Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding unjust enrichment defense validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the respondent's claim for unjust enrichment was inadmissible due to a change in economic conditions, but the court found these arguments baseless. The court ruled that the respondent had the right to raise these defenses before the referring court and that the lower court correctly applied substantive law provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 527 of the Code of Civil Procedure; The defense of unjust enrichment is admissible if raised before the referring court, and economic crisis does not automatically invalidate such claims if the recipient used funds for personal needs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 450 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 450/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής και συγκεκριμένα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Ιωάννα Κεφαλάκη - Βαβουγυίου και Αντιγόνη Κίσσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4498/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την από 12/7/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 565/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 4085/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ήδη αναιρεσείων με την από 13/11/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13 Νοεμβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 10565/857/19.11.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 4085/13.8.2018 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθ. 565/31.10.2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 12.7.2011 και με αριθ.
κατάθ. 593/2011 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης - αντενάγουσας και τότε αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." [ήδη αναιρεσίβλητης], αναιρέθηκε κατά ένα μέρος και ειδικότερα κατά το μέρος που αφορούσε την ανταγωγή αυτής η προηγουμένη με αριθ. 4498/25.7.2008 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ.1 του ΚΠολΔ) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 4085/2018 απόφαση του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την από 30 Μαΐου 2007 και με αριθ. κατάθ. 7029/9.8.2007 έφεση της αντενάγουσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την ανταγωγή αυτής και εξαφάνισε την με αριθ. 527/3.4.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την ασκηθείσα με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 21.10.2005 προτάσεις αυτής και με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης ως άνω ανταγωγή αυτής, με την οποία η αντενάγουσα - εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ότι ο αντεναγόμενος - ενάγων και ήδη αναιρεσείων της οφείλει, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το ποσό των 93.284,93 ευρώ, που αφορούσε την ειδική αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος των ιπταμένων χειριστών της αντενάγουσας εταιρείας (όπως είχε μετονομασθεί η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε.") που αποχώρησαν υποχρεωτικά από την εταιρεία, το οποίο του είχε καταβληθεί αχρεωστήτως από αυτήν.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και, δεχόμενο την ανταγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε ότι ο αντεναγόμενος οφείλει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει στην αντενάγουσα ανώνυμη εταιρεία το πιο πάνω ποσό. [Σημειώνεται ότι η αναιρεθείσα με αριθ. 4498/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είχε απορρίψει την εν λόγω ανταγωγή ως αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν είχε πληρωθεί η αίρεση δικαίου από την οποία είχε εξαρτηθεί η καταβολή της ως άνω ειδικής αποζημίωσης στον αντεναγόμενο - ενάγοντα (με το ίδιο δε σκεπτικό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως προώρως ασκηθείσα την από 19.11.2004 και με αριθ. 175190/5177/2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με αντικείμενο την καταβολή διαφορών, λόγω μη συνυπολογισμού στην παροχή αυτή των τακτικών αποδοχών του από υπερεργασία, μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσας με αριθ. 527/2005 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την πιο πάνω αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσία) και, με επάλληλη σκέψη, ότι αυτός ήταν καλόπιστος κατά τη λήψη της πιο πάνω ειδικής αποζημίωσης από την αντενάγουσα εταιρεία].
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 έως 6 και 8 του ισχύσαντος από 26 Σεπτεμβρίου 2003 Ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α 229), και υπό τον παράτιτλο "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας" ορίσθηκαν τα εξής: "(1). Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των κλάδων ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου.
Με ίδιες αποφάσεις της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους δύνανται να αποσχίζονται, απορροφώνται ή συγχωνεύονται οι κλάδοι, τμήματα ή λειτουργίες επίγειας εξυπηρέτησης και τεχνικής βάσης από υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες για το σκοπό αυτόν εταιρείες. Ο μετασχηματισμός που προβλέπεται στο παρόν γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων του παρόντος.
Το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από το μετασχηματισμό αυτόν περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος, στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. (2). Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει.
Στη συνοδευτική έκθεση περιλαμβάνεται και κάθε άλλο στοιχείο, που μεταφέρεται κατά την παρούσα διαδικασία, και δεν αναγράφεται στον ισολογισμό, ως και τα εμπορικά δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση του πτητικού έργου. Ο ισολογισμός μετασχηματισμού και η συνοδευτική έκθεση συντάσσονται από ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών από τις οποίες αποσχίζονται οι κλάδοι, εγκρίνονται από τις Γενικές Συνελεύσεις των μετασχηματιζόμενων εταιρειών και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920. (3).
Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί εγκρίσεως των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για το σκοπό αυτόν οποιαδήποτε άλλη έγκριση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη.
Η νηολόγηση των αεροσκαφών, η μεταφορά του προσωπικού και των λοιπών στοιχείων και δικαιωμάτων στην απορροφούσα εταιρεία θα ισχύσει από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας εμπορικής εκμετάλλευσης από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. (4). Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερα παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ. Ε.Ν. και του ν. 2190/1994. Δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα κατά των απορροφουσών εταιρειών για χρέη προγενέστερα της ημερομηνίας απόσχισης και δεν ασκούνται ποινικές διώξεις κατά των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.
