ως άνω εκμισθώτριας και ιδιοκτήτριας του επίδικου ασφαλισμένου ακινήτου διατηρεί απαίτηση συνολικού ύψους 995.577,18 ευρώ από συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου και πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ’ αυτή (παρέμβαση). Ότι για την εξασφάλιση της ανωτέρω απαίτησης της παραχωρήθηκε από την πιστούχο εταιρεία το δικαίωμα υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου και στη συνέχεια στις 16.3.2004 επέβαλε κατάσχεση αυτού δυνάμει της αναφερόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης. Ότι μετά την επιβολή της εν λόγω κατάσχεσης επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος με την εκδήλωση της πυρκαγιάς στο επίδικο κτηριακό συγκρότημα (εργοστάσιο) και ότι, ως ενυπόθηκη δανείστρια, ζήτησε από την δεύτερη καθ’ ης η κυρία παρέμβαση να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, που αφορούσε την καταστροφή του εργοστασίου (κτηριακού συγκροτήματος), στην υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο Μαρία Τζεϊράνη - Τζανάκη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 992 παρ.3, 956 παρ.7 και 996 παρ.4 ΚΠολΔ. Με βάση το ιστορικό αυτό η κυρίως παρεμβαίνουσα ζήτησε να απορριφθεί η από 12.6.2009 (πρώτη) αγωγή της αναιρεσείουσας και α) να αναγνωρισθεί ότι η κατάσχεση που επιβλήθηκε απ’ αυτήν, δυνάμει της ως άνω έκθεσης κατάσχεσης, εκτείνεται και επί της οφειλόμενης ασφαλιστικής αποζημίωσης και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού το ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ανερχόμενο στο ποσό των 1.970.314 ευρώ. Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα της ένδικης κύριας παρέμβασης δεν υπάρχει υπέρβαση του αιτήματος της κύριας αγωγής, καθόσον με αυτή (παρέμβαση) επιχειρήθηκε αντιποίηση του αντικειμένου της, δηλαδή της ασφαλιστικής αποζημίωσης και πληρωμή-καταβολή της στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, δεδομένου ότι το καταστραφέν κτηριακό συγκρότημα ήταν κατασχεμένο και η ιδιοκτήτρια αυτού ετύγχανε, κατά τα επικαλούμενα από την κυρίως παρεμβαίνουσα, δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της ένδικης κύριας παρέμβασης, λόγω (δήθεν) διεύρυνσης του αντικειμένου της δίκης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του.
Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου (πέμπτου), κατ’ εκτίμηση από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν απέρριψε την ένδικη κύρια παρέμβαση ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, δεδομένου ότι η ως άνω αρχικώς επιβληθείσα κατάσχεση του πιο πάνω κτηριακού συγκροτήματος (εργοστασίου) περιορίστηκε μόνο στο οικόπεδο και δεν αφορά και το καταστραφέν εργοστάσιο, όπως προκύπτει, από την μνημονευομένη (στην κύρια παρέμβαση) 662/13-1-2010 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου, που συντάχθηκε μετά την έκδοση της 363/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία διορθώθηκε η (αρχική) 445/2004 έκθεση κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Ε. Π.. Ο λόγος αυτός είναι, αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη διόρθωση, κατ’ άρθρο 954 παρ.3 ΚΠολΔ, της περιγραφής του κατασχεμένου ακινήτου, προκειμένου να εκτεθεί σε πλειστηριασμό το εναπομείναν, μετά την καταστροφή των κτισμάτων, οικόπεδο, δεν μπορεί να επιφέρει κατά νόμο την έννομη συνέπεια του περιορισμού της κατάσχεσης στο ως άνω οικόπεδο, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται.
