Legislator Case Law & Legislation
450/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company, dismissing others' appeal on procedural grounds.

Case Number 450/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by X.G. against the Third Instance Court's decision of 1433/2020, while dismissing the appeals filed by other appellants. The court found that the appeal by X.G. lacked legal basis regarding the disability of the insured, whereas the other appellants' claims were rejected for procedural reasons. Consequently, the case was remitted for further trial to a different panel of judges, with costs assigned to the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 573, 574 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific grounds are valid while rejecting others based on procedural defects or lack of legal basis, remitting the case for retrial.

Keywords

AI generated
appeal procedure partial remittal legal basis insurance dispute disability assessment costs allocation procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 450 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 450/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δ. Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ...). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη.

Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Λ. Π. του Α., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Υ. Σ. Α. Ε. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Σ.", η οποία εδρεύει στον …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι.. Κ. Σ.. Σ. Α. Ε. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Σ.» και 4) Μ. Ρ. του Κ.... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Στέργιο Σπυρόπουλο και Βασίλειο Αλεξανδρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. E. Α.", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τομαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου Γ. Π., την από 14-6-2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (της από 26-7-2021 αίτησης αναίρεσης) και την από 13-1-2011 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου (της από 26-7-2021 αίτησης αναίρεσης), που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2624/2014 εν μέρει οριστική, 4/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1433/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2021 αίτησή του και τον από 27-4-2022 πρόσθετο αυτής λόγο και οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και ο πληρεξούσιος της από 22-7-2021 αίτησης και την παραδοχή του προσθέτου αυτής λόγου, οι παραστάντες πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία [άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ], το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων [ΑΠ 691/2018].

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συζητήθηκαν α] η από 22-7-2021 αίτηση αναίρεσης του Χ. Γ. και οι από 27-4-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής και β] η από 26-7-2021 αίτηση αναίρεσης των Δ. και Λ. Π., της ανώνυμης εταιρίας ‘Ε.’ Υ. Σ. Α. Ε. ‘Ε.’ και της Μ. Ρ., κατά της υπ' αριθ. 143/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Aπό την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος Γ. Π. άσκησε την υπ' αριθ. 45595/2010 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι την 11-9-2005, από πταίσμα της τρίτης και του πέμπτου των εναγομένων, οι οποίοι είχαν τις ιδιότητες της προϊσταμένης και του τεχνικού ασφαλείας αντίστοιχα της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο ‘Π.’ Σ.

Μ. Α.Ε.'', η οποία υφίστατο κατά το χρόνο του ατυχήματος και, στη συνέχεια, συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την τέταρτη εναγομένη ''‘Σ.’, η οποία ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση λόγω διαδοχής στις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας, προκλήθηκε ατύχημα, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος.

Ότι και τα όργανα διοίκησης της πρώτης ως άνω εταιρίας, πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, με δική τους παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, χωρίς να έχουν δώσει τις κατάλληλες οδηγίες στην τρίτη και τον πέμπτο από τους εναγομένους, συνετέλεσαν στην πρόκληση της αναφερομένης ζημίας του ενάγοντος. Περαιτέρω, η τέταρτη εναγόμενη και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της παραπάνω αγωγής με την υπ' αριθ. 118080/2010 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση κάλεσαν την ασφαλιστική εταιρία ‘A.’ ‘I.’ να παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτών και να τους υποστηρίξει στη δίκη, σώρευσαν δε στην προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης.

Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε από την καθολική διάδοχο της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρίας, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''E. E. Α.''. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τα παραπάνω δικόγραφα και με την υπ' αριθ. 2624/2014 εν μέρει οριστική απόφασή του, Α) δικάζοντας επί της κύριας αγωγής απέρριψε αυτήν ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, ενώ την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς (τρίτη, τέταρτη και πέμπτο) εναγομένους για ορισμένα μόνον κονδύλια, αναγνωρίζοντας ότι αυτοί στον ενάγοντα το ποσό των 12.643,78 ευρώ, και Β) δικάζοντας επί της προσεπίκλησης και της σωρευόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής, απέρριψε αυτήν καθό μέρος ασκήθηκε από τους δεύτερο και τρίτο προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες (δύο πρώτους εναγομένους), ενώ την έκανε δεκτή ως προς την πρώτη προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα (τέταρτη εναγομένη), αναγνωρίζοντας ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει σ' αυτή το παραπάνω ποσό των 12.643,78 ευρώ, και Γ) ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, διατάσσοντας ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ως προς τα αιτήματα της θετικής και αποθετικής ζημίας, της αποζημίωσης λόγω αναπηρίας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ακολούθως, ως προς το μέρος που αναβλήθηκε, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγομένων και εν μέρει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας (τέταρτης εναγομένης).

Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν α) οι υπ' αριθ. 7758/2014 και 3672/2016 εφέσεις του ενάγοντος (στρεφόμενες η μεν πρώτη κατά των δύο πρώτων εναγομένων, ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί η αγωγή του, η δε δεύτερη κατά των λοιπών τριών εναγομένων ως προς τους οποίους αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή, αμφότερες δε και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των προσεπικαλούντων, τέταρτης και δύο πρώτων των εναγομένων), β) η υπ' αριθ. 590170/2017 έφεση της τέταρτης και της τρίτης εναγομένης (στρεφόμενη μόνον κατά του κυρίως ενάγοντος), γ) η υπ' αριθ. 537517/2017 έφεση του πέμπτου εναγομένου (κατά του ενάγοντος) και δ) η υπ' αριθ. 568359/2019 έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (στρεφόμενη αφενός μεν κατά του κυρίως ενάγοντος, αφετέρου δε κατά των προσεπικαλεσάντων αυτήν, τέταρτης και δύο πρώτων των εναγομένων).

Το Εφετείο, αφού τις συνεκδίκασε, απέρριψε τις εφέσεις των τρίτης, τετάρτης και πέμπτου των εναγομένων, δέχθηκε τις εφέσεις του ενάγοντος και της παρεμπιπτόντως εναγομένης και αφού εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς όλους τους εναγομένους και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσβάλουν οι αναιρεσείοντες με τις προαναφερθείσες αιτήσεις αναίρεσης. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτές [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Α) Επί της από 26-7-2021 αίτησης αναίρεσης των Δ.

και Λ. Π., της ανώνυμης εταιρίας ‘Ε.’ Υ. Σ. Α. Ε. ‘Ε.’ και της Μ. Ρ..

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: α] ζημιογόνος συμπεριφορά [πράξη ή παράλειψη], β] παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ] υπαιτιότητα, δ] ζημία, ε] πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς [νόμιμου λόγου ευθύνης] και αποτελέσματος [ζημίας].

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο [ΑΠ 156/2021].

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β ΑΚ, προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας [άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ], η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης [άρθρο 298 ΑΚ] ήταν επαρκής, ήτοι ικανή [πρόσφορη], να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει, εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε [ΑΠ 156/2021].

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ], δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019, ΑΠ 1607/2017, ΑΠ 706/2016].

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, προκύπτει ότι κύριος ή ο προστήσας κάποιου άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1] σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2] ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3] η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίες που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των οδηγιών ή εντολών, που δόθηκαν σ' αυτόν, ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνας πράξης του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να τελεστεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της.

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή [πρόστηση] του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους προς την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τοπικό ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας [ΑΠ 780/2019].

Περαιτέρω, από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Έτσι, προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι:

α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο (ως όργανα, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 AK (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, την συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του.

Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του, κατ' άρθρο 71 ΑΚ, είτε των προστηθέντων απ' αυτό, κατ' άρθρο 922 AK (ΑΠ 1885/2014).

Περαιτέρω, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (Α.Κ.914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους (ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1885/2014, ΑΠ 988/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση [ολΑΠ 7/2014, ΑΠ 1191/2019].

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία].

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος [ΑΠ 40/2020, ΑΠ 118/2019].

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Στις 12-09-2005, περί ώρα 11.45' περίπου, ο ενάγων, ηλικίας τότε, 46 ετών, βάδιζε εντός του καταστήματος - σούπερ μάρκετ που βρισκόταν στην οδό……, στο …., ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π.

Α. - Ε. Ε. Ε. Σ. «Μ., της οποίας, ο πρώτος εναγόμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος μέλος και νόμιμος εκπρόσωπός της, και ο δεύτερος πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπός της. Έχοντας ολοκληρώσει τις αγορές του, κινούμενος σε διάδρομο που κατέληγε σε ταμείο του καταστήματος και σε απόσταση δύο μέτρων προ αυτού, γλίστρησε πατώντας πάνω σε υγρό το οποίοι είχε χυθεί σε προγενέστερο χρόνο.

Η τρίτη εναγόμενη, προστηθείσα της ανώνυμης εταιρείας, που ήταν υπεύθυνη του συγκεκριμένου καταστήματος κατά τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία και ώρα, όπως ομολογεί και με την έφεσή της, είχε ειδοποιηθεί ήδη για την ύπαρξη του αναψυκτικού στο πάτωμα (κατά τους ισχυρισμούς της επρόκειτο για φιάλη αναψυκτικού Coca - Cola) και είχε ήδη δώσει εντολή για τον καθαρισμό του διαδρόμου.

Πλην όμως, κατά το χρονικό σημείο που διερχόταν o ενάγων από το συγκεκριμένο σημείο, που είχε πέσει στο πάτωμα και διαχυθεί το ως άνω αναψυκτικό, δεν έγινε αντιληπτός και δεν ειδοποιήθηκε από κανέναν υπάλληλο για την ολισθηρότητα του διαδρόμου, ούτε αποδείχθηκε ότι είχε γίνει προφορική ανακοίνωση για την ύπαρξη του υγρού στο πάτωμα, με αποτέλεσμα, απροειδοποίητος, να συνεχίσει το βάδισμά του και εν συνεχεία να γλιστρήσει και να πέσει κάτω.

Η πτώση του είχε σαν συνέπεια να υποστεί υποκεφαλικό κάταγμα δεξιού ισχίου με παρεκτόπιση τύπου ΙΙΙ κατά Garden και ΙΙΙ κατά Pauwels. Εξαιτίας του κατάγματος αυτού, διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", όπου, αφού έγιναν οι απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση του κατάγματος και έλεγχο της αιμορραγίας και τοποθετήθηκαν πλάκα με ολισθαίνοντα ήλο, αντιπεριστροφικό ήλο και βίδες.

Νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο αυτό, από τις 12-09-2005 έως τις 16-09-2005 και έλαβε εξάμηνη αναρρωτική άδεια από τις 17-09-2005 έως τις 15-03-2006. Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι, ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται, κατ' αρχήν, στην υπαιτιότητα της τρίτης εναγομένης προστηθείσας της ανώνυμης εταιρείας την οποία απορρόφησε η τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι διότι αυτή δεν κατέβαλε (άρθρο 330 εδ.

β' του ΑΚ) την προσήκουσα (απαιτούμενη) επιμέλεια και προσοχή (μη ενσυνείδητη αμέλεια) την οποία μπορούσε αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων της - και όφειλε, λόγω της προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που είχε δημιουργηθεί, να επιδείξει, στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας και των υπηρεσιών που της είχαν ανατεθεί από την εναγόμενη τότε εργοδότρια της και η οποία (επιμέλεια και προσοχή) θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ειδικότερα, η τρίτη εναγόμενη όφειλε να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε να αποτραπεί η προσβολή της σωματικής ακεραιότητας των πελατών του σούπερ μάρκετ, είτε με τον άμεσο καθορισμό του διαδρόμου και με την διαρκή παραμονή της ίδιας, ή εντεταλμένου προς τούτο από αυτήν προσώπου, στο σημείο προς ειδοποίησή τους, είτε με την (προ του καθαρισμού και αμέσως μετά την γνωστοποίηση του προβλήματος αυτού στην προαναφερόμενη) τοποθέτηση, από τον εγγύτερα ευρισκόμενο στο σημείο αυτό και αμέσως ειδοποιηθέντα από αυτήν, υπάλληλο του καταστήματος ειδικής προειδοποιητικής σήμανσης σε ικανή απόσταση προ της επίμαχης περιοχής, ή, έστω, εντολή για εποπτεία από τον αποκλεισμό της διέλευσής τους από τον συγκεκριμένο διάδρομο, μέχρι να τοποθετηθεί η σήμανση.