και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε. για χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς του Δημοσίου των εταιρειών αυτών. (5). Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο - Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας". Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας, ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ο Ειδικός Λογαριασμός: α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίησης των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β' μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για τη με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν:
ι) κίνητρα στους δικαιούχους λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του Π.Δ. 178/2002, και ιι) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή. 6.
Οι Ιπτάμενοι Χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοϊας, κάτοχοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, σε ισχύ του πτυχίου τους, ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. για τον κλάδο σύνταξης, που συμπληρώνουν το 53ο έτος της ηλικίας τους και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας στην Ολυμπιακή Αεροπορία ή την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα έως 31.12.2004, αποχωρούν υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 από την εταιρεία που εργάζονται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας, που τους επιδίδεται ατομικώς και καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων αποζημίωσης. (7) ... (8).
Ο προστιθέμενος χρόνος ασφάλισης των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Η πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων, που προκύπτει από τη συμπλήρωση των ως άνω αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος ορίων, καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από τον Ειδικό Λογαριασμό της παρ. 5 του παρόντος.
Το ύψος της επιβάρυνσης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, ύστερα από οικονομική μελέτη της Υπηρεσίας Αναλογιστικών Μελετών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων". Εξάλλου, πριν από την ψήφιση του άνω νόμου και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (Ένωση Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας - Ε.Χ.Π.Α.), οι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Π.Δ/τος 178/2002, είχε καταρτισθεί το από 16 Ιουλίου 2003 Πρακτικό Συμφωνίας, με το οποίο, υπό το κεφάλαιο με τον τίτλο "ΚΙΝΗΤΡΑ", συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.
για τον κλάδο συντάξεων ιπτάμενοι χειριστές του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε., που έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι τις 31-12-2005, αποχωρούν προαιρετικά (και, στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός των 137 κατ' ελάχιστον ιπτάμενων χειριστών, υποχρεωτικά) από την υπηρεσία τους, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη ωσάν να αποχωρούσαν με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και ότι καταβάλλεται σε αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3198/1955), με βάση τα έτη υπηρεσίας μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, καθώς και ποσό το οποίο θα είναι ίσο με την αποπληθωρισμένη [σύμφωνα με το ποσοστό αποπληθωρισμού που ακολουθεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων] απώλεια εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης και του ποσού των καταβαλλομένων κατά την αποχώρηση τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής.
Η ισχύς του ανωτέρω Πρακτικού συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό την αίρεση της υλοποίησής του από το Ελληνικό Δημόσιο (μέτοχο Ολυμπιακής Αεροπορίας - Νέας Ολυμπιακής Αεροπορίας) δια των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων και εφόσον λειτουργήσει η Νέα Ολυμπιακή Αεροπορία (ρήτρα Ζ αρ.2 του εν λόγω πρακτικού).
Στη συνέχεια, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3185/2003, με το από 10 Νοεμβρίου 2003 Παράρτημα του προαναφερθέντος Πρακτικού Συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποίησης των προβλεπομένων στο πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του Ν. 3185/2003. Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η υλοποίηση των όσων συμφωνήθηκαν με το Πρακτικό Συμφωνίας θα γίνει με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 παρ. 6 Ν. 3185/2003 και, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του Ι.Κ.Α.
που δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος με το ν. 3185/2005 (Α'229/26.09.2003) ιπτάμενος χειριστής και η οποία αντιστοιχεί στα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας στον Όμιλο της Ο.Α. και του ποσού των καταβαλλομένων κατά το μήνα Οκτώβριο 2003 τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής, θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο ν. 3185/2003 "...".
Το καταβλητέο λόγω απώλειας εισοδήματος ποσό θα μειωθεί κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/1920, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2003 και της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003. Το ποσό που αντιστοιχεί στην ανωτέρω απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί στους δικαιούχους εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της διαπιστωτικής πράξης".
Από το περιεχόμενο του άνω από 16.7.2003 Πρακτικού Συμφωνίας και του από 10.11.2003 Παραρτήματος αυτού, που έχουν ισχύ ανάλογη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του Π.Δ/τος 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ Α 162) και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το Ν. 1876/1990 διαδικασία και τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, προκύπτουν, κατά την αληθή έννοια αυτών, τα εξής:
Η ενόψει της σχεδιαζόμενης απόσχισης του κλάδου του πτητικού έργου της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας αποχώρηση των ιπταμένων χειριστών αυτών, οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες προϋποθέσεις, θα γινόταν με την έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας και την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από τις οικείες συμβάσεις και τα άνω Πρακτικά Συμφωνίας αποζημίωσης, δηλαδή της πλήρους αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 με βάση τα έτη υπηρεσίας τους μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους και της πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης που συμφωνήθηκε ως κίνητρο λόγω της υποχρεωτικής συνταξιοδότησής τους για την απώλεια του εισοδήματός τους, εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία.