Τέλος, η αναιρεσείουσα με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου (πέμπτου), από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι μετά την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου και τη σύνταξη του 3836/2010 σχετικού πίνακα κατάταξης δανειστών η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δεν νομιμοποιείται πλέον να δεχθεί την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Σύμφωνα όμως με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η κυρίως παρεμβαίνουσα έχει ασκήσει κατά του ανωτέρω πίνακα κατάταξης την από 21-7-2010 με αριθ. εκθ. κατ.594/2010 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και κατά συνέπεια έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής (παρέμβασης), αφού με την τυχόν παραδοχή της ανακοπής αυτής θα ανακύψει θέμα τροποποίησης του πίνακα αυτού. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της ένδικης κύριας παρέμβασης, δεν υπέπεσε στην πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ως άνω πέμπτος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Εξάλλου, η ζημία του ατόμου στα ηθικά αγαθά (ηθική βλάβη) αποκαθίσταται με τη μορφή χρηματικής ικανοποίησης μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος (ΑΚ 299) και τέτοιες περιπτώσεις είναι σι διατάξεις για προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και των αδικοπραξιών (57, 59, 932 ΑΚ). Χρηματική ικανοποίηση για αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης από δικαιοπραξία δεν επιδικάζεται, εκτός αν τα ίδια πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν ταυτόχρονα και αδικοπραξία. Τούτο, δε, συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία. Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 16.9.2010 αγωγής της η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει των .../2005 και .../2005 ασφαλιστηρίων συμβολαίων είχε καταρτίσει με την πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ασφάλισης, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν κινδύνους, μεταξύ των οποίων και για τον κίνδυνο πυρκαγιάς, του αναφερομένου εργοστασίου (κτηριακών εγκαταστάσεων και του περιεχομένου του), που βρισκόταν σε ακίνητο στην περιοχή ... του Δήμου Κισσάμου Χανίων, το οποίο είχε μισθώσει από την (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στην εναγομένη (και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", η οποία από πρόθεση και εν γνώσει της ότι η ιδιοκτήτρια του ασφαλισμένου κτηρίου ήταν κατάχρεη, έχοντας ήδη υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο, αλλά και του ότι σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου η ιδιοκτήτρια δεν θα είχε τη δυνατότητα και το συμφέρον να ανασκευάσει το κτήριο, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, συμφωνώντας η ασφάλιση να γίνει στο όνομα και για λογαριασμό αυτής (ενάγουσας), γνωρίζοντας μάλιστα ότι (αυτή) θα προέβαινε σε μεγάλο αριθμό δαπανών για την βελτίωση του κτηρίου. Ότι αντίθετα με τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη η εναγομένη, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, κάλεσε με δύο εξώδικες δηλώσεις την ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, που αφορούσε την καταστροφή των κτηρίων του εργοστασίου, στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, άσκησε δε κύρια παρέμβαση προκειμένου να υποχρεωθεί η ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει την αποζημίωση στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ γνώριζε ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης ήταν μόνο αυτή (ενάγουσα). Ότι από την παράνομη ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία την εμπόδισε να λάβει την οφειλόμενη από την ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωση και να αποκαταστήσει το κατεστραμμένο εργοστάσιο, αυτή ζημιώθηκε κατά το ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ενώ υπέστη επιπλέον ζημία από την απώλεια των διαφυγόντων κερδών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει: το συνολικό ποσό των 6.529.461,80 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, την οποία υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, καθώς και το ποσό του 1.500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης (που υπέστη). Το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι η ως άνω αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα και στη συνέχεια απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 6311/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως. Η απόρριψη της αγωγής από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Τα αναφερόμενα και επικαλούμενα σ αυτή περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά που διαγράφουν οι διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Ειδικότερα η επικαλούμενη άδικη συμπεριφορά της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, δηλαδή η προσπάθεια αυτής να παρεμποδίσει την ενάγουσα να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση με διαρκείς οχλήσεις