Legislator Case Law & Legislation
451/2012 AI generated

451/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 451/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 451 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 451/2012

Legislator headnote

AI generated
451/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 451 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 451/2012 «Συνεπώς, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρ. 457 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα, γι' αυτό και ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.»

Keywords

AI generated
dismissal for economic reasons purchase price reduction dismissal on economic grounds reduction of benefits discontinuation of benefits voluntary reduction of income

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 451 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 451/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. A. C. (Α. Τ.) συζ. V. C. και 2)V. C. (Β. Τ.), κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζαρκαδούλα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΘΟΣ ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ Α.Ε", που εδρεύει στο Δήμο Δέλτα Ν. Θεσσαλονίκης, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φέτση.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-6-2006 και 16-6-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1426/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 616/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 29 Νοεμβρίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, αντένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση η δε ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει ...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτήν αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί, ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το επίμαχο ζήτημα της γνώσεως των αποκτώντων αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του υπ' αριθ. .../2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ερμιόνης Σταματελάκου - Παγγέα, νόμιμα μεταγραφέντος, ο μη μετέχων στην παρούσα δίκη αρχικά πρώτος εναγόμενος Γ. Τ., που ήταν υπόχρεος για την καταβολή 423.000 ευρώ στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα εταιρία "Μύθος - Ζυθοποιία ΑΕ" από σύμβαση σωρευτικής αναδοχής των χρεών της εταιρίας "International Alba Oil Co", που είχε καταρτίσει με αυτή, είχε αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα, αιτία πωλήσεως, από τον Μ. Π. Σ., α) μία οριζόντια ιδιοκτησία (μεζονέτα) υπό στοιχεία Γ1+Δ1 του τρίτου και τετάρτου πάνω από το ισόγειο ορόφων πολυώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας), αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, πυλωτή, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο όροφο και δώμα, κειμένης στη θέση "Κοκκινόβραχος" Αμφιάλης της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Κερατσινίου, πρώην Δήμου Αγίου Γεωργίου, και επί της οδού ... αριθ. 39, συνολικής επιφάνειας 144,40 τετρ. μέτρων και με ποσοστό συνιδιοκτησίας 340/1000 εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο, εμφαινόμενης στα από Αυγούστου 1999 σχεδιαγράμματα κατόψεως των Γ' και Δ' ορόφων του αρχιτέκτονα μηχανικού I. Σ., που προσαρτήθηκε στην υπ' αριθ. .../19.11.1999 πράξη συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Π. Γκέγκιου, β) μία οριζόντια ιδιοκτησία (χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου) με στοιχεία ΥΡ 1 στο υπόγειο της ίδιας ως άνω πολυώροφης οικοδομής, συνολικής επιφάνειας 12,15 τετρ. μέτρων, εμφαινόμενης στο από Αυγούστου 1999 σχεδιάγραμμα κατόψεως του υπογείου του ίδιου, ως άνω, μηχανικού, που προσαρτήθηκε στην προαναφερόμενη πράξη, και γ) μία οριζόντια ιδιοκτησία (χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου) με στοιχεία ΥΡ 2 στο υπόγειο της ίδιας ως άνω πολυώροφης οικοδομής, συνολικής επιφάνειας 12,15 τετρ. μέτρων, εμφαινόμενης στο από Αυγούστου 1999 σχεδιάγραμμα κατόψεως του υπογείου του ίδιου ως άνω μηχανικού, που προσαρτήθηκε στην ανωτέρω αναφερόμενη πράξη. Τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες, που αποτελούσαν τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία του ως άνω Γ. Τ., μεταβίβασε αυτός κατά πλήρη κυριότητα, αιτία πωλήσεως, προς τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγομένων, ήδη αναιρεσείοντες, ως εξής : Ι) δυνάμει του υπ' αριθ. .../11.10.2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αγγελικής συζ. Δημητρίου Χαραμή, το γένος Ευσταθίου Κουτσομπέλη, στη δεύτερη εναγόμενη αντί συνολικού αναγραφόμενου τιμήματος 103.000 ευρώ (αντικειμενικός προσδιορισμός 102.950 ευρώ), το οποίο κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων, όπως αποτυπώνεται στο παραπάνω συμβόλαιο, καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του σε μετρητά, την ανωτέρω περιγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία Γ1 + Δ1 (μεζονέτα), και β) δυνάμει του υπ' αριθ. .../11.10.2005 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Πειραιώς στον τρίτο εναγόμενο αντί συνολικού αναγραφόμενου τιμήματος 4138,92 ευρώ (αντικειμενικός προσδιορισμός 4138,92 ευρώ), το οποίο κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων, όπως αποτυπώνεται στο ανωτέρω συμβόλαιο, καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του σε μετρητά, τις δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες - θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου (ΥΡ 1, ΥΡ 2). Τα μεταβιβαστικά αυτά συμβόλαια πρέπει να νοηθούν ως μία ενιαία πράξη απαλλοτριώσεως και μεταβιβάσεως, διότι πραγματοποιήθηκαν την ίδια ημέρα (11.10.2005), προφανώς δε και την ίδια ώρα, αφού το ένα συμβόλαιο έπεται σε αριθμό του άλλου (... το πρώτο, ... το δεύτερο). Δηλαδή, οι ως άνω πράξεις ήταν διαδοχικές, έγιναν προς δύο συζύγους, αφορούσαν οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην ίδια οικοδομή και μάλιστα είχαν μεταξύ τους σχέση κυρίου και παρακολουθήματος, δεδομένου ότι η μεν σύζυγος απέκτησε την κυριότητα της μεζονέτας, ο δε σύζυγος την κυριότητα των δύο θέσεων σταθμεύσεως, που αντιστοιχούσαν στην μεζονέτα και, τέλος, με τις πράξεις αυτές απαλλοτριώθηκε στο σύνολο της η περιουσία του Γ. Τ., και συνεπώς βρίσκονταν σε στενότατη χρονική και οικονομική ενότητα μεταξύ τους. Σημειώνεται, ότι ο χαρακτήρας των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών, ως των μόνων περιουσιακών στοιχείων του Γ. Τ., δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες εναγόμενους, οι οποίοι δεν ανέφεραν άλλο συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο κατά το χρόνο των πιο πάνω μεταβιβάσεων να ανήκει στην κυριότητα του πωλητή τους. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο μεν Γ. Τ. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως τα ως άνω μοναδικά του περιουσιακά στοιχεία προς τη δεύτερη και τρίτο των εναγομένων κατά το χρόνο, που οι οφειλές του προς την αναιρεσίβλητη εταιρία "Μύθος - Ζυθοποιία ΑΕ" ήταν γεννημένες και ισχυρές, στη δε μεταβίβαση αυτή προέβη με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποιήσεως των απαιτήσεων της δανείστριας από την περιουσία του αυτή, οι δε δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι αγοραστές γνώριζαν, ότι μεταβιβάζονταν σε αυτούς τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία και ότι με αυτόν τον τρόπο εξαντλούταν το ενεργητικό της περιουσίας του. Το ασφαλές αυτό συμπέρασμα εξάγεται από τις ειδικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα οι ανωτέρω μεταβιβάσεις, από τις οποίες αποδεικνύεται, πως οι αποκτώντες αναιρεσείοντες γνώριζαν την περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσαν να αντιληφθούν, ότι η εκποιούμενη σε αυτούς περιουσία του αποτελούσε το σύνολο αυτής. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, οι αγοραστές ήλθαν σε επικοινωνία με τον πωλητή κατά το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου του 2005, με σκοπό να αποκτήσουν την κυριότητα των μεταβιβασθέντων ακινήτων του, σε χρονικό δε διάστημα δεκαπέντε ημερών ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις και στις 11.10.2005 καταρτίστηκαν τα πωλητήρια συμβόλαια. Αξιοσημείωτα δε είναι τα γεγονότα, αφενός μεν ότι ο πωλητής δεν αναζήτησε αγοραστές μέσω αγγελίας σε κάποια εφημερίδα, όπως είναι και το συνήθως συμβαίνον, αφετέρου δε ότι σε διάστημα μόλις δεκαπέντε ημερών δέχθηκε να μειώσει το αρχικά αιτούμενο τίμημα για την πώληση των τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών του κατά 63.000 ευρώ περίπου. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά απαιτούσε για την μεταβίβασή τους από τους εναγόμενους αγοραστές το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ, τελικά η μεταβίβαση της κυριότητας αυτών έλαβε χώρα έναντι του συνολικού τιμήματος των 107.138,92 ευρώ (103.000 ευρώ για τη μεζονέτα, ήτοι μόλις 50 ευρώ παραπάνω από την αντικειμενική της αξία + 4138,92 ευρώ για τους χώρους σταθμεύσεως, ήτοι ακριβώς στην αντικειμενική τους αξία). Η μείωση αυτή του τιμήματος αγοραπωλησίας των ακινήτων κατά το 1/3 του αρχικά αιτηθέντος εκ μέρους του πωλητή και μάλιστα σε χρονικό διάστημα μόλις δεκαπέντε ημερών και η πώληση αυτών στην αντικειμενική τους αξία, με μόνη απαίτηση εκ μέρους του την καταβολή του τιμήματος σε μετρητά, συνηγορεί στην παραδοχή, ότι μεταξύ των εναγομένων υπήρχαν ιδιαίτερες σχέσεις εμπιστοσύνης πέρα από τις τυπικές σχέσεις μεταξύ πωλητή και αγοραστών, καθώς και ότι οι αγοραστές προφανώς γνώριζαν τη δυσμενή οικονομική κατάσταση του πωλητή και ότι με την ως άνω μεταβίβαση ο τελευταίος εκποιούσε το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του, γεγονός που αποδέχθηκαν, προκειμένου να την αποκτήσουν οι ίδιοι με ιδιαίτερα χαμηλό τίμημα. Ο ισχυρισμός των τελευταίων, ότι η ως άνω μείωση του τιμήματος έλαβε χώρα, διότι η μεζονέτα δεν ήταν αποπερατωμένη και έχρηζε επιπρόσθετων εργασιών, για την εκτέλεση των οποίων απαιτήθηκε η καταβολή ποσού 70.000 ευρώ περίπου, όση η διαφορά μεταξύ του αρχικά αιτηθέντος και τελικά συμφωνηθέντος τιμήματος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού στα πωλητήρια συμβόλαια δεν αναφέρεται, ότι το πωληθέν ακίνητο δεν ήταν αποπερατωμένο, όπως προφανώς θα αναγραφόταν σε περίπτωση που αυτό πωλούνταν υπό κατασκευή (ημιτελές), ιδιαίτερα μάλιστα τη στιγμή κατά την οποία, αφενός το τίμημα επρόκειτο να καταβληθεί σε μετρητά, αφετέρου δε οι επικαλούμενες εργασίες αποπερατώσεώς του ήταν τέτοιας εκτάσεως, που το κόστος τους θα ήταν πολύ σημαντικό σε σχέση με το συμφωνηθέν τίμημα. Ομοίως, αξιοσημείωτο, είναι και το γεγονός, ότι το ως άνω ακίνητο δεν φέρεται ημιτελές ούτε κατά το έτος 2000, που έλαβε χώρα, με το υπ' αριθ. .../2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ερμιόνης Σταματελάκου - Παγγέα, η μεταβίβαση της κυριότητας αυτών από τον προηγούμενο κύριο Μ. Π. Σ. στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων αγοραστών Γ. Τ.. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη, σε πρωτότυπο στην Αλβανική γλώσσα και σε μετάφραση στην Ελληνική, συμβιβαστική πράξη, που φέρεται ότι έχει υπογραφεί μεταξύ του πωλητή και των αγοραστών στις 2.10.2005, όπου αναφέρεται, ότι το πωληθέν διαμέρισμα ήταν μη αποπερατωμένο, αφού δεν πρόκειται για έγγραφο με βέβαιη χρονολογία και ως εκ τούτου είναι πολύ πιθανό να έχει υπογραφεί σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του αναγραφόμενου σε αυτό και ασφαλώς μεταγενέστερο της συνάψεως του ως άνω υπ' αριθ. .../2005 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που πράγματι συνέτρεχαν τα αναφερόμενα στην ως άνω συμβιβαστική πράξη, οι συμβαλλόμενοι για επιπρόσθετη διασφάλισή τους, θα φρόντιζαν να περιλάβουν το περιεχόμενο αυτής στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο και όχι σε άλλο έγγραφο, το οποίο ενείχε τον κίνδυνο να θεωρηθεί αντέγγραφο και ως εκ τούτου να είναι άκυρο. Εξάλλου, αμφότεροι οι αγοραστές, παρά το γεγονός ότι ισχυρίζονται, ότι το ως άνω πωληθέν διαμέρισμα ήταν ημιτελές, διότι εστερείτο ύδρευσης, δεν είχε ντουλάπες στα δωμάτια, δεν είχε πόρτες εσωτερικές, δεν ήταν βαμμένο, δεν είχε κάποια πλακάκια και σοβατεπί, δεν είχε εσωτερική σκάλα ανόδου από τον έναν όροφο στον άλλο και δεν είχαν τοποθετηθεί τα περισσότερα από τα είδη υγιεινής, εργασίες τις οποίες αποτιμούν στο ποσό των 70.000 ευρώ, εν τούτοις οι μόνες αποδείξεις και τιμολόγια πωλήσεως, που επικαλούνται και προσκομίζουν και οι οποίες αφορούν σε αγορά υλικών για εργασίες επί του ως άνω ακινήτου, είναι η υπ' αριθ. 294/17.11.2005 απόδειξη του Β. Χ., που αφορά σε αγορά δύο ντουλαπών υπνοδωματίου, επτά θυρών από ΜDΡ, δύο μικρών θυρών παταριού από ΜDΡ, δύο κουρτινόξυλων από ΜDΡ και επτά πόμολων, συνολικής αξίας 5158,59 €, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, καθώς και το υπ' αριθ.. 187/23.2.2006 τιμολόγιο πωλήσεως της Αικατερίνης Ντόλου, που αφορά στην αγορά υλικών για τη σκάλα, ολικής αξίας 7.140 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.

Συνεπώς, πέραν του ποσού των 12.258,59 ευρώ, ουδέν άλλο ποσό αποδείχθηκε, ότι κατέβαλαν αυτοί προς εκτέλεση εργασιών στο από τη δεύτερη εναγόμενη αγορασθέν ακίνητο. Αλλά, και ο ισχυρισμός τους, ότι σημαντικό τμήμα των εργασιών εκτελέσθηκε προσωπικά από τον ίδιο τον τρίτο εναγόμενο και από οικογενειακούς φίλους τους, γιαυτό δεν υπάρχουν σχετικές αποδείξεις, παραμένει μετέωρος, λαμβανομένου υπ' όψη, ότι το κόστος των υλικών αποτιμάται από αυτούς στο ποσό των 30.000 ευρώ και θα έπρεπε να προσκομισθούν σχετικές