Λόγω αδυναμίας της Ολυμπιακής Αεροπορίας να καταβάλει τα αναγκαία για την αποζημίωση των αποχωρούντων χειριστών ποσά, προβλέφθηκε από το νόμο η σύσταση ειδικού λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θα περιερχόταν χωρίς αντάλλαγμα το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που επρόκειτο να προέλθουν από τον άνω μετασχηματισμό, προκειμένου στη συνέχεια αυτό να προβεί στην ιδιωτικοποίησή τους.
Ο εν λόγω ειδικός λογαριασμός που συστήθηκε στη συνέχεια με την 2/71992/Α0024/2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1967/2003), θα πιστωνόταν με τα έσοδα από την πώληση των εταιρειών του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και με προκαταβολές του τελευταίου και θα χρεωνόταν με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή του συνόλου των αποζημιώσεων των εργαζομένων που θα αποχωρούσαν και με τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης.
Ειδικότερα η καταβολή της πλήρους αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 στους αποχωρούντες θα γινόταν ταυτόχρονα με την επίδοση της διαπιστωτικής πράξης με χρέωση του άνω ειδικού λογαριασμού, ο οποίος θα πιστωνόταν για το σκοπό αυτό με αντίστοιχες προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου. Αντίθετα η καταβολή τόσο της ως άνω ειδικής αποζημίωσης προς τους αποχωρούντες δικαιούχους λόγω απώλειας εισοδήματος ως οικονομικού κινήτρου κατά τα ανωτέρω, όσο και της πρόσθετης επιβάρυνσης προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων.
Εξαρτήθηκε δηλαδή η καταβολή της άνω πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 παρ. 5 εδ. γ του Ν. 3185/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρείας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησής της. Η κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου άμεση, με την έκδοση και επίδοση της διαπιστωτικής πράξης, καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα πρακτικά αυτών "αποζημίωσης", αναφέρεται προδήλως στην αποζημίωση λόγω αποχώρησης και όχι στα κίνητρα τα οποία εντάσσονται στη ρύθμιση της παραγράφου 5 περ.
γ του ίδιου άρθρου, κατά την οποία η χρέωση του ειδικού λογαριασμού για την καταβολή των κινήτρων και της πρόσθετης επιβάρυνσης της παραγράφου 8 του ίδιου νόμου στους ασφαλιστικούς οργανισμούς επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτές.
Η αναφορά στο από 10.11.2003 Παράρτημα ότι το ποσό που αντιστοιχεί στην απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί από τους δικαιούχους εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση της διαπιστωτικής πράξης κατά την αληθή της έννοια, συναγομένη και από την μνεία σε άλλο σημείο του Παραρτήματος ότι αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο N. 3185/2003, προϋποθέτει ότι η ιδιωτικοποίηση του πτητικού έργου της ως άνω εταιρείας θα λάβει χώρα εντός του εξαμήνου από την κοινοποίηση της διαπιστωτικής πράξης.
Υπό διαφορετική εκδοχή ο όρος αυτός θα ήταν ανίσχυρος, διότι θα ερχόταν σε αντίθεση με τους ορισμούς του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 σχετικά με το χρόνο πληρωμής της πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης, λόγω απώλειας εισοδήματος, οι οποίοι απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και, ως εκ τούτου, συνιστούν ρυθμίσεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (ΑΠ 565/2016, ΑΠ 1267/2009, ΑΠ 1858/2008, ΑΠ 2089/2007, ΑΠ 1674/2007, ΑΠ 1668/2007, ΣτΕ 3435/2015).
Εξάλλου η με όρο της δικαιοπραξίας εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο αποτελεί αναβλητική αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. του ΑΚ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, αν ηρτημένης της αίρεσης καταβληθεί το χρέος, ο λήπτης αυτού δεν καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος, παρά μόνο εάν η αίρεση ματαιωθεί.
Διάφορη όμως της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζομένη από τις πιο πάνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου, όπως η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, η οποία συνίσταται σε γεγονός, το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας.
Στην περίπτωση αυτή, αν η παροχή εκπληρωθεί χωρίς τη συνδρομή των ως άνω όρων ή προϋποθέσεων, τότε πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε με βάση ανενεργό δικαιοπραξία, για μη υφιστάμενο δηλαδή χρέος και συνακόλουθα συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά τους όρους του άρθρου 904 του ΑΚ. Από δε την τελευταία διάταξη, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχεία της απαίτησης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αποτελεί η καταβολή της παροχής, η αιτία για την οποία έγινε ή η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή η λήξη της ή ο παράνομος ή ο ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα αχρεώστητη παροχή είναι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη αιτία.
Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε, είτε γιατί δεν γεννήθηκε ακόμη όπως στην περίπτωση αίρεσης δικαίου, είτε γιατί ήταν εξ υπαρχής ανύπαρκτη, όπως επί καταβολής ανύπαρκτου χρέους, ακυρότητας σύμβασης κ.λπ. (ΑΠ 565/2016). Στη σχέση αδικαιολόγητου πλουτισμού σημασία έχει η ύπαρξη αυτού και ειδικότερα η νόμιμη αιτία διατήρησής του.