προς την ασφαλιστική εταιρεία μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, προκειμένου να λάβει εκείνη αυτή (αποζημίωση), ζητώντας λόγω της επιβληθείσης κατασχέσεως να καταβληθεί το ασφάλισμα στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, περαιτέρω δε η άσκηση της κυρίας παρεμβάσεως στη δίκη επί της αγωγής της ενάγουσας με αίτημα την πληρωμή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, προκειμένου να απορριφθεί αυτή (αγωγή) και στη συνέχεια να καταβληθεί η ασφαλιστική αποζημίωση στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, δεν συνιστά άδικη πράξη, καθόσον όλα τα περιστατικά αυτά κατατείνουν στην προάσπιση των νομίμων δικαιωμάτων της εναγομένης ως κατάσχουσας και ενυπόθηκης δανείστριας του καταστραφέντος από την πυρκαγιά ακινήτου, το οποίο ήταν υπέγγυο και κατασχεμένο και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, καθόσον ελλείπει η βασική προϋπόθεση της παρανόμου πράξεως για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας, επιπλέον, οι ενέργειες αυτές της εναγόμενης δεν είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη καθόσον ελλείπουν οι βασικές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αγώγιμης αξίωσης, δηλαδή: α) συμπεριφορά της εναγομένης αντίθετη στα χρηστά ήθη, β) πρόκληση ζημίας στην ενάγουσα και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως και της επελθούσης ζημίας. Συγκεκριμένα, οι επικαλούμενες από την ενάγουσα ενέργειες της εναγομένης προ της καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, δηλαδή η συμμετοχή της στις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της σύμβασης, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την παρεμπόδιση ή τη ματαίωση του επικαλούμενου δικαιώματος της ενάγουσας, δεδομένου ότι η ικανοποίηση του εξαρτάται κύρια από τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης και τις διαθέσεις της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρίας να αναγνωρίσει το επικαλούμενο δικαίωμα και επομένως η μη πληρωμή του ασφαλίσματος στην ενάγουσα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ, ούτε εκείνες των άρθρων 178 και 281 ΑΚ, που επιπλέον επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή, που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο, (το οποίο και το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του), είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Τούτο διότι υπό τα αναφερόμενα σ’ αυτήν (αγωγή) περιστατικά δεν πληρούται το πραγματικό του κανόνα των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν ήταν υπαίτια και παράνομη, με την έννοια της αντίθεσης της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης, αλλά απέβλεπε στην προάσπιση των ανωτέρω νόμιμων δικαιωμάτων της.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ενδέκατος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997).
Συνεπώς, ο ανωτέρω (ενδέκατος) λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη στο κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της ως άνω αγωγής ως μη νόμιμης είναι απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και ένατο λόγους, κατά το πρώτο μέρος τους, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι στην αίτηση που υπεβλήθη από αυτήν στην πρώτη αναιρεσίβλητη για τη σύναψη της επίμαχης ασφάλισης "δεν αναφέρεται τίποτε στο σκέλος που αφορά το δικαιούχο του ασφαλίσματος", παραμόρφωσε το εν λόγω έγγραφο (αίτηση), αφού από αυτό προκύπτει ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος ήταν η ίδια, δεδομένου ότι "ως συμβαλλόμενη - λήπτρια της ασφάλισης άφησε ασυμπλήρωτα (στην εν λόγω αίτηση) τα στοιχεία τόσο του ασφαλιζόμενου όσο και του δικαιούχου της αποζημίωσης, με την πρόδηλη έννοια ότι δεν ήθελε να είναι άλλα πρόσωπα εκτός από αυτή ο ασφαλιζόμενος και ο δικαιούχος της αποζημίωσης". Οι λόγοι αυτοί έτσι που διατυπώνονται είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση αυτού και συναγωγή από αυτό αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ως ορθό. Πέραν τούτου οι ανωτέρω λόγοι είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτοι αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στήριξε στο πιο πάνω έγγραφο (αίτηση για σύναψη της επίδικης ασφάλισης) αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμα του, ότι οι συμβαλλόμενοι (αναιρεσείουσα και πρώτη αναιρεσίβλητη) συμφώνησαν και όρισαν (κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ασφάλισης) ως δικαιούχο της επίδικης ασφαλιστικής αποζημίωσης, (που αφορά τα κτήρια), την ιδιοκτήτρια αυτών, αλλά στήριξε τούτο και σε άλλα αποδεικτικά μέσα και, κυρίως, στο περιεχόμενο των πιο πάνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι αν το Εφετείο δεν προέβαινε σε εσφαλμένη ανάγνωση του άνω εγγράφου (αίτησης για ασφάλιση) θα διαπιστωνόταν ότι δικαιούχος της επίδικης αποζημίωσης ήταν αυτή και ότι κατά συνέπεια υπήρχε παρέκκλιση μεταξύ αίτησης για ασφάλιση και ασφαλιστηρίου, δεν ασκεί έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, (όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενη σκέψη), ενόψει της ως άνω ρητής παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, περί συμφωνίας των συμβαλλομένων αναφορικά με το πρόσωπο του δικαιούχου της επίδικης αποζημίωσης.