αποδείξεις αγοράς, πράγμα το οποίο όμως δεν συνέβη. Περαιτέρω, και ο τρόπος που φέρεται να κατεβλήθη το τίμημα των αγοραπωλησιών είναι ενδεικτικός μιας ιδιαίτερης, πέραν της τυπικής, σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων στις επίμαχες πωλήσεις. Συγκεκριμένα, το τίμημα των αγοραπωλησιών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μετρητά, εμφανίζεται να έχει καταβληθεί εκτός συμβολαιογραφείου και εκτός Ελλάδας. Ειδικότερα τούτο φέρεται να έχει καταβληθεί από τον αδελφό του τρίτου των εναγομένων στον αδελφό του πωλητή, που ενεργούσαν αμφότεροι ως αντιπρόσωποι των συμβαλλομένων (ο μεν πρώτος της δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, ο δε δεύτερος του πρώτου εναγόμενου). Εμφανίζονται δε οι αδελφοί των παραπάνω εναγομένων στις 11.10.2005, ενώπιον του συμβολαιογράφου Τιράνων Μιμόζα Παπά, όπου δηλώνουν, ότι έλαβε χώρα η ως άνω καταβολή του συνολικού ποσού του τιμήματος από τον Κ. Τ., για λογαριασμό της δεύτερης και τρίτου των εναγομένων αγοραστών, στον Β. Τ., για λογαριασμό του πωλητή, χωρίς όμως, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν η δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων, η σχετική καταβολή να βεβαιώνεται, ότι έλαβε χώρα ενώπιον του ως άνω Αλβανού συμβολαιογράφου. Ουδεμία δε πειστική εξήγηση δίδεται από τους αγοραστές σχετικά με τον ως άνω επιλεχθέντα εκ μέρους τους τρόπο καταβολής στον πωλητή του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ ο ισχυρισμός τους, ότι επιλέχθηκε ο τρόπος αυτός, διότι τα χρήματά τους βρίσκονταν στην Αλβανία, δεν κρίνεται πειστικός, αφού αφενός βρίσκεται σε αντίθεση με όσα οι ίδιοι στη συνέχεια υποστηρίζουν, ότι δηλαδή διέθεταν ήδη στην Ελλάδα το ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο και, όπως επικαλούνται, κατέβαλαν εντός τριών μηνών από την αγοραπωλησία προς εκτέλεση των απαιτούμενων για την αποπεράτωση του πωληθέντος διαμερίσματος εργασιών, και αφετέρου ουδέν σχετικό έγγραφο προσκόμισαν από το οποίο να προκύπτει ότι διέθεταν πράγματι χρήματα στην Αλβανία, δεδομένου μάλιστα ότι το ως άνω χρηματικό ποσό προφανώς θα ήταν κατατεθειμένο σε κάποιο πιστωτικό ίδρυμα, αφού δεν είναι λογικό να φυλασσόταν στην οικία των αδελφών του τρίτου εναγόμενου. Εξάλλου, και ο ισχυρισμός τους, ότι ο ως άνω τρόπος καταβολής του τιμήματος επιλέχθηκε λόγω του γεγονότος ότι τα χρήματα, που διέθετε ο τρίτος εναγόμενος στην Αλβανία, δεν επαρκούσαν για την καταβολή του τιμήματος και ότι αυτοί επρόκειτο να δανεισθούν τα υπόλοιπα έως τη συμπλήρωση του τιμήματος από τα αδέλφια του ιδίου, ομοίως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι ουδέν σχετικό έγγραφο προσκόμισαν, από το οποίο να προκύπτει, τόσο ότι τα αδέλφια του τρίτου εναγόμενου διέθεταν πράγματι χρήματα στην Αλβανία, όσο και ότι του δάνεισαν μέρος εξ αυτών.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι, μεταξύ των εναγομένων υπήρχε προηγούμενη της επίμαχης συναλλαγής γνωριμία και σχέση εμπιστοσύνης, αφού, σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή η μεταξύ τους σχέση ήταν μία απλή τυπική σχέση πωλητή και αγοραστών, οι τελευταίοι θα φρόντιζαν να καταβάλουν το τίμημα στην Ελλάδα ενώπιον του συμβολαιογράφου, στον οποίο και καταρτίστηκαν τα σχετικά αγοραπωλητήρια συμβόλαια, δεδομένου μάλιστα ότι ο τρίτος εναγόμενος διέθετε ήδη στην Ελλάδα το ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε για εργασίες αποπερατώσεως του αγορασθέντος διαμερίσματος, ο δε αδελφός του Κ. Τ. διέμενε και αυτός μόνιμα στην Ελλάδα (στην Τήνο) και θα μπορούσε να του δανείσει το επιπλέον, έως τη συμπλήρωση του τιμήματος, ποσό των 30.000 ευρώ ή αν δεν διέθετε όλο το ποσό αυτό στην Ελλάδα, αλλά έπρεπε να το εκταμιεύσει στην Αλβανία, θα μπορούσε να το αποστείλει σε αυτόν με τραπεζικό έμβασμα, ενόψει και του γεγονότος ότι στην Αλβανία υπάρχουν παραρτήματα Ελληνικών τραπεζών. Άρα, και ο μεταξύ των συμβληθέντων επιλεχθείς τρόπος καταβολής του τιμήματος της πωλήσεως συνηγορεί, ότι ο πωλητής μεταβίβασε αιτία πωλήσεως τα ως άνω μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία στους αγοραστές με σκοπό την ματαίωση της ικανοποιήσεως των απαιτήσεων της δανείστριας αναιρεσίβλητης από την περιουσία του αυτή, οι δε αγοραστές, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζαν τόσο την άσχημη οικονομική κατάστασή του, όσο και ότι αποκτούσαν τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, με συνέπεια την εξάντληση του ενεργητικού της περιουσίας του. Περαιτέρω, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, ότι ο τρίτος εναγόμενος αγοραστής αγόρασε στην αντικειμενική τους τιμή τις δύο θέσεις σταθμεύσεως, παρά το γεγονός ότι διέθετε ένα μόνο αυτοκίνητο και θα μπορούσε να μην αγοράσει τη δεύτερη θέση, την οποία χρησιμοποιεί, ελλείψει δεύτερου αυτοκινήτου, για την εναπόθεση των εργαλείων του. Το συμπέρασμα, ότι μεταξύ του πωλητή και των αγοραστών υπήρχε σχέση γνωριμίας και εμπιστοσύνης ενισχύεται περαιτέρω και από το γεγονός ότι, παρά το ότι σε βάρος της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων ασκήθηκε η κριθείσα αγωγή, οι τελευταίοι δεν προέβησαν σε κάποια ενέργεια σε βάρος οφειλέτη δικαιοπαρόχου τους, ούτε τον όχλησαν αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με την αποστολή κάποιας σχετικής εξώδικης επιστολής διαμαρτυρίας, όπως θα έπραττε σε ανάλογη περίπτωση κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, παρά το γεγονός ότι η οικογένειά του διέμενε στην ίδια με αυτούς πολυκατοικία. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι οι αγοραστές κατέστησαν συνυπόχρεοι με τον πρώτο εναγόμενο πωλητή Γ. Τ., έως την αξία των μεταβιβασθέντων σε αυτούς ακινήτων, για την καταβολή του χρέους του τελευταίου από τη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής των χρεών της εταιρίας "International Alba Oil Co", που συνήψε ο ίδιος με την αναιρεσίβλητη ενάγουσα εταιρία "Μύθος - Ζυθοποιία ΑΕ", αφού, όπως προέκυψε, ενόψει και όλων των εκτεθεισών συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, αυτοί απέκτησαν τις τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες εν γνώσει τους ότι ήταν τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, ενώ επιπλέον κατά το χρόνο των γενόμενων μεταβιβάσεων τα παραπάνω χρέη, ύψους 423.000 ευρώ, ήταν γεγενημένα και λίγο αργότερα κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Με βάση την παραδοχή αυτή περί γνώσεως των αναιρεσειόντων εναγόμενων, ότι ο πωλητής τους μεταβίβασε τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, το Εφετείο, με δεδομένο ότι κατά την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 479 ΑΚ, ως προς τις οποίες δεν πλήττεται με την αναίρεση η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή, όπως παραδεκτώς περιορίστηκε, η αγωγή