Legislator Case Law & Legislation
451/2009 AI generated

451/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 451/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

451/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, μέχρι την υπογραφή της συλλογικής συμβάσεως, που καθορίζει επακριβώς τον τρόπο αμοιβής και εργασίας του προσωπικού, το τελευταίο εξακολουθεί να αμείβεται με τον τρόπο, που ορίζουν οι ισχύουσες έως την έγκριση του Κανονισμού αυτού διατάξεις (ΣΣΕ, Κανονισμός ΕΕΥ, αποφάσεις ΔΣ κ.λ.π.), ανεξάρτητα από το βαθμό και την κατηγορία, που θα ενταχθεί, εφαρμοζομένων αντίστοιχα των διατάξεων των άρθρων 20 και 21 του Ν.1068/1980.

Keywords

AI generated
expatriation allowance unemployment benefits overpayment termination of benefits unemployment benefits of directors pay policy provisions on emoluments
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 451 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.

Αριθμός 451/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ..., 6) Χ6, κατοίκου ..., 7) Χ7, κατοίκου ..., 8) Χ8, κατοίκου ..., 9) Χ9, κατοίκου ..., 10) Χ10, κατοίκου ..., 11) Χ11, κατοίκου ..., 12) Χ12, κατοίκου ..., 13) Χ13, κατοίκου ..., 14) Χ14, κατοίκου ..., 15) Χ15, κατοίκου ... και 16) Χ16, κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 8ος, 9ος, 10η, 11η, 12ος, 13ος, 15ος και 16η αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη. Ο 14ος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1034/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1989/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-12-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1β του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και 288 Α.Κ., ως εφαρμογή της επιβαλλόμενης από το τελευταίο άρθρο εκπληρώσεως της παροχής όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υποχρεώνει πράγματι τον εργοδότη να μη εξαιρεί χωρίς αποχρώντα λόγο, κατά τη δίκαιη κρίση του, ορισμένους μισθωτούς του από τις παροχές, που χορήγησε οικειοθελώς στους λοιπούς της ίδιας κατηγορίας, μολονότι συγκεντρώνουν τις ίδιες με αυτούς προϋποθέσεις και απασχολούνται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, παρέχουν δε και την ίδια εργασία, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, μπορούν και οι εξαιρούμενοι να ζητήσουν την ίση μεταχείριση τους και την καταβολή προς αυτούς της παροχής.

Προϋπόθεση δε της εφαρμογής της εν λόγω αρχής είναι εκτός ίου ότι πρόκειται για οικειοθελή παροχή και ότι χορηγήθηκε αυτή νόμιμα, διότι η παρά το νόμο χορήγηση τέτοιας παροχής δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών, οι οποίοι δεν την έλαβαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 του Κανονισμού Προσωπικού της ΕΥΔΑΠ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 του Ν.1068/1980 εγκρίθηκε με το Π.Δ. 597/1985 και έχει ισχύ νόμου, οι κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού της εταιρίας καθορίζονται με βάση τις ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που υπογράφονται κάθε φορά και σύμφωνα με τη νομοθεσία, που ισχύει γι' αυτές, με την επιφύλαξη να μη γίνει χειρότερη η θέση των εργατοϋπαλλήλων, που μεταφέρθηκαν από τα νομικά πρόσωπα, το οποία ενοποιήθηκαν στην ΕΥΔΑΠ.

Ειδικότερα, μέχρι την υπογραφή της συλλογικής συμβάσεως, που καθορίζει επακριβώς τον τρόπο αμοιβής και εργασίας του προσωπικού, το τελευταίο εξακολουθεί να αμείβεται με τον τρόπο, που ορίζουν οι ισχύουσες έως την έγκριση του Κανονισμού αυτού διατάξεις (ΣΣΕ, Κανονισμός ΕΕΥ, αποφάσεις ΔΣ κ.λ.π.), ανεξάρτητα από το βαθμό και την κατηγορία, που θα ενταχθεί, εφαρμοζομένων αντίστοιχα των διατάξεων των άρθρων 20 και 21 του Ν.1068/1980.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ. και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας.

Συνεπώς, οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στο μισθωτό εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δυο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού. Έτσι, δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να ανακαλέσει αυτές οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.

Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν.1068/1980 "περί συστάσεως ενιαίου φορέως υδρεύσεως - αποχετεύσεως Πρωτευούσης", το διοικητικό συμβούλιο διοικεί την εταιρία και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους της, αποφασίζει δε για κάθε θέμα, που αφορά αυτή, εκτός από τις περιπτώσεις για τις οποίες ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτό, ενώ κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Δ. 488/1987 "περί της δομής, του ρόλου και του τρόπου διοικήσεως και λειτουργίας της κοινωνικοποιημένης επιχείρησης ΕΥΔΑΠ", το διοικητικό συμβούλιο αυτής είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση γης εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του σκοπού της, εκτός των θεμάτων που ανάγονται στις αρμοδιότητες της ΑΣΚΕ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η εργοδοτική επιχείρηση (ΕΥΔΑΠ), ασκώντας τα εργοδοτικά της καθήκοντα δια του αρμοδίου προς τούτο διοικητικού συμβουλίου της, δικαιούται για οποιονδήποτε συναφή προς αυτή λόγο, που ήθελε κρίνει η ίδια, να προβεί προς τους μισθωτούς της σε πρόσθετες εργοδοτικές παροχές όχι ως τακτικό - νόμιμο ή συμβατικό - αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλ' οικειοθελώς και χωρίς την πρόθεση να αποτελέσουν αντάλλαγμα αυτής και ειδικότερα, με την πρόθεση να εξυπηρετήσουν τις λειτουργικές ανάγκες της, τις οποίες μάλιστα εκούσιες παροχές δικαιούται αυτή να ανακαλέσει κατά πάντα χρόνο, αφού δεν ιδρύεται ως προς αυτές υποχρέωση της εργοδότριας και αντίστοιχο δικαίωμα των μισθωτών της.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι αναιρεσείοντες, πλην των εβδόμου, ενάτου και δέκατου τρίτου, προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου κατά την αναφερόμενη για τον καθένα ημεροχρονολογία, ενώ μετά τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού Προσωπικού αυτής εντάχθηκαν σε προβλεπόμενες απ' αυτόν θέσεις με τη μνημονευόμενη για τον καθένα ειδικότητα.