Επομένως η εκ των υστέρων πλήρωση της αίρεσης δικαίου, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο από τη λήψη της παροχής εκ μέρους του λήπτη, συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού από τον τελευταίο, ο δε σχετικός ισχυρισμός αυτού αποτελεί ένσταση, αφού περιέχει νέα μεταγενέστερα πραγματικά περιστατικά, διάφορα εκείνων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής (ή της ανταγωγής) του δότη προς επιστροφή του πλουτισμού, με τα οποία επιδιώκεται η από τον εναγόμενο λήπτη απόρριψη της αγωγής (ή της ανταγωγής).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο ή οι λόγοι που κατά νόμο δικαιολογούν την προβολή αυτού το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009), αν δε το δικαστήριο εξέτασε τον σχετικό ισχυρισμό στην ουσία του πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 199/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο αντεναγόμενος Η. Π. [ήδη αναιρεσείων] προσελήφθη από την αντενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 13.12.1971, ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών αρχικά με σύμβαση μαθητείας, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Αποχώρησε από την υπηρεσία του υποχρεωτικά την 15.11.2003, κατ' άρθ. 27 παρ. 6 του ν. 3185/2003, με την έκδοση της από 12.11.2003 διαπιστωτικής πράξης της αντενάγουσας, η οποία του επιδόθηκε στις 14.11.2003, συνταγείσας προς τούτο της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. .../14.11.2003 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.
Μ.. Ταυτόχρονα η αντενάγουσα προσέφερε στον αντεναγόμενο το ποσό των 166.510 ευρώ ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης και το ποσό των 93.284,93 ευρώ, ως ειδική αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος και συνολικά το ποσό των 259.794,93 ευρώ, μετ' αφαίρεση δε κρατήσεων ποσού 47.959 ευρώ, προσέφερε στον αντεναγόμενο το ποσό των 211.835,93 ευρώ για τις ως άνω αιτίες, με την υπ' αριθ. ... - 1 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, την οποία παρέλαβε αυτός ιδιοχείρως [βλ. ...] και ακολούθως την εισέπραξε, όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και στοιχείων [...].
Κατά τον ανωτέρω χρόνο έκδοσης της προαναφερθείσας διαπιστωτικής πράξεως, η εταιρεία που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας δεν είχε ιδιωτικοποιηθεί και δεν είχαν εισπραχθεί από το Ελληνικό Δημόσιο τα σχετικά έσοδα από την εκποίησή της, προϋπόθεση που συνιστά, όπως προεκτέθηκε, αίρεση δικαίου, η οποία είχε τεθεί από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 του ν. 3185/2003 προκειμένου να γίνει η καταβολή της εν λόγω πρόσθετης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδήματος.
Κατά συνέπεια η αντενάγουσα κατέβαλε στον αντεναγόμενο (καθώς και σε άλλους 15 περίπου συναδέλφους του, που αποχώρησαν πρώτοι σύμφωνα με τις άνω διατάξεις) την αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος, εξαιτίας της προσδοκίας ολοκλήρωσης της σε εξέλιξη διαδικασίας ιδιωτικοποίησης εντός της ορισθείσας εξάμηνης προθεσμίας.
Ωστόσο το εξάμηνο παρήλθε και ο στόχος αυτός δεν πραγματοποιήθηκε, η δε αντενάγουσα δεν κατέβαλε στους λοιπούς αποχωρούντες κατά τις άνω διατάξεις εργαζόμενους την παραπάνω αποζημίωση. Ο ισχυρισμός του αντεναγομένου ότι ήδη έχει πληρωθεί η ως άνω αίρεση δικαίου με την πώληση του πτητικού έργου της αντενάγουσας στην εταιρεία MARFIN INVESTMENT GROUP, πώληση η οποία εγκρίθηκε με το ν. 3759/2009 αποδεικνύεται αβάσιμος.
Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε η αντενάγουσα "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" τέθηκε από 2.10.2009 σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατ' άρθρο 14 Α ν. 3429/2005, που προστέθηκε με το άρθρο 40 ν. 3710/2008, δυνάμει της υπ' αριθ. 5716/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (ΦΕΚ τ. ΑΕ & ΕΠΕ 14211/10.12.2009), εκκαθαρίστρια δε αυτής διορίσθηκε αρχικά η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ" και ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθ. 1190/2015 του παρόντος Δικαστηρίου η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ".
Συνεπώς η αντενάγουσα, που κατέβαλε στον αντεναγόμενο το προαναφερθέν ποσό, ως πρόσθετη αποζημίωση από την απώλεια εισοδήματος, προέβη στην καταβολή αυτή χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και δη χωρίς να έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα η αίρεση δικαίου υπό την οποία τελούσε το αίτημα του αντεναγομένου.
Επομένως η υπό κρίση ανταγωγή της αντενάγουσας είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις ανωτέρω σημειούμενες διατάξεις του άρθρου 27 ν. 3185/2003 σε συνδ. με 904 ΑΚ, αποδεικνύεται δε και κατ' ουσία βάσιμη, καθόσον από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε ότι η αντενάγουσα κατέβαλε το ποσό αυτό όχι από ελευθεριότητα, αλλά εν αγνοία του αχρεώστητου και ειδικότερα του γεγονότος ότι η σχετική υποχρέωσή της δεν είχε γεννηθεί ακόμα, ο δε αντεναγόμενος με την είσπραξη του ανωτέρω ποσού κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη ζημία της αντενάγουσας.