της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και είχαν υποχρεωθεί οι αναιρεσείοντες δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι αγοραστές, με βάση και την αποδειχθείσα αγοραία αξία των μεταβιβασθέντων, να καταβάλουν στην πρώτη, εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο πωλητή, η δεύτερη εναγόμενη 50.000 ευρώ και ο τρίτος εναγόμενος 36.450 ευρώ, και αναγνωρίστηκε επίσης η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης να καταβάλει στην ίδια, εις ολόκληρον με τον πωλητή, 166.600 ευρώ, νομιμοτόκως κατά το αίτημα της αγωγής. Ενόψει τούτων το Εφετείο, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρ. 479 ΑΚ, δεν την παραβίασε, διότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της, γι' αυτό και ο αντίθετος από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται και όταν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο λόγο έφεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο προβαλλόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγμα που δε συμβαίνει όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1205/07, 609/07). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν απάντησε στους τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεώς τους, με τους οποίους είχαν προτείνει, αφενός μεν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, αφετέρου δε την ένσταση, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζημιώθηκε από δικό της πταίσμα. Από την επισκόπηση, όμως, των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων εναγομένων και των σχετικών λόγων εφέσεως του δικογράφου της εφέσεώς τους, με τους οποίους επαναφέρθηκαν στο Εφετείο οι προβληθέντες και πρωτοδίκως ισχυρισμοί αυτοί, προκύπτει ότι : α) ο πρώτος από το άρθρ. 281 ΑΚ, στηρίχθηκε στα περιστατικά, ότι κατά το χρόνο παράδοσης των επίδικων επιταγών στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα από τον μεταβιβάσαντα την περιουσία του, καθώς και κατά τον χρόνο που μεταβιβάστηκαν στους αναιρεσείοντες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του από τον ίδιο, τίποτε δεν καταδείκνυε, ότι αυτός μεν δεν θα κάλυπτε τις επιταγές του και τις υποχρεώσεις του, η δε αναιρεσίβλητη ενάγουσα, που συνεργαζόταν με την εταιρεία συμφερόντων του Γ. Τ. επί μακρά σειρά ετών, ήταν δε μεγάλη ανώνυμη εταιρία με ειδικό νομικό τμήμα για την υπεράσπιση των συμφερόντων της, δεν θα προέβαινε επί σειρά ετών, αν και όφειλε, σε καμιά ενέργεια να δεσμεύσει με ασφαλιστικά μέτρα (συντηρητική κατάσχεση ή προσημείωση υποθήκης) την περιουσία του μεταβιβάσαντος και κυρίως τις εμφανείς σ' αυτή οριζόντιες ιδιοκτησίες του, αφού κάθε δανειστής κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη και έθιμα, φροντίζει να πληροφορείται κυρίως τα ακίνητα του οφειλέτη του, και β) ο δεύτερος από το άρθρ. 300 ΑΚ, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα παρέλειψε, με την επίδειξη ασυγχώρητης αμέλειας να δεσμεύσει τα επίδικα ακίνητα με κάποιο ασφαλιστικό μέτρο, οπότε και τα συμφέροντά της θα εξασφάλιζε, αλλά και τους υποψήφιους αγοραστές θα ενημέρωνε για τις αξιώσεις της κατά του ιδιοκτήτη τους και θα τους απέτρεπε από την αγορά τους. Τα εκτιθέμενα, όμως, πραγματικά περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν νόμω τους δύο αυτούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων εναγόντων από τα άρθρ. 281 και 300 ΑΚ.