Από τους αναιρεσείοντας οι έβδομος και ένατος προσλήφθηκαν στις 19.1.1971 και 26.3.1971 αντίστοιχα από την τέως Ελληνική Εταιρία Υδάτων (ΕΕΥ), ο δε δέκατος τρίτος προσλήφθηκε στις 29/12/1972 από τοντέως Οργανισμό Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΟΑΠ) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Μετά τη συγχώνευση των τελευταίων αυτών Οργανισμών και την ίδρυση τηςαναιρεσίβλητης έγιναν οι εν λόγω αναιρεσείοντες υπάλληλοι αυτής και εντάχθηκαν σε θέσεις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό της με την αναφερόμενη για τον καθένα ειδικότητα.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες κατά τη μνημονευόμενη για τον καθένα ημεροχρονολογία τοποθετήθηκαν στο Τμήμα Φωτομηχανικών Εκτυπώσεων της Διευθύνσεως Διοικητικού της αναιρεσίβλητης, όπου εξακολουθούν να απασχολούνται και, ενόψει της φύσεως της εργασίας τους αυτής, τους χορηγήθηκε, εκτός από τη 6η που λαμβάνει επίδομα χρήσης Η/Υ, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 12% με βάση την 402/1974 εγκύκλιο της Γενικής Διεύθυνσης της ΕΕΥ, τα άρ. 20, 21 ν. 1068/1980 και το άρ. 11 ΠΔ 597/1988, ότι ο συνάδελφος των εναγόντων ΑΑ, προσληφθείς από τον ΟΑΠ την 1-2-1971 ως φωτοτεχνικός και ενταχθείς το 1986 στο τεχνικό προσωπικό μέσης εκπαίδευσης της εναγομένης στην ΜΕΤ4 κατηγορία, διατήρησε, σύμφωνα με το άρ. 21 ν. 1068/1980, την ένταξή του στην εναγομένη όλα τα επιδόματα που ελάμβανε από τον ΟΑΠ και όλα τα κεκτημένα δικαιώματά του, μέχρι την αποχώρησή του από την υπηρεσία, ότι με βάση το άρ. 4 παρ. 1 της από 16-7-1982 ΕΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ του προσωπικού του Τομέα Αποχέτευσης και της εναγομένης αυτός έλαβε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού και του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας ως χειριζόμενος μηχάνημα φωτοεκτύπωσης εγγράφων και σχεδίων, ότι οι ενάγοντες δεν υπάγονται στην προαναφερομένη ρύθμιση, αφού αυτή καταλαμβάνει κατ' άρ. 1 της ως άνω ΕΣΣΕ το προσωπικό του ΟΑΠ, ότι κατά συνέπεια το επίδομα αυτό που καταβάλλεται στον ΑΑ δεν συνιστά οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς αυτόν αλλά εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής της και επομένως δε μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ότι οι υπάλληλοι ΒΒ και ΓΓ προσλήφθηκαν από την ΕΕΥ και εντάχθηκαν στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης, ότι ο 1ος εξ αυτών ΒΒ έλαβε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% με απόφαση του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή της εναγομένης που είναι, όμως, ανίσχυρη ως ληφθείσα χωρίς σχετική εξουσιοδότηση του ΔΣ της εναγομένης και έτσι το επίδομα αυτό χορηγήθηκε κατά παράβαση του ν. 1068/1980 και του Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης ΕΥΔΑΠ, το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας δεν ενέκρινε την ως άνω απόφαση και περιέκοψε το επίδομα περιορίζοντάς το σε ποσοστό 12% με υπηρεσιακό σημείωμα, ότι ο 2ος ΓΓ έλαβε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, επειδή όμως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι η χορήγηση αυτή δεν είναι σύννομη καθόσον χορηγήθηκε κατά τον ως άνω τρόπο ελήφθη απόφαση μετατροπής του επιδόματος και περιορισμού του σε ποσοστό 12% με υπηρεσιακό σημείωμα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης που είναι κατά το νόμο το αρμόδιο όργανο αυτής ως εργοδότριας για την χορήγηση στους μισθωτούς της εκουσίως από ελευθεριότητα της ως άνω πρόσθετης παροχής, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει το χαρακτήρα μισθού, είναι αρμόδιο για την ανάκληση, οποτεδήποτε, της σχετικής απόφασής του, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή μη της χορήγησης αυτού, αφού για τον προεκτεθέντα λόγο δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα ως προς την οικειοθελή αυτή παροχή.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης το Εφετείο με τις παραδοχές αυτές διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμά του είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανάκλησης της οικείας απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) για την χορήγηση στον υπάλληλό της ΓΓ της ως άνω οικειοθελούς παροχής και της αρμοδιότητας του οργάνου της, το οποίο προέβη στην ανάκληση της απόφασης και είναι το διοικητικό συμβούλιο αυτής, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι δέχθηκε το Εφετείο, που είχε το δικαίωμα, ασκώντας τις εργοδοτικές εξουσίες της, ν' ανακαλέσει την απόφαση οποτεδήποτε, ανεξάρτητα εάν η χορήγηση της ως άνω παροχής ήταν σύννομη ή όχι, ενώ από την διατύπωση ότι ως προς το χορηγηθέν στον ΓΓ με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι η χορήγηση αυτή δεν ήταν σύννομη διότι έγινε "κατά τον ως άνω τρόπο" και γι' αυτό λήφθηκε απόφαση μετατροπής και περιορισμού του επιδόματος σε 12% με υπηρεσιακό σημείωμα δεν δημιουργείται αντίφαση με την παραδοχή της απόφασης ότι το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης ήταν αρμόδιο για την χορήγηση και την ανάκληση του επιδόματος αυτού, αφού είναι σαφές ότι αφορούσε το ύψος και όχι καθεαυτό το επίδομα.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη αναιρετικό λόγο νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, δεν αποτελούν όμως "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση αυτών, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής και πραγματικών γεγονότων.

Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσειόντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και προταθέντες απ' αυτούς ισχυρισμούς τους ότι : (1) α) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού ουδέποτε περικόπηκε από τους υπαλλήλους της ΒΒ και ΓΓ αλλά συνέχισε να καταβάλλεται μια 2ετία στον 1ο και 3ετία στον 2ο και μέχρι την αποχώρησή τους από την υπηρεσία (β) το ...

υπηρεσιακό σημείωμα για περικοπή του επιδόματος του ΒΒ ουδέποτε εκτελέσθηκε (γ) η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) τελώντας σε γνώση της Εφ.Αθ. 6524/2000 που είχε κρίνει παράνομη την αύξηση του επιδόματος του ΒΒ και αναιρώντας το ως άνω υπηρεσιακό σημείωμά της μετέτρεψε την παροχή της αυτή προς τον ΒΒ σε οικειοθελή παροχή (2) ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η χορήγηση του επιδόματος στους ΒΒ και ΓΓ ήταν παράνομη προβλήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρ. 281 Α.Κ., όπως πρότειναν κατ' αντένσταση οι αναιρεσείοντες με την προσθήκη των προτάσεών τους στο Εφετείο, καθόσον η εναγόμενη τελώντας εν γνώσει του παράνομου χαρακτήρα της χορήγησης του επιδόματος αυτού, όπως είχε κριθεί με την 6524/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όχι μόνο δεν υλοποίησε το ...