Ωστόσο, αυτή δεν συμμορφώθηκε με τις παραπάνω υποχρεώσεις της, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, παρότι, όπως ισχυρίζεται, είχε ήδη αντιληφθεί το χυμένο αναψυκτικό και είχε δώσει εντολή για τον καθαρισμό της επίμαχης περιοχής, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι, επιπλέον, είχε δοθεί από αυτήν και εντολή, μέχρι να τοποθετηθούν οι κατάλληλες σημάνσεις, να εποπτεύεται το συγκεκριμένο σημείο, με αποτέλεσμα να μην γίνει αντιληπτός από την ίδια, ή το λοιπό προσωπικό του καταστήματος, και ειδοποιηθεί ο ενάγων, ο οποίος, έτσι, βάδισε ανεμπόδιστος στον διάδρομο, έχασε την ισορροπία του και έπεσε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί.

Περαιτέρω, όμως, με πταίσμα βαρύνεται και ο πέμπτος εναγόμενος, Χ. Γ., ο οποίος, ενώ έφερε την ιδιότητα του υπεύθυνου ασφαλείας του εν λόγω καταστήματος, πέραν της τυπικής αυτής ιδιότητας του κατά νόμον, δεν αποδείχθηκε ότι μερίμνησε για την επαρκή ενημέρωση των εργαζομένων στην επιχείρηση, για τις ενέργειες στις οποίες όφειλαν να προβούν σε παρόμοιες περιπτώσεις της κατάπτωσης υγρών στα πατώματα και στους διαδρόμους του καταστήματος, ούτε ότι παρείχε τις απαιτούμενες πληροφορίες ώστε σε περίπτωση ολισθηρότητας του πατώματος από οποιαδήποτε αιτία, οι εργαζόμενοι να προβαίνουν στον άμεσο και πλήρη καθαρισμό του, ενώ δεν αποδεικνύεται και ότι φρόντισε να τους ενημερώσει για τους τρόπους αποκλεισμού της διέλευσης των πελατών από τα σημεία του καταστήματος που, ένεκα παρομοίων με το προηγούμενο συμβάντων, ενεφάνιζαν επικινδυνότητα για αυτούς.

Έτσι, οι ανωτέρω δύο εναγόμενοι παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 του ΠΔ 17/96, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας, και να φροντίζουν για την ασφάλεια και την υγεία και των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, καθώς και από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 20, 32 παρ. 1, 36 παρ. 6, 44 παρ. 16 της Α1β/8577/83 Υγειονομικής Διάταξης, που επιτάσσουν οι καθ' οιονδήποτε τρόπο εντεταλμένοι για την καθαριότητα των χώρων του καταστήματος να μεριμνούν προς τούτο με οδηγίες ώστε να διατηρείται η καθαριότητα στους χώρους του δαπέδου, κρίνονται, συνυπαίτιοι του επίδικου ατυχήματος.

Ακόμη, περαιτέρω, όμως συνυπαίτιοι για την επέλευση του ως άνω ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνονται και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (Δ. και Λ. Π.), οι οποίοι ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι, κατά το χρόνο του ατυχήματος της εταιρείας «Π. Α. Ε. Ε. Ε. Σ. «Μ. και οι οποίοι, ενώ ήταν υπεύθυνοι για την λειτουργία του καταστήματος επί της οδού …….

δεν μερίμνησαν, πέραν και της ευθύνης που προκύπτει, επίσης, για αυτούς, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1-3 του Π.Δ. 17/1996 (σημειουμένου ότι, οι παρ. 1, 2 και 3 του άρ. 7 του ΠΔ. 17/1996 ρητώς προβλέπουν: " 1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. 2.

Εάν ο εργοδότης προσφεύγει σε άτομα εκτός της επιχείρησης ή σε ΕΞΥΠΠ για την ανάθεση των καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας ή/και γιατρού εργασίας, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του στον τομέα αυτό. 3. Οι υποχρεώσεις του τεχνικού ασφαλείας, του γιατρού εργασίας και του εκπροσώπου των εργαζομένων δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη") - ως προστήσαντες τους τρίτη και πέμπτο των εναγομένων (όπως, άλλωστε, και το λοιπό προσωπικό της ως άνω εταιρείας), με την παροχή κατάλληλων οδηγιών, για την άμεση τοποθέτηση πινακίδων και κάθε άλλης κατάλληλης σήμανσης, αλλά και με την συνεχή εποπτεία και επίβλεψη του προσωπικού, ώστε να εξασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση που χύνεται το οποιοδήποτε υγρό στο δάπεδο και καθίσταται το τελευταίο ολισθηρό, να αποκλείεται αμέσως ο χώρος αυτός και, ακολούθως, να γίνεται άμεσος και πλήρης καθαρισμός του, ώστε να αποτρέπονται οι εξ αυτού του λόγου κίνδυνοι.

Συνεπώς, όπως κρίνεται με βάση την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη και πέμπτος των εναγομένων, από συγκλίνουσα δική τους αμέλεια, κατέστησαν υπαίτιοι του τραυματισμού του ενάγοντος, διότι, αυτοί, έχοντας νομική υποχρέωση, δεν απέτρεψαν το ζημιογόνο γεγονός, αλλά δια των παραλείψεών τους, όπως παραπάνω εκτίθενται, η συμπεριφορά τους κατέστη παράνομη, αφού αντέκειτο σε επιτακτικές διατάξεις του νόμου και επιπλέον στην υποχρέωση που προκύπτει από τη διάταξη της ΑΚ 914 που επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή του ενδεχόμενου κινδύνου και της ακολουθούσας ζημίας σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση εκ της οποίας μπορούσε να προέλθει ζημία - και υπαιτίως τον ζημίωσαν.

Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι, η προηγηθείσα σε βάρος των ως άνω εναγομένων ποινική δίκη, για τους μεν δύο πρώτους από αυτούς, κατέληξε σε αμετάκλητη αθώωσή τους, ενώ για τους τρίτη και πέμπτο των εναγομένων, εν τέλει, σε οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, αφού, όπως - ειδικότερα - προκύπτει από την διαδικαστική εξέλιξη της υποθέσεως αυτής, κατά των Δ.

Π., Λ. Π., Μ. Ρ. και Χαριλάου Γεωργίου ο ενάγων υπέβαλε την από 12-12-2005 υπ' ABM A 05/5933 έγκλησή του για σωματική βλάβη από αμέλεια (αρ. 314 Π.Κ.) και διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως, ακολούθως παραπέμφθηκαν αυτοί ως κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με το από 5-6-2006 κατηγορητήριο της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, α) για σωματική βλάβη από αμέλεια (άρ. 314 Π.Κ.) - [όλοι οι ως άνω εναγόμενοι], β) για παράβαση του Π.Δ. 17/1996 περί μέτρων ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων σε συνδ.

με το άρ. 25 Ν. 2224/1994 (εκ των ως άνω εναγομένων οι λοιποί πλην της Μ. Ρ.) και γ) για παράβαση της AlΒ/8577/1983 Υγειονομικής Διατάξεως - (εκ των ως άνω εναγομένων οι λοιποί πλην του Χ. Γ.). Περαιτέρω, με την υπ' αρ. 30838/34982/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την παράβαση της υγειονομικής διατάξεως και κατά τα λοιπά κηρύχθηκαν και οι τέσσερις ως άνω εναγόμενοι ένοχοι, όπως κατηγορούντο, και επιβλήθηκε στους Δ.

και Λ. Π., καθώς και στον Χ. Γ., συνολική ποινή φυλακίσεως 13 μηνών, στη δε Μ. Ρ. ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Ασκηθείσης δε εφέσεως, το Τριμελές Εφετείο επί Πλημμελημάτων Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1426/2012 απόφασή του, κήρυξε αθώους τους Δ,. και Λ. Π. (κριθέντος ότι, "εν όψει των συνθηκών προκλήσεως των βλαβών και του ορισμού υπευθύνων για τον έλεγχο της καταστάσεως, δεν μπορούσαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν το αποτέλεσμα"), κήρυξε δε εκ νέου ενόχους τους Χ.

Γ. και Μ. Ρ., όπως κατηγορούντο, και επέβαλε στον μεν X. Γ.συνολική ποινή φυλακίσεως 11 μηνών, στην δε Μ. Ρ. ποινή φυλακίσεως 10 μηνών. Κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι Μ. Ρ. και Χ. Γ. άσκησαν αναίρεση, ο δε Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 750/2013 απόφαση του ανήρεσε την απόφαση αυτή (διότι δεν αναφερόταν σε αυτήν αν οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι είχαν ενεργήσει με ενσυνείδητη αμέλεια ή με άνευ συνειδήσεως αμέλεια).

Επίσης δε, στο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου, παρεγράφη υφ' όρον (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 2 παρ. 1 του Ν. 4043/2012) η καταδικαστική απόφαση κατά του Χ. Γ. για την πράξη της παραβάσεως του Π.Δ. 17/1996, δεδομένου ότι η πρωτόδικη καταδίκη του δεν υπερέβαινε τους 6 μήνες. Κατόπιν τούτων, η υπόθεση ήχθη σε νέα εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 6237/2013 απόφασή του κατεδίκασε εκ νέου τους κατηγορουμένους X..

Γ. και Μ.. Ρ. για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, και επέβαλε σε αυτούς την ίδια ποινή φυλακίσεως (10 μήνες εις έκαστον) την οποία είχε επιβάλει το Εφετείο Αθηνών και με την προηγουμένη - αναιρεθείσα απόφασή του. Κατά της ως άνω νέας εφετειακής αποφάσεως, οι κατηγορούμενοι X.. Γ. και Μ.. Ρ. άσκησαν εκ νέου αναίρεση, ο δε Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 869/2014 απόφασή του ανήρεσε εκ νέου και τη δεύτερη αυτή εφετειακή απόφαση (διότι από παραδρομή κατά τη σύνταξη των πρακτικών δεν είχε αναγραφεί σε αυτά το περιεχόμενο της εισαγγελικής προτάσεως επί της ενοχής ή της αθωότητας των κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα να ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας).

Μετά δε και από τη δεύτερη αυτή αναιρετική απόφαση, ο Άρειος Πάγος έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι είχε πλέον παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της 8ετίας από την ημέρα του τραυματισμού του ενάγοντος. ... Έχει κριθεί ότι αμφισβητείται το αθωωτικό αποτέλεσμα όταν το επιλαμβανόμενο στη συνέχεια πολιτικό δικαστήριο αντλεί επιχειρήματα για την ευθύνη του εναγομένου από τους λόγους απαλλαγής του στο ποινικό δικαστήριο, π.χ.

όταν αυτός αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών ή με μειοψηφία ή με αντίθετη εισαγγελική πρόταση, όπως και παραπάνω, σύμφωνα με την ΑΠ 1422/2017, γίνεται δεκτό. Από τη νομολογία δε του ΕΔΔΑ διαφαίνεται ότι το τεκμήριο αθωότητας προσβάλλεται όχι λόγω του αποτελέσματος, στο οποίο καταλήγει το πολιτικό δικαστήριο, αλλά από την αμφισβήτηση του αθωωτικού αποτελέσματος της ποινικής απόφασης...