Η άγνοια του αχρεώστητου εκ μέρους της αντενάγουσας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η ίδια διέθετε οργανωμένες διοικητικές, οικονομικές και νομικές υπηρεσίες, λαμβανομένου υπόψη του ότι κατά το χρόνο της καταβολής καινοφανούς των σχετικών διατάξεων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στους λοιπούς (μετά τους πρώτους εργαζόμενους) αποχωρήσαντες δεν κατέβαλε την ειδική αυτή αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος, σχετικές δε αγωγές έχουν ήδη απορριφθεί τελεσίδικα ως προώρως ασκηθείσες.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 905 ΑΚ ισχυρισμός του αντεναγομένου - ο οποίος προβλήθηκε όψιμα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πλην όμως λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας - είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ως εκ τούτου ο αντεναγόμενος με την είσπραξη του άνω ποσού των 93.284,93 ευρώ, λόγω απώλειας εισοδήματος ηρτημένης της κατ' άρθ. 27 ν. 3185/2003 αιρέσεως δικαίου, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος και είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει το ποσό αυτό στην αντενάγουσα. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την υπό κρίση ανταγωγή ως μη νόμιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 565/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β' Πολιτικό Τμήμα).
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 527/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) ως προς το κεφάλαιο της ανταγωγής, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ' ουσία ως προς το κεφάλαιο αυτό, να γίνει δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής και στα όρια που είχαν ορισθεί από την με αριθμό 565/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε αναιρεθεί η προηγούμενη με αριθ. 4498/2008 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου κατά το μέρος μόνο που είχε αποφανθεί επί της ανταγωγής απορρίπτοντας αυτή, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό και, δικάζοντας την ανταγωγή, δέχθηκε στο σύνολό της αυτή ως βάσιμη κατ'ουσία και αναγνώρισε ότι ο αντεναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην αντενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, το χρηματικό ποσό των 93.284,93 ευρώ.
Υπό τα ως άνω περιστατικά, δεχόμενο το Εφετείο ότι κακώς καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα - αντεναγόμενο το ποσό των 93.284,93 ευρώ πριν από την πλήρωση της αίρεσης δικαίου υπό την οποία τελούσε η καταβολή σ' αυτόν του ως άνω ποσού για αποζημίωσή του λόγω απώλειας εισοδήματος και απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - αντεναγομένου, ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 27 Ν. 3185/2003, του Ν. 3759/2009, του άρθρου 40 Ν. 3710/2008, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 14 Α στον Ν. 3429/2005 και άρθρου 904 του ΑΚ, αφού προϋπόθεση απαραίτητη για την πλήρωση της αίρεσης δικαίου και καταβολή στους αποχωρούντες δικαιούχους, της αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος, ήταν όχι μόνο η ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο, αλλά και η είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο του τιμήματος από την πώληση αυτή.
Κατέληξε δε το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν πληρώθηκε η αίρεση δικαίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Και αυτό διότι ερευνώντας την ουσιαστική βασιμότητα της ανταγωγής ρητά δέχεται ότι "κατά το χρόνο έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης η εταιρεία που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας δεν είχε ιδιωτικοποιηθεί και δεν είχαν εισπραχθεί από το Ελληνικό Δημόσιο τα σχετικά έσοδα από την εκποίησή της", προϋποθέσεις απαραίτητες για την πλήρωση της αίρεσης δικαίου, ενώ ερευνώντας την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - αντεναγομένου περί πλήρωσης της αίρεσης αυτής απέρριψε τον ισχυρισμό του, δεχόμενο ότι με την πώληση του πτητικού έργου της αντενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) στην εταιρεία MARFIN INVESTMENT GROUP", η οποία πώληση εγκρίθηκε με τον Ν. 3759/2009, δεν πληρώθηκε η αίρεση δικαίου, προφανώς διότι, ανεξάρτητα αν με το Ν. 3759/2009 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η Σύμβαση Πώλησης και Αγοράς Μετοχών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Εταιρειών Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ., Pantheon Airways Ανώνυμη Αεροπορική Εταιρεία και Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών, για την πλήρωση της αίρεσης δικαίου απαιτείτο και η είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο του τιμήματος πώλησης.
Πρέπει να λεχθεί ότι ο αναιρεσείων στην αίτηση αναίρεσης κάνει λόγο για είσπραξη τιμήματος 75 εκατ. Ευρώ, χωρίς να αναφέρει τον χρόνο της είσπραξης και χωρίς να επικαλείται ότι το στοιχείο αυτό επικαλέστηκε στο Δικαστήριο της παραπομπής ή σε περίπτωση που το είχε επικαλεστεί τον λόγο της καθυστερημένης προβολής του.
Τέλος, δεν υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία αν πρόκειται για ελλείψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος και πάλι την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ισχυρίζεται ότι μη νόμιμα ζητείται το ήδη καταβληθέν σ' αυτόν ποσό των 93.284,93 ευρώ για απώλεια εισοδήματος και ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η καταβολή του παραπάνω ποσού τελούσε υπό αίρεση:
α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 61 παρ. 1 της Συμφωνίας για τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 2 ΑΚ, διότι δεν μπορεί να αναζητηθεί το παραπάνω ποσό, έστω και αν προώρως καταβλήθηκε και γ) στέρησε αυτόν από ενοχικό δικαίωμά του.