υπηρεσιακό σημείωμά της για περικοπή του επιδόματος ως προς τον ΒΒ αλλά συνέχισε να το χορηγεί μέχρι την συνταξιοδότησή του το 2004 και με απόφαση του Δ.Σ. αυτής αύξησε το επίδομα του ΓΓ και συνέχισε να το χορηγεί οικειοθελώς από 1-1-2001 και εφεξής, ενώ χορηγεί το επίδομα αυτό και σε άλλους δύο συναδέλφους τους, έχοντα διορθώσει την έλλειψη της διατεινόμενης απόφασης του Δ.Σ., με την συμπεριφορά της δε αυτή τους δημιούργησε την εύλογη εντύπωση, ότι η εναγομένη ουδέποτε θα επεκαλείτο ότι η χορηγηθείσα από την ίδια παροχή ήταν παράνομη προκειμένου ν' αποφύγει τις συνέπειες τη αρχής της ίσης μεταχείρισης, και τους προκαλεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία (3) υπάρχει μακροχρόνια και ανεπιφύλακτη επιχειρησιακή πρακτική της εναγομένης να χορηγεί παροχές ή αυξήσεις με αποφάσεις του Δ.Σ.

αυτής, οι οποίες έχουν ήδη υπερβεί τις 15.000. Από τους ισχυρισμούς αυτούς ο με αριθ. 2 (περί υποχρεωτικής προβολής εκ μέρους της εναγομένης του ισχυρισμού ότι η παροχή απ' αυτήν του επιδόματος στους ΒΒ και ΓΓ ήταν παράνομη) δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του νόμου, διότι στοιχείο της κρινόμενης αγωγής για τη κατά νόμο θεμελίωσή της, όπως προαναφέρθηκε, είναι ότι η οικειοθελής παροχή χορηγήθηκε νόμιμα, διότι η παρά το νόμο χορήγησή της δεν θεμελιώνει ανάλογη αξίωση των εργαζομένων που δεν την έλαβαν.

Συνεπώς ο ισχυρισμός της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) ότι η χορήγηση του επιδόματος αυτού στους προαναφερόμενους υπαλλήλους της είναι παράνομη δεν συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και κατ' ακολουθίαν ο ισχυρισμός των εναγόντων (αναιρεσειόντων) περί καταχρηστικής προβολής του ως άνω ισχυρισμού της εναγομένης δεν αποτελεί αντένταση. Επομένως, ο λόγος αυτός κατά το ως άνω στοιχεί του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο με αριθ. 1 ισχυρισμός ως προς όλα τα σκέλη του καθώς και ο με αριθ. 3 αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και επομένως ο εδώ ερευνώμενος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά τα σκέλη του αυτά. Τέλος, ο αυτός λόγος κατά το σκέλος του, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την μετατροπή της υποτιθέμενης παράνομης παροχής προς τους ΒΒ και ΓΓ σε νόμιμη οικειοθελή παροχή και προβλήθηκαν με την έφεση και τις προτάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως πλήρως αόριστος, ανεξάρτητα από το ότι από την διατύπωσή του προκύπτει ότι περιστατικά αυτά προτάθηκαν με τα άλλα, απαντηθέντα ήδη, σκέλη του λόγου αυτού.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, πουιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από τοαληθινό.

Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δενυπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθηνό περιεχόμενότου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. ... υπηρεσιακού σημειώματος της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί ότι μετά τη διαπίστωση της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθείοτι μετά τη διαπίστωση της μη σύννομης χορηγήσεως του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 30% επί του βασικού μισθού στον ΓΓ λήφθηκε απόφαση μετατροπής αυτού και περιορισμού του σε ποσοστό 12% επί του βασικού μισθού για τον εν λόγω υπάλληλο, ενώ το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου ατού είναι ότι η μετατροπή του ως άνω επιδόματος από 30% σε 12% επί του βασικού μισθού αφορά τους υπαλλήλους ΔΔ και ΕΕ, συνεπεία της εργασίας αυτών ως χειριστών φωτοτυπικών μηχανημάτων.

Ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, μετά από ορθή ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, το οποίο είναι διαφορετικό αϊτό εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθά η δε κρίση τον αυτή αποτελεί εκτίμηση των περιεχομένων στο ως άνω αποδεικτικό έγγραφο πραγματικών περιστατικών, καθώς επίσης και το γεγονός ότι προσκομίσθηκε ενώπιον του Εφετείου το ανωτέρω υπ' αριθ. ...

υπηρεσιακό σημείωμα της αναιρεσίβλητης αποτελεί εκτίμηση πράγματος, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα το διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 1989/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