Κατά συνέπεια, εκ του γεγονότος και μόνο ότι υπήρξε διαφορετική εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, στο οποίο περιλαμβάνεται και αθωωτική ποινική απόφαση (πολλώ δε μάλλον και εάν έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής), για την εκτίμηση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς προσώπων και επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης- δεν θεμελιώνεται παράβαση των διατάξεων ούτε περί ισότητας απέναντι στο νόμο των πολιτών και της ίσης μεταχειρίσεως, εκ του ελληνικού Συντάγματος, ούτε εκ του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης από αμερόληπτο δικαστήριο." Εξάλλου, κανένα πταίσμα δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει τον ενάγοντα [αυτό δεν μπορεί να συναχθεί εκ του λόγου και μόνο ότι βιαζόταν και κρατούσε στο ένα χέρι μια εξάδα φιαλών νερού του 1,5 L και στο άλλο κουτιά νωπού γάλακτος και δεν τα μετέφερε με καρότσι, αφού αιτία της πτώσεως δεν ήταν δική του αστάθεια αλλά η ολισθηρότητα του δαπέδου], ο οποίος δεν θα μπορούσε, όσο επιμελής κι αν ήταν, να προβλέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε κάποιος υπάλληλος στο σημείο για να τον προειδοποιήσει προκειμένου να μην διέλθει από τον συγκεκριμένο διάδρομο, ούτε ότι είχε τοποθετηθεί πινακίδα περί της επικινδυνότητας του διαδρόμου λόγω της ολισθηρότητας ούτε άλλο πρόσφορο αντικείμενο, όπως "τελάρο", δυνάμενο να αποκλείσει την πρόσβαση, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν και προφορικές ανακοινώσεις προς τούτο (που - πάντως - ούτε μπορεί να διασφαλιστεί ότι ακούγονται με προσοχή από όλους - εν όψει του ότι κάποιοι από αυτούς μπορεί να έχουν προβλήματα ακοής ή να μην είναι συγκεντρωμένοι στην ακρόασή τους λόγω τηλεφωνικών κλήσεων από κινητά τηλέφωνα, μεταξύ τους συζητήσεων κλπ.

και δεν μπορούν, αφ' εαυτές τυχόν προφορικές ανακοινώσεις - να αποτελέσουν πρόσφορο μέτρο προς αποτροπή των κινδύνων από ολισθηρότητα του δαπέδου) και, επομένως, πρέπει, να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος που προέβαλαν νομίμως οι εναγόμενοι κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όπως και οι λόγοι εφέσεως των εναγομένων και της παρεμπιπτόντως εναγομένης που συναρτώνται εν γένει με την υπαιτιότητα του ενάγοντος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ένεκα του τραυματισμού του, ο ενάγων υποβλήθηκε στις εξής δαπάνες: για αμοιβή της αποκλειστικής νοσοκόμας Δ. Γ. Π., κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του από 12-09-2005 έως 16-09-2005, έχει καταβάλει το ποσό των 108,56 ευρώ (το υπόλοιπο της δαπάνης αυτής ύψους 132,04 ευρώ καταβλήθηκε από το ΤΣΑΥ).

Για τη διακομιδή του με ασθενοφόρο από το νοσοκομείο στην οικία του στις 16-09-2005 κατέβαλε το ποσό των 50 ευρώ, καθώς και για τη διακομιδή τους τις 06-10-2005 στο ίδιο νοσοκομείο για εξετάσεις και αντιστρόφως, κατέβαλε το ποσό των 100 ευρώ. Για την αγορά ιατρικού εξοπλισμού περιπατητήρα Π, ανυψωτικού τουαλέτας, αγοράς λεκάνες λουσίματος, χειρολαβής κρεβατιού, επικαλύψεις ριζομηρίου, μεταλλικές βακτηρίες αγκώνος, συσκευή αποκατάστασης μυϊκής ατροφίας, ένθετο πέλμα ανύψωσης δεξιάς πτέρνας, κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από τις 14-09-2005 έως τις 15-06-2006, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομισθείσες αποδείξεις το συνολικό ποσό των (4,5 + 45 + 35 + 126,05 + 14,02 + 16,28 + 830 + 87=) 1.157,85 ευρώ.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο έλαβε αναρρωτική άδεια για διάστημα καταρχήν δύο μηνών, έλαβε εκ νέου τον Νοέμβριο του 2005 νέα αναρρωτική άδεια δύο μηνών και τέλος, ακόμη δύο μήνες μέχρι τον Μάρτιο του 2006. Ένεκα της φύσης του τραυματισμού του, απαιτείτο η ακινησία του ενάγοντος για δύο μήνες.

Κατά το ανωτέρω διάστημα, ο ενάγων, ήταν ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθεί και για τον λόγο αυτό, είχε ανάγκη των υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας, εξαιτίας της δυσκολίας του να μετακινείται αυτόνομα. Επομένως, ήταν αναγκαία η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου σε δωδεκάωρη βάση, από τις 17-09-2005 έως τις 16-11-2005.

Για την απασχόληση της δαπάνησε το ποσό των 4 ευρώ την ώρα.

Συνεπώς, για κάθε ημέρα κατέβαλε το ποσό των (12 Χ 4 =) 48 ευρώ και συνολικά για 60 ημέρες κατέβαλε το ποσό των (60 Χ 48 =) 2.880 ευρώ. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων δαπάνησε για βελτιωμένη διατροφή του για χρονικό διάστημα 6 μηνών όσο και o χρόνος ανάρρωσής του το ποσό των 4 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό των (4 ευρώ Χ 180 ημέρες=) 720 ευρώ.

Ο ενάγων, με την επίδικη αξίωσή του, ζητεί το ποσό των 12 ευρώ ημερησίως για έναν χρόνο, αλλά ούτε η αναγκαιότητα για την χορήγηση βελτιωμένης διατροφής για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα προκύπτει, ούτε εξάλλου αποδεικνύεται ότι ελάμβανε βελτιωμένη διατροφή για έναν χρόνο. Επιπλέον, απορριπτέο τυγχάνει ως αβάσιμο και το αιτούμενο ποσό των 300 ευρώ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, από τις 11-10-2005 έως τις 11-11-2005 αναγκάσθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό σε μίσθωση οχήματος ταξί, προκειμένου η σύζυγός του να μεταβαίνει, λόγω της κύησής της και της γέννησης του τέκνου τους, στο μαιευτήριο "Μητέρα" για διάφορες εξετάσεις, πλην όμως το κονδύλιο αυτό δεν συνιστά δική του θετική ζημία, καθότι δεν αποτελεί άμεση ζημία από τον τραυματισμό του αλλά μόνο έμμεση περαιτέρω τέτοια, πέραν και Του ότι, λόγω της επαγγελματικής του απασχόλησης, ουδόλως ήταν βέβαιο ότι θα μετέφερε ο ίδιος τη σύζυγό του στο μαιευτήριο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον ίδιο ανωτέρω χρόνο ανάρρωσης υπέστη και αποθετική ζημία αφού αυτός δεν κατάφερε να αποκομίσει από την εργασία του, ως ιατρός χειρούργος, συνδεόμενος με σύμβαση έργου αορίστου χρόνου με το ΙΚΑ και παρέχοντας τις υπηρεσίες του στη Β' Χειρουργική Κλινική του πρώτου Νοσοκομείου ΙΚΑ - Πεντέλης, ό,τι πραγματικά θα αποκόμιζε κατά το διάστημα αυτό.

Έτσι, απώλεσε για πέντε μήνες την πρόσθετη μηνιαίως αμοιβή, ποσού 1.058 ευρώ μικτά (πρβλ. ΑΠ 869/2013 στον δικτυακό τόπο του Αρείου Πάγου), το οποίο θα αποκέρδαινε από την πραγματοποίηση 7 εφημεριών ανά μήνα, δηλαδή απώλεσε (5 Χ 1.058 =) 5.290 ευρώ. Στις 13-05-2008, ως προελέχθη, εισήλθε εκ νέου στο ανωτέρω νοσοκομείο και υποβλήθηκε στις 14-05-2008 σε νέα χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, που είχαν τοποθετηθεί κατά την πρώτη επέμβαση, στις 12-09-2005.

Έλαβε νέα αναρρωτική άδεια από τις 16-05-2008 έως τις 15-08-2008 καθώς και έναν επιπλέον μήνα κανονικής άδειας και επανήλθε στην εργασία του στις 15-09-2008 μετά τη λήξη του μηνός αυτού. Λόγω της δεύτερης αυτής επέμβασης που αφορούσε την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης που του τοποθετήθηκαν από τους θεράποντες ιατρούς κατά την πρώτη επέμβαση αμέσως μετά την πτώση του, αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του.

Λόγω του είδους της επέμβασης και του χρόνου ανάρρωσης ήταν αναγκαία η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου σε δωδεκάωρη βάση, από τις 16-05-2008 έως τις 14-06-2008 και σε οκτάωρη βάση από τις 15-06-2008 έως τις 24-6-2008. Για την απασχόλησή της, ο ενάγων, δαπάνησε το ποσό των 4 ευρώ την ώρα.

Συνεπώς, κατέβαλε το ποσό των (12 ώρες Χ 4 ευρώ=) 48 ευρώ και για 30 ημέρες (16-5-2008 έως 14-6-2008) κατέβαλε το ποσό των (30 Χ 48 = ) 1.440 ευρώ και για άλλες 10 ημέρες (από τις 15-06-2008 έως τις 24-06-2008) κατέβαλε το ποσό των 320 ευρώ (8 ώρες ημερησίως Χ 4 ευρώ = 32 ευρώ Χ 10 ημέρες. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι, o ενάγων δαπάνησε για βελτιωμένη διατροφή του για το χρονικό διάστημα 3 μηνών όσο και ο χρόνος ανάρρωσής του το Ποσό των 4 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό των (4 ευρώ Χ 90 ημέρες =) 360 ευρώ.

Επιπλέον απώλεσε για δύο μήνες την πρόσθετη μηνιαίως αμοιβή, ποσού, 1738,27 ευρώ μικτά, το οποίο θα αποκέρδαινε από την πραγματοποίηση των προβλεπόμενων εφημεριών ανά μήνα, δηλαδή απώλεσε (2 Χ 1.738,27=) 3.476,54 ευρώ. Εξάλλου, ο ενάγων θα απωλέσει πρόσθετη μηνιαία αμοιβή για την Τρίτη επέμβαση (ολικής αρθροπλαστικής ισχίου) στην οποία θα απαιτηθεί να υποβληθεί στο μέλλον, την οποία (αμοιβή) θα αποκέρδαινε από την πραγματοποίηση των προβλεπόμενων εφημεριών για το χρονικό διάστημα που θα τελεί σε αναρρωτική άδεια, η οποία δεν απαιτείται να είναι, με βάση και τις σύγχρονες μεθόδους ολικής αρθροπλαστικής μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών.

Όπως δε προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 10/14/49/17862/13-6-2018 έγγραφό του από το υπ' αριθμ. πρωτ. 10/14/49/17862/13-6-2018 έγγραφο Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", στο οποίο ήδη εργάζεται ο ενάγων, το μέσο μηνιαίο ποσό ακαθάριστων αποδοχών για εφημερίες είναι ποσού 1.2ΟΟ ευρώ, δηλαδή θα απωλέσει (3 μήνες Χ 1.200 ευρώ=) 3.600 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατόπιν εκτέλεσης των απαραίτητων ιατρικών εξετάσεων, μεταξύ των οποίων ειδικής μαγνητικής τομογραφίας (μαγνητική αρθρογραφία), εκτίμησης της κλινικής εικόνας του ενάγοντος, ιδιαίτερα του απεικονιστικού ελέγχου του δεξιού ισχίου αυτού, και μελέτης των ιατρικών εγγράφων που του προσκομίστηκαν και τα οποία επισυνάπτονται στη με αριθμό …έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης την οποία διενήργησε, ο ορισθείς με την 2624/2014 προδικαστική απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, o ιατρός πραγματογνώμονας, Ι.

Κ., χειρουργός ορθοπεδικός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βλάβη της μηριαίας κεφαλής δεν συνιστά "άσηπτη νέκρωση" αυτής, αλλά παρουσιάζει άλλου είδους παθολογικά ευρήματα, τα οποία συνοδεύονται και από βλάβες της κοτύλης. Σημειώνεται ότι και ο ορισθείς από τον ενάγοντα τεχνικός σύμβουλος, χειρουργός ορθοπεδικής Ι.