Ως προς την υπ' αριθμό (α) αιτίαση, ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών, ώστε να μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες. Ανεξαρτήτως όμως αυτού ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος και ως αόριστος καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει συγκεκριμένα σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα στο οποίο περιέπεσε το Δικαστήριο, ούτε αναφέρει το τι δέχθηκε το Δικαστήριο ως προς το θέμα αυτό.
Ως προς την υπ' αριθμό (β) αιτίαση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τι δέχθηκε το Δικαστήριο ως προς το θέμα αυτό, ανεξαρτήτως του ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 905 ΑΚ, που ορίζει ότι το χρέος που καταβλήθηκε πριν από τη λήψη του δεν αναζητείται, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, όταν πρόκειται για αίρεση δικαίου, όπως η προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 27 του ν. 3185/2003 .
Και αυτό διότι, στην περίπτωση αυτή, η προϋπόθεση τίθεται από τον νόμο, οπότε, αν η παροχή εκπληρωθεί χωρίς τη συνδρομή αυτής, πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε για μη υφιστάμενο χρέος και άρα υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ως προς την υπ' αριθμό (γ) αιτίαση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις που παραβιάστηκαν καθώς και σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα στο οποίο περιέπεσε το Δικαστήριο.
Κατά την κρατήσασα εξ άλλου στο Δικαστήριο γνώμη των Νικολάου Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρου Μαντούβαλου, Αρεοπαγιτών, στην ένδικη υπόθεση δεν ιδρύεται αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 905 του ΑΚ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με το εάν η αναιρεσίβλητη - αντενάγουσα κατά το χρόνο καταβολής στον αναιρεσείοντα - αντεναγόμενο του ποσού των 93.284,93 ευρώ για αποζημίωσή του λόγω απώλειας εισοδήματος ήταν εν γνώσει ή μη του αχρεωστήτου.
Ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος, προκύπτει ότι για την εφαρμογή αυτής απαιτείται όπως η γνώση της ανυπαρξίας του χρέους, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της καταβολής, είναι θετική και πραγματική.
Επομένως προς την κατά τα άνω γνώση δεν εξομοιώνεται η έστω από βαρεία αμέλεια άγνοια, ούτε η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη του χρέους και ως εκ τούτου η εκ μέρους του καταβαλόντος αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν αποκλείεται όταν ο τελευταίος απλώς αμφιβάλλει για την ύπαρξη ή μη του χρέους, έστω και αν στην τελευταία περίπτωση η καταβολή έγινε χωρίς επιφύλαξη, αφού πάντως ελλείπει η γνώση ότι η καταβολή γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία, εκ της οποίας (γνώσης) συνάγεται πρόθεση καταβολής χωρίς νόμιμη αιτία και δη καταβολής από ελευθεριότητα (ΑΠ 1242/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση και υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η αντενάγουσα κατέβαλε στον αντεναγόμενο (καθώς και σε άλλους 15 εργαζόμενους, που αποχώρησαν πρώτοι) την ειδική αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος, εξ αιτίας της προσδοκίας ολοκλήρωσης της σε εξέλιξη διαδικασίας ιδιωτικοποίησης εντός του επομένου εξαμήνου, λόγω δε της άπρακτης παρέλευσης του εξαμήνου αυτού η αντενάγουσα δεν κατέβαλε στους λοιπούς αποχωρούντες την παραπάνω αποζημίωση και της παραδοχής ότι αυτή κατέβαλε στον αντεναγόμενο το ως άνω ποσό της ειδικής αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος εν αγνοία του αχρεωστήτου και ειδικότερα του γεγονότος ότι η σχετική υποχρέωσή της δεν είχε γεννηθεί ακόμα.
Και τούτο διότι η πρώτη από τις ως άνω παραδοχές αναφέρεται προφανώς στους λόγους που προκάλεσαν στην αντενάγουσα την απόφαση να προβεί σε πρώτη φάση στην καταβολή της αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος σε ορισμένους εργαζόμενους (περιλαμβανομένου και του αντεναγομένου) που αποχώρησαν πρώτοι, με την προοπτική της σε σύντομο διάστημα (εξάμηνο) ολοκλήρωσης των σε εξέλιξη διαδικασιών ιδιωτικοποίησης της εταιρείας και δεν αφορά (έμμεση) παραδοχή ότι κατά το χρόνο της καταβολής της αποζημίωσης, πριν την ιδιωτικοποίηση του πτητικού έργου της εταιρείας και την είσπραξη του τιμήματος από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτή γνώριζε, υπό την έννοια θετικής και πραγματικής γνώσης, την έλλειψη υποχρέωσης προς καταβολή αυτής.
