451/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 451 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated451/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 451 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 451 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 451/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη. Των αναιρεσίβλητων: 1) ....., 2) ....., 3)......, και 13) .... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι το επώνυμο του 12ου αναιρεσίβλητου εκ παραδρομής γράφτηκε " .... " αντί του ορθού " .... ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 901/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7340/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 23-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής. Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 281, 288 ΑΚ, 2, 4, 5, 23 και 42 του ΚΚΠ-ΔΕΗ. Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται μόνο ορισμένες νομικές σκέψεις και η έννοια που αποδίδει η αναιρεσείουσα στις διατάξεις του Κανονισμού της που παραβιάστηκαν, ενώ δεν παρατίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθούν ως αόριστοι. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ της έλλειψης παντελούς αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της καλύψεως των κενών οργανικών θέσεων άλλης κατηγορίας με μετάταξη, όπως προβλέπεται από το άρθρο 23 του ΚΚΠ της αναιρεσείουσας, το οποίο αποκλείει την ένταξη του προσωπικού της με βάση τα τυπικά τους προσόντα. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει πλήρη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΚΚΠ-ΔΕΗ και εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, με βάση τις οποίες η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση ένταξης των αναιρεσιβλήτων, ως πτυχιούχων Ανωτέρων Δημοσίων Σχολών Εμπορικού Ναυτικού, στην κατηγορία Τ3 στο όγδοο μισθολογικό κλιμάκιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 23 του Κανονισμού της. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την απορριπτική της κρίση περί μη εφαρμογής της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως της αναιρεσείουσας, ότι η συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων σε διαγωνισμό για την κάλυψη αναγκών σε προσωπικό κατώτερης κατηγορίας, δεν απέκλειε την αξίωσή τους να ενταχθούν στο τακτικό της προσωπικό της ανώτερης κατηγορίας Τ3 με βάση τα ανωτέρω τυπικά τους προσόντα. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις για την ένταξη των αναιρεσιβλήτων στην κατηγορία Τ3 του τακτικού προσωπικού της αναιρεσείουσας, αφού αυτή δέχεται ότι κατά την πρόσληψή τους στο τακτικό της προσωπικό τους ενέταξε σε θέσεις υποδεέστερης κατηγορίας Τ4-Τεχνικών (γενικά). Η αιτιολογία αυτή δεν είναι αντιφατική, στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού της αναιρεσείουσας και του άρθρου 288 ΑΚ, με βάση τις οποίες αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της προς ένταξη των αναιρεσιβλήτων στην κατηγορία Τ3 του τακτικού της προσωπικού. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δέχθηκε αυτά ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις για την ένταξη των αναιρεσιβλήτων στην κατηγορία Τ3 του τακτικού προσωπικού της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη αιτίασή του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της αγωγής με την οποία οι αναιρεσίβλητοι ζητούν την ένταξή τους στην ως άνω κατηγορία, προκύπτει ότι αυτοί ισχυρίστηκαν ότι υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις της κατηγορίας αυτής. Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτή τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκε και είναι αληθινός ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος της αναιρέσεως και ως προς την αιτίαση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.5.2005 αίτηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού για αναίρεση της 7340/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