Φ., από 22.4.2015 έκθεσή του καταλήγει ότι έχει υποστεί αρθριτικές αλλοιώσεις το σύνολο της αρθρώσεως του ισχίου (και όχι μόνο της κεφαλής του μηριαίου οστού όπου εντοπίζεται η από αυτόν αναφερόμενη άσηπτη νέκρωση), ενώ ο ορισθείς από την παρεμπιπτόντως εναγομένη - προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία τεχνικός σύμβουλος Ι.

Σ., χειρουργός ορθοπεδικός, καταλήγει ότι η σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντος οφείλεται στην ανάπτυξη σοβαρού βαθμού μετατραυματικής αρθρίτιδας του δεξιού ισχίου. Οι επιπλοκές του ένδικου τραυματισμού του ισχίου του ενάγοντος, συνισταμένων στην ανάπτυξη όπως αναφέρθηκε - μετατραυματικής αρθρίτιδας, τη ρήξη του επιχείλιου χόνδρου της κοτύλης, την αλλοίωση τμήματος του επιχειλίου χόνδρου της κοτύλης, την αλλοίωση τμήματος του υαλοειδούς χόνδρου, την οστεχόνδρινη βλάβη τμήματος της μηριαίας κεφαλής, τη σκλήρυνση του υπαρθρικού οστού της οροφής της μηριαίας κεφαλής, την παρουσία μικροκυστικής αλλοίωσης σε αυτήν και την προδιάθεση για ύπαρξη δευτεροπαθούς συνδρόμου μηροκοτυλιαίας πρόσκρουσης, κατά την εκτίμηση του ιατρού πραγματογνώμονα αλλά και του τεχνικού συμβούλου Ι.

Φ., επιδεινώνονται προοδευτικά και θα εξακολουθήσουν να επιδεινώνονται, μόνη δε θεραπεία για τη συνολική αντιμετώπισή τους είναι η χειρουργική αποκατάσταση με ολική αρθροπλαστική (περαιτέρω δε σχετικές και οι από 28.4.2009, 10.4.2009 γνωματεύσεις των Α. Κ. και Β.. Σ., όπως και η από 14.9.2018 γνωμάτευση του Διευθυντή του ΕΣΥ Μπενάκη και μαγνητική τομογραφία).

Σημειώνεται δε ότι, από κανένα άλλο στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται η ιατρική άποψη του τεχνικού συμβούλου του πέμπτου εναγομένου, χειρουργού ορθοπεδικού Δ. Τ., σύμφωνα με τον οποίο τα κλινικά συμπτώματα και τα ακτινολογικά ευρήματα του ενάγοντος οφείλονται στο σύνδρομο μηροκοτυλιαίας πρόσκρουσης από το οποίο αυτός έπασχε, ήδη πριν τον τραυματισμό του, συνεπεία της έντονης σωματικής δραστηριότητας και της κατασκευαστικής ανωμαλίας του ισχίου του, καθώς η αριστερή κατ' ισχίον άρθρωση δεν φέρει παθολογικά ευρήματα, όπως προκύπτει από το από 18.2.2014 έγγραφο του Τμήματος Μαγνητικής Τομογραφίας του "Ι.

Μ. Τ. Α.", ενώ η από 27.4.2015 τεχνική έκθεση του καθηγητή Ορθοπεδικής Γ. Χ.. Μ. αναφέρεται σε πιθανότητα (έστω και πολύ μεγάλη) τα συμπτώματα στον ασθενή να οφείλονται σε βλάβη του επιχειλίου χόνδρου και σε περιστατικά της από τον ίδιο επικαλούμενης ως πτωχής βιβλιογραφίας, αφού δεν εξέτασε τον ασθενή, ενώ οι αναφερόμενες από αυτόν μέγιστες τιμές αθροιστικώς της ολικής αρθροπλαστικής και των προθέσεων κεραμικής επιφάνειας δεν παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση από αυτές του πραγματογνώμονα κατά το ελάχιστο όριό τους.

Σχετικά με τις συνέπειες των ως άνω επιπλοκών στην καθημερινότητα του ενάγοντος, αναφέρονται χαρακτηριστικά η αδυναμία άθλησης, εφόσον απαιτείται η χρήση των κάτω άκρων, ανόδου και καθόδου κλίμακας, γρήγορης και παρατεταμένης βάδισης, ορθοστασίας επί μακρόν, άρσης βαρών, χορού - ειδικά δε ως προς την ικανότητα του ενάγοντος άσκησης του επαγγέλματός του, η ορθοστασία έχει περιοριστεί, λόγω του πόνου που του προκαλεί όταν είναι παρατεταμένη, κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων μακράς διάρκειας, με συνέπεια αυτός να δύναται να πραγματοποιεί χειρουργικές επεμβάσεις μικρής διάρκειας, έχοντας υποστεί μερική αναπηρία εκτιμώμενη σε ποσοστό 30% (βλ.

σχετικά αναλυτικότερα και κατωτέρω) χωρίς ωστόσο να παραβλάπτεται η δυνατότητα του να ασκεί λοιπά διοικητικά και ιατρικά καθήκοντα. O τεχνικός σύμβουλος Ι. Σ. κάνει χαρακτηριστικά λόγο για αντοχή του ενάγοντος να διενεργεί χειρουργικές επεμβάσεις διαρκείας μέχρι μίας (1) ώρας, δεδομένου ότι ο πόνος και η αδυναμία ορθοστασίας μετά την παρέλευση αυτής δεν του επιτρέπουν να είναι απόλυτα προσηλωμένος για τη διεκπεραίωση του ιατρικού του καθήκοντος.

Ως προς την επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής, κατά την οποία αντικαθίσταται τόσο η μηριαία κεφαλή όσο και η κοτύλη με τεχνικά προθέματα, αυτή δεν αποκαθιστά πλήρως το πρόβλημα, μετά δε την πάροδο 12-15 ετών χρήζει νέας χειρουργικής επέμβασης αντικατάστασης των φθαρμένων υλικών. Με βάση τα ανωτέρω, όπως προκύπτουν από την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού (ιδιαίτερα δε της έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, των τεχνικών εκθέσεων και των λοιπών προσκομιζομένων νομίμως μετ' επικλήσεως ιατρικών γνωμοδοτήσεων), αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προς μερική έστω αποκατάσταση της μετατραυματικής αρθρίτιδας από την οποία υποφέρει και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του, πρέπει να υποβληθεί σε ολική αρθροπλαστική ισχίου, καθώς και σε νέα επέμβαση αντικατάστασης των φθαρμένων υλικών μετά δεκαπενταετία περίπου από την αρθροπλαστική, για το λόγο δε αυτό πρέπει να δαπανήσει το ποσό των 7.000 ευρώ για εκάστη των επεμβάσεων και συνολικά το ποσό των 14.000 ευρώ.

Εξάλλου, λόγω του είδους των επεμβάσεων, που απαιτούν ακινησία εκ μέρους του ενάγοντος για ένα μήνα, παρίσταται αναγκαία η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου σε δωδεκάωρη βάση επί τριάντα ημέρες από τη διενέργεια εκάστης εξ αυτών, για την απασχόλησή της δε ο ενάγων θα δαπανήσει το ποσό των 4 ευρώ την ώρα.

Συνεπώς, θα καταβάλει το ποσό των (12 Χ 4=) 48 ευρώ επί 30 ημέρες, ήτοι το ποσό των (48 Χ 30=) 1.440 ευρώ μετά την κάθε επέμβαση και συνολικά το ποσό των (1.440 Χ 2=) 2.880 ευρώ για την αιτία αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ιατρός χειρουργός, ασκούσε νόμιμα την ιατρική σε ιδιωτικό ιατρείο ήδη από το 1995 και παράλληλα συνδεόταν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής με σύμβαση έργου αορίστου χρόνου με το ΙΚΑ, παρέχοντας τις υπηρεσίες του στη Β' Χειρουργική Κλινική του πρώτου Νοσοκομείου ΙΚΑ - Πεντέλης, το οποίο στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Σισμανόγλειο" ως Παράρτημα αυτού.

Κατόπιν της υπ' αριθμ. 10/02/8729/14172/14.10.2013 απόφασης του Διοικητή του Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1196/21.10.2013, T. Γ', o ενάγων μεταφέρθηκε σε συσταθείσα προσωποπαγή θέση, κλάδου Π E ιατρών, ειδικότητας χειρουργικής, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με το βαθμό του Διευθυντή.

Ανέλαβε υπηρεσία στις 25.10.2013 και τοποθετήθηκε στο Β' Χειρουργικό Τμήμα. Με την υπ' αριθμ. ΔΑΑΔ 2117/1834/29.1.2014 Κοινή Απόφαση 1ης και 2ης ΥΠΕ μετακινήθηκε στο Γ. Ν. "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ" ΒΟΥΛΑΣ από 1.2.2014 και για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών. Στη συνέχεια, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014) "Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις", ο ενάγων τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τις 3.4.2014 με ταυτόχρονη κατάργηση της θέσης που διέθετε, σχετικά δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10/02/13424/8.4.2014 Διαπιστωτική Πράξη του Διοικητή του Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ".

Συγκεκριμένα, δυνάμει των οριζόμενων στην παρ. 1 υποπαρ. ΙΖ. 1 του άρθρου 1 του ως άνω ν. 4254/2014, o ενάγων τέθηκε σε καθεστώς διαθεσιμότητας για δεκαπέντε (15) ημέρες, καθόσον είχε ήδη τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας στο παρελθόν στο πλαίσιο προγενέστερης διαδικασίας και στη συνέχεια σε διαδικασία κινητικότητας, με στέρηση του 25% των αποδοχών του, υποχρεούμενος παράλληλα εντός επτά (7) ημερών από την έκδοση της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξεως να επιλέξει εγγράφως:

α) την οριστική του απόλυση μετά το πέρας του χρόνου διαθεσιμότητας, β) τη μεταφορά του σε οργανική θέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης υπό την προϋπόθεση να διακόψει την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματός του. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων, με την από 17.4.2014 αίτησή του - υπεύθυνη δήλωση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για μετάταξη / μεταφορά (ν. 4254/2014), αποδέχθηκε τη μετάταξη / μεταφορά του, με την ίδια σχέση εργασίας, σε οργανική θέση του κλάδου ΠΕ ιατρών, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ", Οργανική Μονάδα "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", επιφυλασσόμενος παράλληλα με την εν λόγω δήλωση κάθε νόμιμου δικαιώματός του, ιδίως σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα και ασυμβατότητα με το διεθνές δίκαιο της παρ. 1 του κεφαλαίου Β της υποπαραγράφου ΙΖ. 1 της παρ.

ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014. Ταυτόχρονα, στις 23.4.2014 υπέβαλε δήλωση διακοπής εργασιών στη Δ.Ο.Υ. Αγίου Δημητρίου (α/α δήλωσης 506). Έκτοτε o ενάγων διέκοψε τη λειτουργία του ιδιωτικού του ιατρείου, πλην - όμως - και κατά τα έτη 2012 και 2013 δεν αποδεικνύεται ότι ασκούσε την ιατρική και ως ελεύθερος επαγγελματίας, αφού για τα δύο αυτά έτη δεν αποδεικνύεται ότι είχε εισόδημα και από ελευθέριο επάγγελμα (βλ.

και κατωτέρω). Ταυτόχρονα δε άσκησε τα ακόλουθα ένδικα βοηθήματα: α) την από 13.1.2015 με αριθμό κατάθεσης 4190/397/2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την προσωρινή ρύθμιση της εργασιακής του σχέσης με το καθού ΝΠΔΔ, με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής με την οποία θα υποχρεωνόταν το καθού ΝΠΔΔ να συνεχίσει ν' αποδέχεται προσωρινά την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του με καθεστώς μη αποκλειστικής απασχόλησης και με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την έκδοση του ν. 4254/2014, χωρίς διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος του (είχε προηγηθεί η προγενέστερη από 16.6.2014 όμοια αίτησή του που απορρίφθηκε ως αόριστη), β) την από 7.7.2014 με αριθμό κατάθεσης 80920/2765/2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) και γ) την από 10.4.2014 αίτησή του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών για την ακύρωση της υπ' αριθμ.