Μάλιστα, ενόψει της ρητής αναφοράς της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αντενάγουσα κατέβαλε το ανωτέρω ποσό "όχι από ελευθεριότητα" και της περαιτέρω μνείας ότι επρόκειτο περί εφαρμογής "καινοφανών" νομοθετικών ρυθμίσεων [σε συνδυασμό και προς το γεγονός ότι στο από 10.11.2003 Παράρτημα του Πρακτικού Συμφωνίας (που καταρτίσθηκε πέντε ημέρες πριν την αποχώρηση του αντεναγομένου) υπήρχε ρητός όρος (ανεξαρτήτως της νομιμότητάς του) περί καταβολής της ειδικής αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος εντός εξαμήνου από της κοινοποίησης της διαπιστωτικής πράξης] συνάγεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ουσιαστικά εμμέσως, πλην σαφώς, ότι κατά το χρόνο καταβολής η αντενάγουσα εταιρεία τελούσε σε άγνοια του αχρεώστητου λόγω αμφιβολίας περί του εάν κατά νόμο όφειλε να καταβάλει την πιο πάνω ειδική αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος στους αποχωρούντες ιπτάμενους χειριστές κατά το χρόνο καταβολής και όχι ότι τότε γνώριζε, υπό την έννοια της θετικής και πραγματικής γνώσης, ότι δεν όφειλε τη σχετική παροχή.
Κατά τη γνώμη της Προέδρου Πηνελόπης Ζωντανού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ "απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος".
Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό της δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατ` εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ''.
Υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς την βασιμότητα ή μη του ερευνηθέντος από το Εφετείο ισχυρισμού του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το αν η αναιρεσίβλητη - αντενάγουσα κατά το χρόνο καταβολής στον αναιρεσείοντα - αντεναγόμενο του ποσού των 93.284,93 ευρώ για αποζημίωσή του λόγω απώλειας εισοδήματος ήταν εν γνώσει ή μη του αχρεωστήτου.
Και αυτό διότι, ενώ στην αρχή γίνεται δεκτό ότι "η αντενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) κατέβαλε στον αντεναγόμενο (καθώς και σε άλλους 15 εργαζομένους της, που αποχώρησαν πρώτοι ...) την αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος εξαιτίας της προσδοκίας ολοκλήρωσης της σε εξέλιξη διαδικασίας ιδιωτικοποίησης εντός της ορισθείσης εξάμηνης προθεσμίας.
Ωστόσο το εξάμηνο παρήλθε και ο στόχος αυτός δεν πραγματοποιήθηκε, η δε αντενάγουσα δεν κατέβαλε στους λοιπούς αποχωρούντες ... εργαζομένους της την παραπάνω αποζημίωση", από το οποίο αβίαστα συνάγεται ότι κατά το χρόνο της καταβολής γνώριζε την μη υποχρέωσή της καταβολής της αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος πριν την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας και την είσπραξη από το Δημόσιο του τιμήματος, στη συνέχεια τελείως αντιφατικά δέχεται ότι η αντενάγουσα κατέβαλε το ως άνω ποσό εν αγνοία του αχρεωστήτου και ειδικότερα του γεγονότος ότι η σχετική υποχρέωσή της δεν είχε ακόμη γεννηθεί.
Συνεπώς, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, δεδομένου ότι πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, διάταξη η οποία εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ αιτίας του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναίρεσης, όταν μάλιστα ο αναιρεσείων στην ένδικη αίτησή του (σελ. 11 - 13) παραπονείται για την απόρριψη από το Εφετείο του εκ του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ ισχυρισμού του και επανειλημμένως αναφέρει, επικαλούμενος διάφορα επιχειρήματα, ότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο καταβολής της εν λόγω αποζημίωσης ήταν εν γνώσει ότι δεν όφειλε να προβεί σε καταβολή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008), στα οποία περιλαμβάνεται και η ομολογία.
Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, συνιστά μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς για τον ομολογούντα πραγματικού γεγονότος (ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 1407/2014, ΑΠ 115/2007, ΑΠ 414/2000).
Η δικαστική ομολογία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 964/2013) και ειδικότερα το αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός ν' αναφέρεται αμέσως στο αμφισβητηθέν αντικείμενο της διαφοράς, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν το ομολογούμενο γεγονός αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 2185/2009, ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 115/2007).
Τέλος από τη διάταξη του αριθμού 12 του αρθ.559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 648/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τους αριθμούς 11 περ. γ του και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη της την επικληθείσα με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και συνακόλουθα ούτε τη δεσμευτικότητα της ισχύος της, ως προς το γεγονός της από αυτήν γνώσης του αχρεωστήτου της καταβληθείσας σε αυτόν χρηματικής παροχής, καθότι στη σελίδα 17 των πρωτόδικων προτάσεων αυτής υπό τον τίτλο "ανταγωγή", η αντενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι αρχικά και σε ελάχιστες περιπτώσεις (περιλαμβανομένης και εκείνης του αντεναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος), καταβλήθηκε με την κοινοποίηση των διαπιστωτικών πράξεων και η ειδική αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος στους αποχωρούντες ιπταμένους χειριστές, τους οποίους οι εν λόγω πράξεις αφορούσαν, και ότι η καταβολή αυτή και ειδικότερα η καταβολή ποσού 93.284,93 ευρώ για την αιτία αυτή στον αντεναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ήταν αχρεώστητη και μάλιστα παράνομη, ως αντικειμένη στη ρύθμιση του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003.