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. β’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις, αλυσιτελείς και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απερρίφθη για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο: α) Με τους τρίτο και ένατο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους, διότι δεν έλαβε υπόψη την νομοτύπως προβληθείσα ένσταση από την παρ. 5 του άρθρου 2 ν. 2496/1997 περί παρέκκλισης του περιεχομένου των επίδικων ασφαλιστηρίων, αναφορικά με την ταυτότητα του δικαιούχου του ασφαλίσματος, από τη σχετική αίτηση της για τη σύναψη των συμβάσεων ασφάλισης, β) με τον όγδοο λόγο, διότι δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ και γ) με τον δέκατο λόγο, διότι δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στην από 16-9-2010 αγωγή της, με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία, κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ισχυρισμό της, ότι η τελευταία παρέβη τις ρητές οδηγίες που της έδωσε με τις σχετικές αιτήσεις για ασφάλιση της ιδίας και όχι και για λογαριασμό της εκμισθώτριας εταιρείας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και ειδικότερα οι υπό στοιχείο α’ ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "η κρίση του, (αναφορικά με το δικαιούχο του ασφαλίσματος που αφορά την καταστροφή των κτηριακών εγκαταστάσεων), δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα αίτηση της για σύναψη της ένδικης ασφάλισης, αφού σ’ αυτήν δεν αναγράφεται τίποτα στο σκέλος που αφορά τον δικαιούχο του ασφαλίσματος", απέρριψε την ως άνω ένσταση εκ του πράγματος, ο υπό στοιχείο β’ ως απαράδεκτος, αφού η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο " ότι η κυρία παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι η αξίωση της για καταβολή του ασφαλίσματος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού είναι αντίθετη στην καλή πίστη και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αφού η επιδίωξη της απαίτησης αντίκειται στην προηγούμενη συμπεριφορά της και στις προσδοκίες που μας δημιούργησε, ότι δεν θα αντιταχθεί στη μίσθωση και το ασφάλισμα θα διατεθεί προς αποκατάσταση του μισθίου", είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι τα εν λόγω επικαλούμενα περιστατικά δεν αρκούν για τη θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος) και κατά συνέπεια δεν υπήρχε υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει και, τέλος, ο υπό στοιχείο γ’ (λόγος) ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι αποδείχθηκε ότι οι συμβαλλόμενοι (αναιρεσείουσα και πρώτη αναιρεσίβλητη) όρισαν ως δικαιούχο της ασφαλιστικής αποζημίωσης για την οικοδομή την ιδιοκτήτρια αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό, που στηρίζει το λόγο αυτόν.
Από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που κάποιος διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως είναι και η δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ωστόσο, για να είναι παραδεκτός λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη παρά το νόμο ομολογίας, πρέπει να έχει γίνει επίκληση της από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να γίνεται μνεία αυτής της επίκλησης στο αναιρετήριο. Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται, αν ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου δεν έχει εξετασθεί από το δικαστήριο της ουσίας Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο, από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στην ένδικη κύρια παρέμβαση ομολογία της δεύτερης αναιρεσίβλητης σύμφωνα με την οποία αντικείμενο της κατάσχεσης, για την οποία συντάχθηκε η ανωτέρω με αριθ. 662/13-1-2010 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου ήταν μόνο το οικόπεδο και όχι το επ’ αυτού ασφαλισθέν και καταστραφέν από την πυρκαγιά κτήριο. 0 λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε την ως άνω ομολογία με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 524 ΚΠολΔ), η επίκληση δε της ομολογίας αυτής με το δικόγραφο της έφεσης, (όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), δεν αρκεί, αφού αυτό, κατά το άρθρο 520 ΚΠολΔ, περιέχει τους λόγους αυτής. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτος, διότι αφενός ο ισχυρισμός (περί περιορισμού της κατάσχεσης), προς απόδειξη του οποίου γίνεται η επίκληση του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, δεν έχει εξετασθεί από το δικαστήριο της ουσίας και αφετέρου δεν ήταν κρίσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στον πιο πάνω πέμπτο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: "..." για αναίρεση της 3634/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την δεύτερη αναιρεσίβλητη και την προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