πρωτ. 10/02/13424/8.4.2014 διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή του Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ". Επί του ως άνω αιτήματος χορήγησης προσωρινής διαταγής εκδόθηκε η από 19.1.2015 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Υπηρεσίας, με την οποία αυτό έγινε δεκτό, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης και υπό τον όρο συζήτησης της κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Συνεπώς, το καθού ΝΠΔΔ υποχρεώθηκε να συνεχίσει να αποδέχεται προσωρινά την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του ήδη ενάγοντος με καθεστώς μη αποκλειστικής απασχόλησης και με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την έκδοση του ν. 4254/2014, χωρίς διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματός του, προς τούτο δε ο ενάγων προέβη στις 23.4.2015 σε επανέναρξη των εργασιών του, ως παρέχοντος ιατρικές υπηρεσίες ειδικότητας χειρουργικής (α/α δήλωσης 204) στο ιδιωτικό του ιατρείο (παράλληλα με το νοσοκομείο, κατά τα ανωτέρω), το οποίο έκτοτε επαναλειτούργησε.

Ωστόσο ο ενάγων, με τον πέμπτο (5ο) λόγο της υπ' αριθμ. καταθ. 3672/2016 εφέσεώς του, πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς τα απορριφθέντα κονδύλια για διαφυγόντα κέρδη (παρούσα και μέλλουσα αποθετική ζημία) της χρονικής περιόδου 2005 έως 2013, ενώ και με τις προτάσεις του εκθέτει ότι για το λοιπό (2014-2016) χρονικό διάστημα, που η αγωγή του απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα επιφυλάσσεται να ασκήσει άλλη αγωγή.

Ειδικά, τώρα, για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2005 έως και 2013, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο ενάγων υπολογίζει τα διαφυγόντα κέρδη του κατά τα έτη αυτά, παρελθόντα (2005 - 2009) και μέλλοντα (2010 - 2013) σε σχέση με τον χρόνο άσκησης της αγωγής, εκτιμώντας ότι η χειρουργική του δραστηριότητα, ήτοι ο αριθμός των επεμβάσεων που θα πραγματοποιούσε, θα αυξανόταν κάθε έτος σε ποσοστό 15% (προστιθεμένης της αυξήσεως αυτής κατ' έτος, δηλαδή ανερχομένης μετά από 9 έτη σε 135%), η δε αμοιβή του θα αυξανόταν σε ποσοστό 6% για κάθε επέμβαση που θα πραγματοποιούσε.

Την εκτίμηση του αυτή στηρίζει, όπως εκθέτει με την αγωγή του, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων προκύπτουσα από τα παρελθόντα του επίδικου συμβάντος έτη και, συγκεκριμένα, τα έτη 2002 - 2005. Ωστόσο, τα ανωτέρω ποσοστά και τα αιτούμενα στην αγωγή του κονδύλια δεν επαληθεύονται στο σύνολό τους με βάση τα κέρδη του κατά τα έτη αυτά, δεδομένου ότι, ενδεικτικώς, ναι μεν τα εισοδήματα του για το έτος 2003 παρουσίασαν αύξηση κατά 23,38% σε σχέση με τα εισοδήματά του του έτους 2002, το έτος όμως 2004 η αύξηση των εισοδημάτων του ήταν κατά πολύ μικρότερη (ανήλθαν στο ποσό των 3.899,35 ευρώ, ενώ το έτος 2003 τα εισοδήματά του ήταν 8.573,39 ευρώ), κατά δε το έτος 2005 και μέχρι τον Σεπτέμβριο παρουσίασαν μείωση, αφού ανήλθαν στο ποσό μόλις των 3.885 ευρώ.

Παρά το γεγονός, όμως, ότι δεν αποδεικνύεται στο σύνολό του ο ισχυρισμός του ότι τους τέσσερις τελευταίους μήνες του έτους 2005 ο αριθμός των χειρουργικών επεμβάσεων που θα πραγματοποιούσε θα παρουσίαζε αύξηση και δη ποσοστό 15% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, λόγω των αυξημένων οικογενειακών αναγκών του, επειδή θα γεννιόταν το τέκνο του, και της ανάγκης του ενάγοντος για αύξηση της δραστηριότητάς του (μη παραθεωρουμένου και ότι, περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα 25.10.2007 - 24.2.2008 ο ενάγων μετέβη στην Αμερική στο Brigham and Women Hospital (Harvard Medical School) και στο Boston Medical Centre στη Βοστώνη των ΗΠΑ, ως επισκέπτης βοηθός καθηγητή, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η απώλεια των εισοδημάτων του (που, πάντως, αφορά σε δύο μήνες μόνο για κάθε ένα από τα έτη αυτά) από τη μη λειτουργία του ιδιωτικού του ιατρείου δεν συνδέεται με τον επίδικο τραυματισμό).

Επομένως, τα επιμέρους αιτούμενα κονδύλια από τον ενάγοντα για διαφυγόντα κέρδη του, που αφορούν στην ήδη επελθούσα ζημία του κατά τα έτη 2005 - 2009, καθώς και στη μέλλουσα αποθετική του ζημία κατά τα έτη 2010 - 2013 και με δεδομένο ότι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήδη αποδεικνύονται και τα κέρδη που ισχυρίζεται ότι θα είχε αυτός κατά το τελευταίο (2010 - 2013) χρονικό διάστημα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι, ο ενάγων είχε μεσοσταθμική απώλεια όχι προστιθέμενη ανά έτος, αλλά κατ' έτος 15% σε σχέση με τα κέρδη που ήδη πραγματοποίησε - καθ' έκαστο έτος - κατά έτη 2005 έως 2011 (αφού για τα έτη 2012 και 2013 αποδεικνύεται ότι δεν είχε καθόλου έσοδα από ελευθέριο επάγγελμα και, επομένως, δεν είχε και απώλεια εσόδων συνδεόμενη με την ένδικη αιτία...).

Έτσι τα διαφυγόντα κέρδη του κρίνεται ότι ανέρχονται σε: (1169,68 + 582,75 = ) 1.752,43 ευρώ, συνολικώς, για το έτος 2005 (με δεδομένο ότι για τρεις μήνες και 19 ημέρες δεν εργάστηκε λόγω του επελθόντος τραυματισμού του κατά την 12.9.2005, απωλέσας για την αιτία αυτή το εισόδημα τριών μηνών και 19 ημερών και πλέον 15% του ραγματοποιηθέντος εισοδήματός του, 532,5 ευρώ για το έτος 2006, 659,18 ευρώ για το έτος 2007 (συνυπολογιζομένου ότι, κατά το αναφερόμενο παραπάνω χρονικό διάστημα του έτους αυτού, απουσίαζε για μη συνδεόμενο με την ένδικη αιτία λόγο στις ΗΠΑ), (2900 + 552 = ) 3.452 ευρώ για το έτος 2008 (με δεδομένο ότι για έξι μήνες παρέμεινε κλειστό το ιατρείο λόγω της 2ης επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε και κατά το διάστημα αυτό αναμένονταν κέρδη αντίστοιχα με το χρονικό διάστημα που λειτουργούσε - πλην του χρονικού διαστήματος που απουσίαζε στις ΗΠΑ, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, για μη συνδεόμενο με την ένδικο αιτία λόγο - πλέον 15% για όλο το έτος), 1.937,25 ευρώ για το έτος 2009, 1.693,8 ευρώ για το έτος 2010 και 2.714,55 ευρώ για το έτος 2011 = 12.741,71 Διαφ.

Κερδών. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η παραπάνω αναφερόμενη κατάσταση της σωματικής υγείας του ενάγοντος, και δη η εν μέρει σωματική αναπηρία του, εκτιμώμενη σε ποσοστό 30% (αφού ο ως άνω ορισθείς πραγματογνώμων, ως επαγγελματική αναπηρία, την προσδιόρισε σε 50%, αλλά μετά την διενέργεια επέμβασης ολικής αρθροπλαστικής σε κατ' ελάχιστον 20%, οπότε εκτιμάται ότι ανέρχεται αυτή, σε συνδυασμό με την, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, φθορά του οργανισμού στο πέρασμα του χρόνου, εν τέλει, σε ποσοστό 30%) και η αδυναμία του για εκτέλεση σοβαρών χειρουργικών επεμβάσεων επιδρά δυσμενώς στην εξέλιξη της προσωπικότητας και στις προοπτικές του ενάγοντος ως ιατρού χειρουργού, καθόσον αυτός περιορίζεται μόνο σε ελαφριές επεμβάσεις ή σε διοικητικής φύσεως καθήκοντα, στα οποία και μπορεί να ανταπεξέλθει, συντελεί δε και στη φθίνουσα επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση.

Επηρεάζει όμως και το κοινωνικό του μέλλον, αφού δεν είναι πλέον σε θέση να απολαμβάνει, στο βαθμό που θα ήθελε, δραστηριότητες της καθημερινής ζωής (περπάτημα, άθληση κλπ.).

Συνεπώς, αυτός δικαιούται ιδιαίτερης αποζημίωσης, η οποία, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικά προεκτιθεμένων, καθώς και της ηλικίας του (ήδη ετών 55), ανέρχεται στο εύλογο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000,00) ευρώ που είναι καταβλητέα ως κεφάλαιο εφάπαξ, για την κάλυψη της αντίστοιχης μελλοντικής περουσιακής ζημίας του, ανεξαρτήτως από την αποζημίωσή του για διαφυγόντα κέρδη, καθώς και από τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που δικαιούται, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου - αναφορικά με την μερική αναπηρία και των συναφών με αυτήν κονδυλίων ισχυρισμών - των εναγομένων και της παρεμπιπτόντως εναγομένης με τους λόγους εφέσεών τους.

Τέλος, συνεπεία του τραυματισμού του, o ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από τη σε βάρος του αδικοπραξία για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει της σοβαρότητας του τραυματισμού του, της έντονης ταλαιπωρίας που υπέστη από τις πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις και της μετεγχειρητικής πορείας της υγείας του, της επί μακρό διάστημα ανικανότητάς του προς εργασία και εξ αντικειμένου περιορισμό της επαγγελματικής του - ως επιστήμονος χειρουργού ορθοπεδικού- δραστηριότητας, καθώς και της μακρόχρονης αποχής του από οποιαδήποτε δραστηριότητα σε συνδυασμό με το ότι εκλείπουν, προς το παρόν τουλάχιστον, οι πιθανότητες πλήρους αποκατάστασης της υγείας του, του βαθμού του πταίσματος των υπαιτίων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν το ποσόν των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση.

Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ) και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως αυτή (η αρχή) εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, κατά τα αναφερόμενα και παραπάνω, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και της παρεμπιπτόντως εναγομένης με τους λόγους εφέσεώς των.

Κατά συνέπεια, αφ' ενός μεν, το κρινόμενο συνολικά προς επιδίκαση χρηματικό ποσό για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος (όλων) των εναγομένων ανέρχεται - απορριπτομένων κατά τα λοιπά των περί του αντιθέτου, ως προς τα κονδύλια, λόγων εφέσεως των εναγομένων και της παρεμπιπτόντως εναγομένης που κρίνομαι αβάσιμοι - σε (108,56 + 50 + 100 + 1.157,85 + 2.880 + 720 + 5.290 + 1.440 + 320 + 360 + 3.476,54 + 3.600 + 14.000 + 2.880 + 1.752,43 + 532,5 + 659,18 + 3.452 + 1.937,25 + 1.693,8 + 2.714,55 + 25.000 + 35.000 =) 109.124,66 ευρώ με τους νόμιμους τόκους, για μεν τα ποσά των (108,56 + 50 + 100 + 1.157,85 + 2.880 + 720 + 5.290 + 1.440 + 320 + 360 + 3.476,54 + 35.000 =) 50.902,95 από την 4.5.2007 (που είχε επιδοθεί η από 26.4.2007 με αριθμ.