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συνακολούθως δε και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους επαναφέρθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί στο Εφετείο και στους οποίους δεν απάντησε τούτο, δεν ασκούσαν, ομοίως, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Άρα, το Εφετείο που δεν απάντησε στους σχετικούς τρίτο και τέταρτο λόγους όχι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως ζητήματα επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο. Έτσι, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς αιτιολογία τους αναφερθέντες ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμούς τους από τα άρθρ. 281 και 300 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη παράγραφο οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν μη νόμιμοι και ως εκ τούτου δεν αποτελούσαν "ζήτημα" που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με συνέπεια η έλλειψη ως προς αυτούς οποιασδήποτε αιτιολογίας να μην ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως. Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρ. 270 § 2 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός, συμπληρωματικά δε μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", κατά δε το άρθρο 445 του ιδίου κώδικα "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε (άρθρ. 457 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ), αποτελούν πλήρη απόδειξη, ότι η δήλωση που περιέχεται σ' αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη και επομένως ο νόμος δεν προσδίδει στα ιδιωτικά αυτά έγραφα αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά αυτά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1.731/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα της από 2.10.2005 συμβιβαστικής πράξης, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ του μεταβιβάσαντος την ακίνητη ιδιοκτησία του και των αναιρεσειόντων εναγομένων και στην οποία δηλωνόταν ότι οι εκποιηθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν ήταν αποπερατωμένες, διότι, ενώ η πράξη αυτή, η γνησιότητα της οποίας δεν είχε αμφισβητηθεί, με αποτέλεσμα να θεωρείται αναγνωρισμένη, αποτελούσε πλήρη απόδειξη, το δικαστήριο δεν προσέδωσε σε αυτή καμιά αποδεικτική δύναμη. Όμως, όπως ειπώθηκε ανωτέρω, στο αναγνωρισμένο αυτό ιδιωτικό έγγραφο δεν προσδίδεται από το νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το δε δικαστήριο εκτίμησε αυτό ελευθέρως σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε προς ανταπόδειξη η ενάγουσα και δεν προσέδωσε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ), σε αυτό, επισημαίνοντας και ότι ήταν έγγραφο δίχως βέβαιη χρονολογία, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρ. 457 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα, γι' αυτό και ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 701/2008, 1.591/2007). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιο ήταν το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και ως τέτοιος απορριπτέος (ΑΠ 1.443/2007, 1194/2007, 329/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια να λάβει υπόψη του το υπ' αριθ. .../11.10.2005 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Τιράνων Μιμόζα Παπά, που δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, χωρίς να τάξει αποδείξεις, αν αυτό ήταν κατά το αλβανικό δίκαιο δημόσιο έγγραφο. Σύμφωνα, όμως με όσα ειπώθηκαν παραπάνω ο από το άρθρ. 559 αριθ. 10 λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται μόνον, όταν το δικαστήριο δέχθηκε αυτοτελείς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, όχι δε και στην περίπτωση που δεν διέταξε απόδειξη για τη φύση αλλοδαπού εγγράφου. Άλλως και σε κάθε περίπτωση, και αν ο λόγος αυτός αναιρέσεως ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από το άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι: 1) δεν εκτίθεται σε αυτόν ποία επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων εναγομένων, ότι κατέβαλαν στην Αλβανία δια συγγενικού τους προσώπου το τίμημα της αποκτηθείσας από αυτούς ακίνητης περιουσίας στον αδελφό του δικαιοπαρόχου τους, για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το υπ' αριθ. .../11.10.2005 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Τιράνων Μιμόζα Παπά, 2) ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αυτά δε παρεκτός το ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 439, 438 και 440 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για όσα γεγονότα βεβαιώνονται σε αλλοδαπά δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης του, υπάρχει μεν πλήρης απόδειξη ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, πλην όμως στην περίπτωση αυτή, για την ανατροπή της αποδεικτικής δυνάμεως αυτού, δεν επιβάλλεται η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, αλλά αρκεί απλή ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μαρτύρων (ΑΠ 1126/2009, 11/2004, 88/2003, ΑΠ 260/86), την παρεχόμενη δε από το αλλοδαπό δημόσιο αυτό έγγραφο απόδειξη έλαβε υπόψη το Εφετείο και, συνεκτιμώντας και τις ανταποδεικτικά προσαχθείσες αποδείξεις, έκρινε αναληθείς τις δηλώσεις βουλήσεως των αναιρεσειόντων περί καταβολής του τιμήματος στον αδελφό του δικαιοπαρόχου τους στο επικαλούμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο του Αλβανού συμβολαιογράφου, εκτός άλλων, και διότι δεν βεβαιωνόταν σε αυτό ούτε, ότι η καταβολή των χρημάτων έγινε ενώπιόν του. Ενόψει όλων αυτών είναι φανερό, ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 10, άλλως, κατ' εκτίμηση, του άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, γι' αυτό ο έκτος λόγος αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ύστερα από τα προεκτεθέντα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως διάδικο μέρος που νικήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Νοεμβρίου 2010 αίτηση των A. C. και V. C., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 616/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