Legislator Case Law & Legislation
451/2014 AI generated

451/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 451/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 451 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 451/2014

Legislator headnote

AI generated

451/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 451 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 451/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 451 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 451/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Tου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Tης Aνώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BROKER SYSTEMS ΑΕΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΗΧΑΝΟΡΓΑΝΩΣΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σώλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2690/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2147/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του και των από 17 Οκτωβρίου 2013 πρόσθετων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως και την από 7 Νοεμβρίου 2013 ομοία με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι από 17.10.2013 πρόσθετοι λόγοι στην από 27.10.2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2147/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2147/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 3.9.2009 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2690/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί ερήμην του, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την εναντίον του από 27.12.2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει νομιμοτόκως σ' αυτή το ποσό των 43.999,84 ευρώ, που όφειλε ως τίμημα από τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης και εγκατάστασης λογισμικού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ως χρόνος συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρ. 568§2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρ. 575 ΚΠολΔ, με συνέπεια έτσι, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση, αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτοί να απορρίπτονται κατά το άρθρ. 577 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΟλΑΠ 143/1984? 654/1984? ΑΠ 500/2010? 398/2012).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι με την από 24.2.2012 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η συζήτηση της από 27.10.2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 2147/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 4.2.2013, κατά την οποία όμως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18.11.2013.

Μετά την αναβολή αυτή της υπόθεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 17.10.2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι κατατέθηκαν αυθημερόν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και προσδιορίστηκαν να συζητηθούν από κοινού με την αίτηση αναίρεσης κατά την ως άνω μετ' αναβολή δικάσιμο της 18.11.2013.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το δικόγραφο των πρόσθετων αυτών λόγων δεν κατατέθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 18.11.2013, και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι. 3. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ο σχετικός δε με το λόγο αυτό ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς παραδεκτά κατά το άρθρ. 562§2(γ) ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 83/1978? 98/2005? 1450/2007? 1780/2009? 1524/ 2013).

Κατά το άρθρ. 94§1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ανήκει στα διοικητικά δικαστήρια, όπως ο νόμος ορίζει, υπήχθησαν δε στη δικαιοδοσία τους με τη διάταξη του άρθρ. 1§2 του ν. 1406/1983 μεταξύ άλλων και οι διαφορές, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή αυτές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, στην ερμηνεία και στην εκτέλεσή της ή σε οποιασδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.

Ειδικότερα η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκονται βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.

Έτσι συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010? ΑΠ 901/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ύστερα από διαγωνισμό, που προκήρυξε το αναιρεσείον νοσοκομείο και κατακυρώθηκε στην αναιρεσίβλητη, είχε ως αντικείμενο την πώληση και εγκατάσταση από αυτή στο αναιρεσείον για τις ανάγκες μηχανοργάνωσης των υπηρεσιών του λογισμικού προγράμματος (software) "ψηφιακής σάρωσης αρχείου φακέλων ασθενών" με στόχο τη σάρωση (scan) και ψηφιοποίηση όλων των φακέλων των ασθενών που νοσηλεύθηκαν στο νοσοκομείο από την αρχή της λειτουργίας του.

Με το αντικείμενο αυτό η σύμβαση των διαδίκων δεν είναι διοικητική, αλλά ιδιωτικού δικαίου, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορά την ικανοποίηση δημόσιου σκοπού και ούτε η θέση του αναιρεσείοντος ήταν κατά τη λειτουργία της σύμβασης υπερέχουσα έναντι της αναιρεσίβλητης.

Επομένως αβάσιμα υποστηρίζεται για πρώτη φορά με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι πρόκειται για διοικητική σύμβαση και πρέπει έτσι να απορριφθεί ο λόγος αυτός με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο με το να δικάσει την υπόθεση υπερέβη τη δικαιοδοσία του.

4. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/ 2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993? 185/2004? 1503/2005? 832/2009? 574/2010).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993? 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002? 80/2004? 557/2004? 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995? 832/2009? 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010? 574/2010).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004? ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993? 597/2005? 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010? 1093/ 2011).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά την ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης με αντικείμενο την πώληση και την εγκατάσταση από την αναιρεσίβλητη στο αναιρεσείον νοσοκομείο λογισμικού για τις ανάγκες μηχανοργάνωσης των υπηρεσιών του παρέλειψε να εφαρμόσει, αλλιώς δεν εφάρμοσε σωστά, τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών κατά την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων.

Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, το κενό ή η ασάφεια που υποτίθεται ότι διαπίστωσε το Εφετείο στις συμβατικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτές με σωστή ερμηνεία και το σφάλμα στο οποίο συνακόλουθα υπέπεσε κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. 5.

Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που αποτελούν ενιαίο λόγο από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς έγγραφα, τα οποία με επίκληση το αναιρεσείον προσκόμισε στο Εφετείο.

Ωστόσο ρητά στην απόφαση του Εφετείου διαβεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, επαληθεύεται δε η διαβεβαίωση αυτή από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν οι παραπάνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης.

6. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 368 ΚΠολΔ, εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη η κρίση του να διατάξει ή αναλόγως να μη διατάξει για συγκεκριμένο ζήτημα πραγματογνωμοσύνη, εκτιμώντας ελεύθερα την ανάγκη χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος διάδικος ζήτησε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει, αναιρετικά ανέλεγκτα, ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε υποχρεούται να διατάξει την πραγματογνωμοσύνη, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 9 και 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 281/2010).

Επομένως δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναίρεσης η αποδιδόμενη με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ασαφής αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης και δη πληροφορικής, ενώ αορίστως, κατά τα λοιπά, αποδίδεται με τον ίδιο λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν διέταξε αποδείξεις ως προς τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί στο σύνολό του ο λόγος αυτός από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 7.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος.

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 416/1999? 387/2007? 1152/2008? 278/2010).

Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11α και 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι η σύμβαση των διαδίκων μπορούσε να αποδειχθεί με μάρτυρες, μολονότι αυτό απαγορεύεται από το άρθρ. 393 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού η σύμβαση των διαδίκων καταρτίσθηκε εγγράφως με ημερομηνία 25.6.2003 κατά τους όρους του π.δ/τος 46/2003, όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή και έγινε δεκτό και με την εφετειακή απόφαση, δηλαδή αποδεικνύεται από το σχετικό έγγραφο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο το ίδιο το αναιρεσείον. 8.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με τους περιεχόμενους στο λόγο αυτό ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι οποίοι όμως είναι απλοί αρνητικοί ισχυρισμοί και επιχειρήματά του, που συνιστούν επανάληψη των όσων διαλαμβάνονται στο υπ' αριθ. 19159/10.10.2006 έγγραφο του Τμήματος Πληροφορικής του προς το Διοικητικό Συμβούλιό του, σε κάθε δε περίπτωση το αναιρεσείον δεν διευκρινίζει σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης και ούτε προσδιορίζει ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να έχει, ώστε να μην είναι ανεπαρκώς κατά την άποψή του αιτιολογημένη, αλλά με πρόσχημα τις ως άνω πλημμέλειες επιχειρείται στην πραγματικότητα να αμφισβητηθεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία των πραγμάτων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.10.2011 αίτηση και τους από 17.10.2013 πρόσθετους λόγους του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2147/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2013 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