καταθ. 94940/426/2007 προηγούμενη αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε μεν ο ενάγων, αλλά η παραίτηση από του δικογράφου αγωγής, καταλύει μεν, αναδρομικώς, την επίδοση της αγωγής, ως διαδικαστικής πράξεως, ούτως ώστε να μην οφείλονται, εξ αιτίας της, τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αλλ' όχι και κατά το μέρος, που συνιστά απλή όχληση, μη συνεπαγόμενη άρση, αναδρομική ή μη, των κατά το άρθρο 345 ΑΚ έννομων συνεπειών της υπερημερίας του εναγόμενου οφειλέτη, η οποία έχει ήδη, μετά την όχληση, ως όρο της, επέλθει - ΑΠ 1278/2019 στον δικτυακό τόπο του Αρείου Πάγου), για δε τα λοιπά από της επιδόσεως της αγωγής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε τις εφέσεις των τρίτης, τετάρτης και πέμπου των εναγομένων, δέχθηκε τις εφέσεις του ενάγοντος και της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και αφού εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 109124,66 ευρώ, ενώ απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297, 298 330 και 71 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ αφενός της ως άνω αναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας (συγχωνευθείσας με απορρόφηση από την τρίτη αναιρεσείουσα), και αφετέρου της τέταρτης αναιρεσείουσας Μ.

Ρ. (τρίτης εναγομένης), υπεύθυνης του συγκεκριμένου καταστήματος, και παράλληλα συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τόσο της ανωτέρω προστηθείσας υπαλλήλου όσο και των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, νομίμων εκπροσώπων της ανωτέρω ιδιοκτήτριας του καταστήματος εταιρείας, και δη συμπεριφορά παράνομη, με την έννοια της παράβασης επιτακτικών διατάξεων του νόμου αλλά και της οφειλόμενης από την καλή πίστη γενικής υποχρέωσής τους, λόγω της εκ μέρους τους πρόκλησης επικίνδυνης κατάστασης, να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα, που επιβάλλονταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, προς αποτροπή ζημίας σε τρίτους, και υπαίτια, υπό τη μορφή της συγκλίνουσας μη ενσυνείδητης αμέλειας, συνισταμένης στις αναφερόμενες παραλείψεις καθενός από τους ανωτέρω, εξ αιτίας των οποίων προκλήθηκε ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου, τελεί δε η εν λόγω συμπεριφορά αυτών σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά της προστηθείσας υπαλλήλου και των οργάνων της εταιρείας, που θεμελιώνει και αντικειμενική ευθύνη της τρίτης αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του παθόντος αναιρεσιβλήτου και δικαιολογεί την παραδοχή της αγωγής του κατά των αναιρεσειόντων.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, και συγκεκριμένα οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη [και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερόμενη] αμελής συμπεριφορά της προστηθείσας υπαλλήλου και των οργάνων διοίκησης της ως άνω εταιρίας, κατά παράβαση των προβλεπομένων στις παραπάνω διατάξεις, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία, καθώς και το ύψος της ζημίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, η τέταρτη αναιρεσείουσα, ενώ όφειλε να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε να αποτραπεί η προσβολή της σωματικής ακεραιότητας των πελατών του σούπερ μάρκετ, είτε με τον άμεσο καθορισμό του διαδρόμου και με την διαρκή παραμονή της ίδιας, ή εντεταλμένου προς τούτο από αυτήν προσώπου, στο σημείο προς ειδοποίησή τους, είτε με την (αμέσως μετά την γνωστοποίηση σ' αυτή του προβλήματος) τοποθέτηση, από τον εγγύτερα ευρισκόμενο στο σημείο αυτό και αμέσως ειδοποιηθέντα από αυτήν, υπάλληλο του καταστήματος ειδικής προειδοποιητικής σήμανσης σε ικανή απόσταση προ της επίμαχης περιοχής, ή, έστω, εντολή για εποπτεία από τον αποκλεισμό της διέλευσής τους από τον συγκεκριμένο διάδρομο, μέχρι να τοποθετηθεί η σήμανση, παρ' όλα αυτά, καίτοι είχε αντιληφθεί το χυμένο αναψυκτικό και είχε δώσει εντολή για τον καθαρισμό της επίμαχης περιοχής, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και δεν συμμορφώθηκε με τις παραπάνω υποχρεώσεις της και έτσι δεν έδωσε εντολή, μέχρι να τοποθετηθούν οι κατάλληλες σημάνσεις, να εποπτεύεται το συγκεκριμένο σημείο, με αποτέλεσμα να μην γίνει αντιληπτός από την ίδια ή το λοιπό προσωπικό του καταστήματος, και να ειδοποιηθεί ο ενάγων, ο οποίος, βαδίζοντας στον διάδρομο, έχασε την ισορροπία του και έπεσε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί.

Καθόσον αφορά δε την υφισταμένη, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, μεταξύ της τέταρτης αναιρεσείουσας υπαλλήλου ως προστηθείσας και της παραπάνω εταιρίας ως προστήσασας, σχέση πρόστησης, με σαφήνεια και πληρότητα το Εφετείο καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό, με τις παραδοχές ότι: α] η τέλεση της άδικης και παράνομης από αμέλεια συμπεριφοράς της υπαλλήλου αυτής, κατέστη δυνατή ακριβώς λόγω της ιδιότητας της αυτής, στα πλαίσια υπηρεσιών που της είχαν ανατεθεί και αποσκοπούσε στον έλεγχο της καθαριότητας του σούπερ μάρκετ και της ασφάλειας των πελατών του κατά τη διάρκειά της, β] η τελεσθείσα αδικοπραξία τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με τα υπαλληλικά καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να την πραγματοποιήσει χωρίς την πρόστηση.

Ακόμη, σε αναφορικά με την ευθύνη των οργάνων της εταιρίας δύο πρώτων εναγομένων, με σαφήνεια και επάρκεια αναφέρεται ότι αυτοί, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, δεν μερίμνησαν, με την παροχή κατάλληλων οδηγιών, για την τοποθέτηση πινακίδων και κάθε άλλης κατάλληλης σήμανσης, αλλά και με συνεχή εποπτεία και επίβλεψη του προσωπικού, ώστε να εξασφαλίζεται ή μη ολισθηρότητα του δαπέδου του σούπερ μάρκετ, ο αποκλεισμός του χώρου και ο πλήρης καθαρισμός του, ώστε να αποτρέπονται οι σχετικού κίνδυνοι.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ζητήματα η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Επομένως ο δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Την πιο πάνω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντας τις περιστάσεις και το βαθμό του πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση [ΑΠ 1/2022].

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης είναι: α] ύπαρξη υποχρέωσης για αποζημίωση και β] ο ζημιωθείς να συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του [ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 354/2022], έχει δε εφαρμογή και στην περίπτωση ευθύνης του προστήσαντος για αποζημίωση τρίτου, που ανέκυψε λόγω πρόκλησης σ' αυτόν ζημίας, περιουσιακής ή μη, από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον προσώπου [ΑΠ 1/2022, ΑΠ 530/2014].

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι έννοια νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας [ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021].

Τέλος, αμέλεια ως μορφή συνυπαιτιότητας, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός [δράστης] είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει [ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, με τις οποίες απέρριψε κατ' ουσία την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση και την έκταση της ζημίας του, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, δεχόμενο ότι δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα υπό την μορφή της αμέλειας, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου αυτές διατάξεις, ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της συνυπαιτιότητας από αμέλεια και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των διατάξεων αυτών και καθιστά συνεπώς εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής τους.

Ειδικότερα, εξειδικεύεται επαρκώς η αόριστη αυτή νομική έννοια, καθόσον εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν επέδειξε μια αμέλεια, η οποία να συνετέλεσε στην επέλευση ή την επαύξηση της ζημίας του, αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε προειδοποίηση για την ολισθηρότητα του δαπέδου του σούπερ μάρκετ ή άλλο πρόσφορο μέτρο που να αποκλείει την πρόσβαση στο επικίνδυνο μέρος και ο ίδιος δεν μπορούσε να προβλέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού κινείτο κανονικά στον χώρο του σούπερ μάρκετ, χωρίς να βιάζεται ή να έχει κάποια αστάθεια λόγω των μεταφερόμενων από αυτόν πραγμάτων.

Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί ότι από αδικοπραξία κάποιου προκλήθηκε ηθική βλάβη στον παθόντα, μπορεί να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση με σκοπό να επιτευχθεί μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού. Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης θα καθοριστεί με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, έτσι ώστε ο παθών να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Κριτήρια δε για τον προσδιορισμό του εύλογου ποσού είναι εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης και κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη [στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης], η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος και οι όλες συνθήκες πρόκλησης του της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται [κατ' αρχήν αποκλειστικώς ανέλεγκτα], με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση [όσον αφορά τον παθόντα], το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη [όσον αφορά τον υπόχρεο], το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται στο ''ανάλογο''. Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτονο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου [άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19], η αρχή της αναλογικότητας [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος], υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας [ολΑΠ 10/2017, ολΑΠ 9/2015, ΑΠ 420/2018].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε την καθιερωμένη από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο που καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία των αναιρεσειόντων στο ποσό των 35.000 ευρώ, δεν παραβίασε, την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον το επιδικασθέν ποσό, τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη ο αναιρεσίβλητος, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, το άρθρο 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9-3-2016 ''για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στη δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας'', με το Ν. 4586/2019.

Το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνο ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μίας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό είτε πολιτικό.

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, η άσκηση της οποίας [αποζημιωτικής αγωγής] δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μίας άλλης επιπλέον ''ποινικής κατηγορίας'' μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις αποζημίωση, την οποί οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα-ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την ποινική δίκη.

Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια, είναι προϊόν άλλων [λιγότερο αυστηρών] αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστικά.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη, ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Πολιτικά και Ατομικά Δικαιώματα.

Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίδεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της ποινικής αθωωτικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια πρόσθετων αποδείξεων, δηλαδή η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό [πολιτικό δικαστήριο] καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο [ολΑΠ 4/2020, ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 368/2021].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι δύο πρώτοι και η τέταρτη από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Πολιτικά και Ατομικά Δικαιώματα και προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς τους, που πηγάζει από την οριστική παύση της ποινικής δίωξης για την τέταρτη αναιρεσείουσα και από την υπ' αριθ. 1426/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκαν αμετάκλητα οι δύο πρώτοι για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1-3, 13 παρ. 1, 16 παρ. 2 του Π.Δ. 17/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 Ν. 2224/1994, που ταυτίζονται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά τους με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη τους για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον αναιρεσίβλητο, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της παραπάνω απόφασης και την αντίστοιχη οριστική παύση της ποινικής δίωξης, αποκλείοντας την αστική τους ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, δεχόμενο την αστική τους ευθύνη.

Ωστόσο, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης και της παύσης της ποινικής δίωξης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση για την απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης της αθωωτικής απόφασης, χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σα καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθόσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την αθωωτική απόφαση και την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία τους ως προς τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων.

Ακόμη, δεν αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της αθωωτικής απόφασης και της παύσης της ποινικής δίωξης παραγόμενου τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνο τα στοιχεία της ποινικής διάταξης, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε μόνο σ' αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στους αμετακλήτως απαλλαγέντες.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση του πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η ερευνά των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 470/2018).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001).

Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά, τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 177/2020, ΑΠ 894/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 88, 89 και 69 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ, συνάγονται τα εξής: Ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνους, από τους οποίους έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο.

Η άσκηση της προσεπικλήσεως έχει τα αποτελέσματα, που έχει και η άσκηση της αγωγής, μπορεί δε να ενωθεί με αυτή (προσεπίκληση) και αγωγή αποζημίωσης, η οποία έχει από τη φύση της επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή ερευνάται από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής (ΑΠ 1206/1989, ΑΠ 1037/2010). Το ως άνω δικαίωμα αποζημίωσης του εναγομένου μπορεί να απορρέει από οποιαδήποτε έννομη σχέση μεταξύ αυτού και του άλλου (δικονομικού του εγγυητή), διαφορετική από εκείνη, στην οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή που αναφέρεται στο κατά την κυρία δίκη διαφιλονικούμενο αντικείμενο, και εξαιτίας της οποίας το δικαίωμα τούτο εξαρτάται από την έκβαση της κυρίας δίκης (ΑΠ 260/2001).

Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη, που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος - προσεπικαλών και παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης κατά του δικονομικού εγγυητή (ΑΠ 1188/2007).

Έτσι, με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δημιουργείται έννομη σχέση δίκης μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προεπικαλουμένου, που διεξάγεται μεν μαζί με την αρχική δίκη, δεν ενδιαφέρει όμως τον αντίδικο του προσεπικαλούντος. Αν ο προσεπικληθείς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη μόνο με την ιδιότητά του αυτή.

Συνεπώς, αν απορριφθεί η κύρια αγωγή σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της ενωμένης με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, η έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος ενάγοντος στην κύρια δίκη στρέφεται παραδεκτώς μόνο κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε την αγωγή του και κατά των αντιδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, ήτοι του εναγομένου και του (ενδεχομένως) υπέρ αυτού παρεμβάντος.

Για να αχθεί όμως στο εφετείο και να καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης και η απορριφθείσα, μαζί με την κύρια αγωγή, προσεπίκληση των δικονομικών εγγυητών με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει έφεση και ο προσεπικαλέσας εναγόμενος και όχι να προσκομίσει ή επικαλεστεί αυτή (προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή) με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος - κυρίως εναγόμενος.

Η έφεση αυτή κατ' ανάγκη θα είναι επικουρική, θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως της εφέσεως του ενάγοντος, γιατί αλλιώς δεν έχει ο προσεπικαλέσας έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, ανατρέχει όμως κατά τη φύση και το σκοπό της αιρέσεως, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγομένου, στο χρόνο ασκήσεως του ένδικου αυτού μέσου (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1357/2018, ΑΠ 1315/1993, ΑΠ 1037/2010).

Κατά συνέπεια, και στην περίπτωση που η κύρια αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου έγιναν πρωτοδίκως εν μέρει δεκτές, ο εναγόμενος - προσεπικαλών, πρέπει να στρέψει την έφεσή του και κατά του προσεπικληθέντος για να μεταβιβασθεί και κατά τούτο η διαφορά στο εφετείο, ώστε εάν συνεπεία της εφέσεως του αντιδίκου του (κυρίου ενάγοντος) υποχρεωθεί να πληρώσει περισσότερα απ' ό,τι καθορίσθηκαν στον πρώτο βαθμό, να υποχρεωθεί στο επιπλέον και ο προσεπικαλούμενος (ΑΠ 1167/2002).

Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 80, 82, 84, 88, 485 και 516 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι κατά της πρωτόδικης απόφασης έχει δικαίωμα έφεσης και ο από τον εναγόμενο της κύριας δίκης προσεπικληθείς τρίτος, ως υπόχρεος σε αποζημίωση του πρώτου, μετά από σώρευση σχετικής προς τούτο παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, κατ' αποδοχή της οποίας καταδικάσθηκε να πληρώσει αποζημίωση στον προσεπικαλέσαντα.

Και τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή έχει έννομο συμφέρον, ως διάδικος βλαπτόμενος από τις σχετικές διατάξεις της απόφασης, να την προσβάλει κατά το κεφάλαιό της το συνεχόμενο με την καταδίκη του σε αποζημίωση (παρεμπίπτουσα αγωγή), αφού ο ίδιος σε τελευταία ανάλυση φέρει την ευθύνη από τη απώλεια της δίκης.

Η έφεση αυτή του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντος εναγομένου ασκείται κατά του προσεπικαλέσαντος και παρεμπιπτόντως ενάγοντος και όχι κατά του ενάγοντος της κύριας αγωγής (πρβλ. ΑΠ 415/2010). Αν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την κύρια αγωγή και, συνακόλουθα, και την παρεμπίπτουσα αγωγή του προσεπικαλέσαντος εναγομένου ως αλυσιτελή ελλείψει αντικειμένου και ο προσεπικαλέσας παρεμπιπτόντως ενάγων δεν ασκήσει έφεση ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής, ο προσεπικληθείς παρεμπιπτόντως εναγόμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει (επικουρική) έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς την απορριφθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού κατά το μέρος αυτό η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση αυτή, η έφεση, που τυχόν ασκήθηκε από τον προσεπικληθέντα παρεμπιπτόντως εναγόμενο κατά του αντιδίκου αυτού, προσεπικαλέσαντος παρεμπιπτόντως ενάγοντος, είναι απαράδεκτη (αρθρ.516 παρ.2 και 532 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο κυρίως ενάγων με την 7758/2014 έφεσή του κατά των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη δύο πρώτων αναιρεσειόντων) και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησε να εξαφανιστεί η (εν μέρει οριστική) 2624/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του και κατά των ανωτέρω δύο εναγομένων, ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, και να απορριφθεί η ασκηθείσα υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση της τρίτης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.

Επίσης, ο κυρίως ενάγων, με την 3672/2016 έφεσή του, κατά των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων και κατά της προσθέτως παρεμβαίνουσας ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησε να εξαφανιστούν η ανωτέρω εν μέρει οριστική 2624/2014 απόφαση και η οριστική 4/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθό μέρος αυτό είχε απορρίψει τη αγωγή του ως προς τους ανωτέρω τρεις εναγομένους, προκειμένου έτσι αυτή να γίνει δεκτή κατά των εναγομένων αυτό στο σύνολό της, και επίσης να απορριφθεί η υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβασης της ίδιας ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας.

Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η τετάρτη των εναγομένων - προσεπικαλούσα άσκησε (μαζί με την τρίτη εναγομένη υπάλληλό της) την 537517/2017 έφεσή της, την οποία, όμως, απηύθυνε μόνον κατά του κυρίως ενάγοντος και όχι και κατά της προσεπικαλούμενης παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ζητώντας την απόρριψη της κύριας αγωγής, ενώ οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - προσεπικαλούντες (ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί η αγωγή) δεν άσκησαν έφεση.

Περαιτέρω, η προσεπικληθείσα - παρεμπιπτόντως εναγομένη άσκησε την 568359/2019 έφεσή της, την οποία απηύθυνε, αφενός μεν κατά της πρώτης προσεπικαλούσας (τέταρτης εναγομένης) παρεμπίπτουσας ενάγουσας εταιρείας, της οποίας η παρεμπίπτουσα αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως, παραπονούμενη για την απόρριψη της ένστασης που είχε προβάλει περί εξαιρέσεως της ένδικης περίπτωσης από την ασφαλιστική κάλυψη, αφετέρου δε, επικουρικά, κατά των δευτέρου και τρίτου των προσεπικαλούντων (δύο πρώτων εναγομένων), προκειμένου, σε περίπτωση παραδοχής της κατ' αυτών (πρώτης) έφεσης του κυρίως ενάγοντος, να απορριφθεί η ασκηθείσα από αυτούς παρεμπίπτουσα αγωγής.

Ενόψει αυτών και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ως προς τους δεύτερο και τρίτο προσεπικαλέσαντες (δύο πρώτους εναγομένους), η παρεμπίπτουσα αγωγή δεν μεταβιβάστηκε στο εφετείο κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ., αφού αυτοί δεν άσκησαν επικουρική έφεση και, συνεπώς, η ασκηθείσα (επικουρικά) ως προς τους εν λόγω εναγομένους έφεση της προσεπικληθείσας - παρεμπιπτόντως εναγομένης ήταν απαράδεκτη, αφού αυτή δεν είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει (επικουρική) έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή τους.

Ωστόσο, με την ίδια ως άνω έφεση της προσεπικαλούμενης ασφαλιστικής εταιρείας, καθό μέρος στρεφόταν κατά της πρώτης προσεπικαλούσας - παρεμπιπτόντως ενάγουσας (τέταρτης εναγομένης) εταιρείας και κατά της οριστικής και της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής πρωτόδικης απόφασης, με τις οποίες έγινε εν μέρει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή αυτής, η υπόθεση (παρεμπίπτουσα αγωγή) μεταβιβάστηκε, κατά το μέρος αυτό, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ειδικότερα, με την έφεσή της η παρεμπίπτουσα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία παραπονέθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μολονότι δέχθηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα των προστηθέντων υπαλλήλων της ασφαλιζόμενης εταιρείας (πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας - τετάρτης εναγομένης), εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι αυτό υπαγόταν στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με αποτέλεσμα να απορρίψει την προβληθείσα σχετική ένστασή της και να κάνει δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή της ανωτέρω παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας.

Περαιτέρω δε, επικουρικά, για την περίπτωση παραδοχής της έφεσης και της αγωγής του κυρίως ενάγοντος κατά των δύο πρώτων εναγομένων της (κύριας) αγωγής, προέβαλε τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως αυτών ως προσεπικαλούντων - παρεμπιπτόντως εναγόντων, διότι, με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφαλισμένο ήταν μόνον το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, χωρίς αυτή να έχει υποβάλει, όπως προβλεπόταν, αίτηση να ισχύσει η κάλυψη και για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και, ως εκ τούτου, οι δύο αυτοί προσεπικαλούντες δεν ήσαν δικαιούχοι του ασφαλίσματος και δεν νομιμοποιούντο στην άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής.

Επομένως, από το ως άνω περιεχόμενο της έφεσης της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, προκύπτει ότι αυτή προέβαλε με λόγο έφεσης, ότι υπάγονται στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου οι παραλείψεις και παραβιάσεις των προστηθέντων υπαλλήλων της ασφαλισμένης εταιρείας - πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας και όχι η συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της αυτής, ως προς τους οποίους, κατά τ' ανωτέρω, με την επικουρική ως προς αυτούς έφεση, προέβαλε, μόνον τον ισχυρισμό για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως.

Ωστόσο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε, ερευνώντας την (πρώτη) έφεση του κυρίως ενάγοντος, ότι ο τραυματισμός αυτού οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο πρώτων εναγομένων, νομίμων εκπροσώπων της ιδιοκτήτριας του καταστήματος εταιρείας, κάνοντας για το λόγο αυτό δεκτή την έφεση και την αγωγή του και κατά των άνω δύο εναγομένων, στη συνέχεια, ερευνώντας, απαραδέκτως, καθόσον δεν είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την παρεμπίπτουσα αγωγή των ανωτέρω δύο εναγομένων (παρεμπιπτόντως εναγόντων) κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε ότι οι γενόμενες δεκτές παραλείψεις αυτών εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μολονότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε προβάλει σχετικό παράπονο με λόγο έφεσης (αλλά μόνον έλλειψη νομιμοποίησης), με συνέπεια να κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας και έτσι, αφού έκανε δεκτή τη σχετική ένσταση της παρεμπιπτόντως εναγομένης - δεύτερης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την κατ' αυτής παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας (τέταρτης εναγομένης) - ήδη τρίτης αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού διέλαβε τους επίμαχους όρους του ασφαλιστηρίου, δέχθηκε ως προς κρίσιμο αυτό ζήτημα τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κρίθηκε ανωτέρω ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν μερίμνησαν - ως προστήσαντες τους τρίτη και πέμπτο των εναγομένων - με την παροχή κατάλληλων κατάλληλων οδηγιών, να έχουν διασφαλίσει την από τους τελευταίους ορθή καθοδήγηση του λοιπού προσωπικού για την άμεση τοποθέτηση πινακίδων και κάθε άλλης κατάλληλης σήμανσης, ώστε με τη συνεχή εποπτεία και επίβλεψή τους, να εξασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση που χύνεται το οποιοδήποτε υγρό στο δάπεδο και καθίσταται το τελευταίο ολισθηρό, να αποκλείται αμέσως ο χώρος αυτός και ακολούθως, να γίνεται άμεσος και πλήρης καθαρισμός του, προκειμένου να αποτρέπονται οι εξ αυτού του λόγου κίνδυνοι, την οποία εποπτεία και επίβλεψη της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν,...

και επομένως εμπίπτουν οι ανωτέρω παραλείψεις στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συνιστούν και άμεση παραβίαση του υπ' αριθμ. 6 Γενικού Όρου αυτού... οδηγούν στην απαλλαγή της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου εφέσεως αυτής.... ως προς την οποία, κατά συνέπεια, η (ενν:

παρεμπίπτουσα) αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με τις ανωτέρω παραδοχές του, όμως, το Εφετείο, αφενός μεν επανέκρινε κεφάλαιο έξω από τα εκκληθέντα όρια, και δη ερεύνησε, καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), το μη εκκληθέν (με επικουρική έφεση) από τους δεύτερο και τρίτο παρεμπιπτόντως ενάγοντες (δύο πρώτους εναγομένους - ήδη δύο πρώτους αναιρεσείοντες) κεφάλαιο της ασκηθείσας από αυτούς παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί, αφετέρου δε, αναφορικά με το πράγματι μεταβιβασθέν με την ανωτέρω έφεση κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας (ήδη τρίτης αναιρεσείουσας), ως προς την οποία η αγωγή αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή ανύπαρκτο λόγο έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ότι οι παραλείψεις των ανωτέρω οργάνων της ασφαλιζόμενης εταιρείας εμπίπουν στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εξαφανίζοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση και απορρίποντας την παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσείουσας (τετάρτης εναγομένης) εταιρείας, και δεν έλαβε υπόψη τον πράγματι προταθέντα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρισμό, ότι οι πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της ασφαλιζόμενης πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας (τετάρτης εναγομένης) - τρίτης αναιρεσίβλητης εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση, από 26-7-2021, αίτηση αναίρεσης καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου (κυρίου ενάγοντος) και να γίνει αυτή δεκτή καθό μέρος ασκείται από τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και δη ως προς τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν την από 23-8-2017 και με αριθμό 568359/2019 έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας κατά των δεύτερης, τρίτου και τετάρτου των εφεσιβλήτων (παρεμπιπτόντως εναγόντων), να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος για το παραδεκτό της αναίρεσης παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Οι αναιρεσείοντες, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο η αίτηση απορρίπτεται και ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, που επίσης παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ. Δ.).

Β) Επί της από 22-7-2021 αίτησης αναίρεσης του Χ. Γ. (πέμπτου εναγομένου) και των από 27-4-2022 πρόσθετων λόγων αυτής.

Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του Ν. 4842/2022 εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.

Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 506/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ο από 27-4-2022 πρόσθετος λόγος της από 22-7-2021 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21-7-2022 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί μαζί με την αίτηση αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 13-3-2023 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση του δικογράφου του πρόσθετου αυτού λόγου, καθόσον δεν προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα σχετικό αποδεικτικό επίδοσης. Επομένως, ο από 27-4-2022 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού αυτού, κρίνεται απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1568/1985 ''περί υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων'' [ΦΕΚ 177 τεύχος Α'], στις επιχειρήσεις που απασχολούν κατά μέσο ετήσιο όρο πάνω από πενήντα εργαζομένους, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ο τεχνικός ασφαλείας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και την ασφάλεια και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.

Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφαλείας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδοποιείται και θεωρείται από την επιθεώρηση. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται στο βιβλίο αυτό. Το ίδιο ως άνω άρθρο ορίζει στην παρ. 2 περ. β' ότι ο τεχνικός ασφαλείας ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμοδίους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης.

Κατά το άρθρο 7 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής τους και να επιβλέπει την εφαρμογή τους και, επίσης, για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση έχει υποχρέωση:

α) να µεριµνά ώστε οι εργαζόµενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενηµερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελµατικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους, και β) να συµµετέχει στην κατάρτιση και εφαρµογή των προγραµµάτων εκπαίδευσης των εργαζοµένων σε θέµατα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 αυτού, ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό αποκατάσταση των ελλείψεων που έχουν σχέση με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία.

Κατά δε το άρθρο 32 του νόμου αυτού, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να εφαρμόζει κάθε υπόδειξη των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να εξασφαλίσει τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, η οποία συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση της παραγωγής και διατήρησης μίας επιχείρησης, προσδιορίζει επακριβώς το πλαίσιο ενεργείας του τεχνικού ασφαλείας, ο οποίος ως επιστήμονας και εξειδικευμένος στους τόπους παροχής εργασίας έχει την υποχρέωση να ελέγχει τυχόν ελλείψεις των τεχνικών εγκαταστάσεων, οι οποίες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων.

Ο έλεγχος επιβάλλεται να είναι ουσιαστικός και να υποδεικνύεται η λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, παραλλήλως δε αναγνωρίζεται η υποχρέωση στον τεχνικό ασφαλείας να σημειώνει σε ειδικό βιβλίο τις υποδείξεις του, προκειμένου να λαμβάνει γνώση ο εργοδότης, η κατά συνέχεια δε συμπλήρωση του βιβλίου αυτού, εξασφαλίζεται δια της θεωρήσεως από την επιθεώρηση εργασίας.

Η κατά νόμο συμμόρφωση του τεχνικού ασφαλείας εξαντλεί το πλαίσιο της ευθύνης του και εναπόκειται στον εργοδότη να υλοποιήσει τα όσα υποδεικνύονται [ΑΠποιν 1172/2017, ΑΠποιν 39/2014, ΑΠποιν 1396/2020, ΑΠποιν 545/2019]. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...

Περαιτέρω, όμως με πταίσμα βαρύνεται και ο πέμπτος εναγόμενος, Χ. Γ., ο οποίος, ενώ έφερε την ιδιότητα του υπεύθυνου ασφαλείας του εν λόγω καταστήματος, πέραν της τυπικής ιδιότητας κατά νόμο, δεν αποδείχθηκε ότι μερίμνησε για την επαρκή ενημέρωση των εργαζομένων στην επιχείρηση, για τις ενέργειες στις οποίες όφειλαν να προβούν σε παρόμοιες περιπτώσεις της κατάπτωσης υγρών στα πατώματα και στους διαδρόμους του καταστήματος, ούτε τους παρείχε τις απαιτούμενες πληροφορίες ...

παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 του Π.Δ. 17/1996, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας για την ασφάλεια των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις και παραλείψεις τους, καθώς και από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 20, 32 παρ. 1, 36 παρ. 6, 44 παρ. 16 της Αιβ/8577/1983 Υγειονομικής Διάταξης, που επιτάσσουν οι καθοιονδήποτε τρόπο εντεταλμένοι για την καθαριότητα των χώρων του καταστήματος να μεριμνούν προς τούτο με οδηγίες, ώστε να διατηρείται η καθαριότητα στους χώρους του δαπέδου...".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε συνυπαίτιο τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα τεχνικό ασφαλείας και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρο με τους υπόλοιπους εναγομένους, το ποσό των 109.124,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330, 13 παρ. 1 Π.Δ. 17/1996, 20, 32 παρ.1, 34 παρ. 6, 44 παρ. 16 της ΑιΒ/8577/1983 Υγειονομικής Διάταξης, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήσαν εφαρμοστέες, αφού δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα θεμελίωσε την ευθύνη του τεχνικού ασφαλείας στις ανωτέρω διατάξεις, δεχόμενο παραβίαση αυτών, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις αναφέρονται στις υποχρεώσεις του εργοδότη και των εργαζομένων για τη λήψη μέτρων ασφαλείας και όχι του τεχνικού ασφαλείας, οι υποχρεώσεις του οποίου προβλέπονται από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 6. 7 του Ν. 1568/1985 ''Περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων'', όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 3850/ 2010'' Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων'', ο οποίος ισχύει από 10-7-2010 και οι διατάξεις του οποίου αντικατέστησαν τις όμοιες διατάξεις του Ν. 1568/1985 [βλ.

ΑΠ ποιν 1408/2017], τις οποίες, επίσης, παραβίασε ευθέως το Εφετείο, αφού αρκέστηκε, για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του αναιρεσείοντος, στην τυπική ιδιότητά του ως τεχνικού ασφαλείας, κρίνοντας συγκεκριμένα, ότι η νομική υποχρέωση αυτού προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου, θεμελιωνόταν στην εγγυητική του ευθύνη λόγω της ιδιότητας του ως τεχνικού συμβούλου ασφαλείας, αλλά και ως εργαζομένου, με τις παραδοχές ότι και αυτός προσωπικά είχε υποχρέωση προς λήψη των μέτρων ασφαλείας για τον καθαρισμό του δαπέδου του καταστήματος της τρίτης εναγομένης, ενώ τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις για τον αναιρεσείοντα, με την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας, δεδομένου ότι από το νόμο η ευθύνη του ανάγεται στον έλεγχο αν υφίστανται και εφαρμόζονται τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, στην επίβλεψη και μέριμνα για την τήρησή τους, στην υπόδειξή τους στον εργοδότη σε περίπτωση ανυπαρξίας τους και την καταγραφή τους στο ειδικό βιβλίο που θεωρείται από την επιθεώρηση εργασίας, η λήψη δε των μέτρων αυτών εναπόκειται στον εργοδότη, ως ασκούντα επιχειρηματική δραστηριότητα που διαθέτει και τα οικονομικά μέσα να υλοποιήσει όσα του υποδεικνύονται από τον τεχνικό ασφαλείας, για τη σχετική δε ενημέρωσή του απαιτείται η υπογραφή του στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο, επί πλέον δε στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές αναφορικά με το εάν ο αναιρεσείων είχε ελέγξει, ως όφειλε εκ της ιδιότητάς του ως τεχνικού ασφαλείας, την εγκατάσταση στην οποία συνέβη το ατύχημα, την επικινδυνότητα αυτής λόγω της μη λήψης των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας, όπως αυτά ορίζονται από το νόμο, αν είχε ενημερώσει γραπτά ή προφορικά τον εργοδότη του για την άμεση λήψη αυτών και αν είχε καταγράψει την υπόδειξη αυτών στον τελευταίο, στο ειδικό σελιδοποιημένο βιβλίο, οπότε σε περίπτωση πραγματοποίησης εκ μέρους του των ανωτέρω ενεργειών περατούται και η ευθύνη του.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα: α] του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη της από 12-3-2012 γνωμάτευσης της Χ. Σ., β] του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, γ] του τρίτου λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αναπηρίας του παθόντος αναιρεσιβλήτου από το ένδικο ατύχημα. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 22-7-2021 και 26-7-2021 αιτήσεις αναίρεσης και τους 27-4-2022 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της δεύτερης από αυτές.

Απορρίπτει την από 26-7-2021 [αρ. καταθ. 6125/2021] αίτηση αναίρεσης των 1) Δ. Π., 2) Λ. Π., 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘Σ.’ Α..Ε.. και 4) ‘Μ.’ Ρ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1433/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Δέχεται την ως άνω αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος ασκείται από τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Αναιρεί την πιο πάνω υπ' αριθ. 1433/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ήτοι ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την από 23-8-2017 και με αριθμό 568359/2017 έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά των ανωτέρω αναιρεσειόντων.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει τον από 27-4-2022 πρόσθετο λόγο της από 22-7-2021 αίτησης αναίρεσης.

Δέχεται την από 22-7-2021 αίτηση αναίρεσης του Χ. Γ..

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1433/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τον πιο πάνω αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου.

Επιβάλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