Κατά συνέπεια με τις αναφορές αυτές, η αντενάγουσα προέβη σε δικαστική ομολογία της γνώσης αυτής για την καταβολή αχρεώστητης παροχής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με το ως άνω περιεχόμενο της ανταγωγής, η αντενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δεν ομολογεί κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι οι από αυτήν καταβολές σε μικρό αριθμό αποχωρούντων ιπταμένων χειριστών της ειδικής αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος, με την έκδοση των διαπιστωτικών πράξεων, έλαβαν χώρα από αυτήν εν γνώσει της κατά το χρόνο που έγιναν ανυπαρξίας του χρέους.
Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί. Με τη διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ ορίζεται ότι υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβέννυται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πλέον πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απόσβεση της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού, ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε.
Έτσι, ο πλουτισμός, θεωρείται, ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες ούτως ή άλλως θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 365/2016, ΑΠ 404/2016, ΑΠ 2167/2013, ΑΠ 682/2003). Η διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ, παρέχει στον εναγόμενο λήπτη της παροχής ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος δότη για την επιστροφή της (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 2167/2013, ΑΠ 432/2013, ΑΠ 1420/1996).
Δεν καταλείπεται όμως έδαφος εφαρμογής της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην για λόγους επιείκειας προστασία του καλόπιστου λήπτη του πλουτισμού, εάν οι επικαλούμενες επί πλέον δαπάνες, ως λόγος ανάλωσης του πλουτισμού, πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής (ή της ανταγωγής) του δότη προς επιστροφή του πλουτισμού, αφού στην περίπτωση αυτή ο λήπτης είναι σε γνώση της κατ' αυτού αξίωσης του δότη προς επιστροφή του πλουτισμού (βλ.
και άρθρο 910 του ΑΚ για επίταση της ευθύνης του). Συνακόλουθα στην ένδικη υπόθεση, οι επικαλούμενες συνθήκες της οικονομικής κρίσης της περιόδου 2010 - 2018 δεν μπορούν ν' αποτελέσουν λόγο ανάλωσης του πλουτισμού προς διατήρηση του βιοτικού επιπέδου του αναιρεσείοντος, κατά την έννοια του άρθρου 909 του ΑΚ, αφού έλαβαν χώρα σε χρόνο μετά την άσκηση της ανταγωγής στις 21.10.2005.
Εξ άλλου δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του δότη προς αναζήτηση του πλουτισμού από τον λήπτη, ως ενέχουσα καταφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, όταν ο δότης αναζήτησε τον πλουτισμό σε εύλογο χρόνο από την καταβολή του, μόνη δε η πάροδος ικανού χρόνου από την αναζήτηση του πλουτισμού, λόγω της μεταξύ των μερών υπάρχουσας δικαστικής διαμάχης ως προς την οφειλή αυτή, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, ενόψει του ότι ο λήπτης του πλουτισμού τελεί σε γνώση της αναζήτησης.
Ούτε καθιστά καταχρηστική την αξίωση του δότη περί επιστροφής του πλουτισμού, λόγω αχρώστητης καταβολής, μόνο το γεγονός ότι η καταβολή αυτή προς το λήπτη του πλουτισμού είχε λάβει χώρα οικειοθελώς από τον δότη της παροχής. Περαιτέρω προϋπόθεση για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, απαράδεκτο ή αόριστο, χωρίς να ερευνήσει αυτόν κατ' ουσία (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Τέλος όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα, πρωτίστως, στην κύρια και επικουρικά, στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 51/2017, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 127/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση επί των προταθέντων κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, συζήτηση, ισχυρισμών του εφεσίβλητου - αντεναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους της αντενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας προς αναζήτηση του ληφθέντος πλουτισμού, λόγω της οικειοθελούς καταβολής σε αυτόν της επίδικης παροχής, έστω και προώρως (ισχυρισμό που αυτός προέτεινε με τις προτάσεις του το πρώτον κατά την αρχική συζήτηση της κατ' αυτού έφεσης στις 4.12.2007) και περί ανάλωσης του πλουτισμού, απροόπτου μεταβολής των συνθηκών και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αναζήτησης του πλουτισμού εκ μέρους της εκκαλούσας - αντενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας λόγω της κατά άνω οικονομικής κρίσης στην οποία περιήλθε η χώρα και της παρόδου δεκαπενταετίας από την καταβολή της παροχής (ισχυρισμούς που αυτός προέτεινε το πρώτον κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού έφεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής), το τελευταίο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αυτοί έχουν προβληθεί απαραδέκτως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ.
β, 666 παρ.1, 115 παρ. 3 και 256 παρ.1 εδ. δ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το Ν. 4335/2015, καθότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προτάθηκαν προφορικά, ούτε καταχωρήθηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από τον αντεναγόμενο κατά τη συζήτηση της ανταγωγής, ούτε αυτός κατά τη συζήτηση της έφεσης προέβαλλε ότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ για την βραδεία προβολή τους.
Με επάλληλη δε αιτιολογία απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς ως μη νόμιμους με το ακόλουθο σκεπτικό: "Σε κάθε δε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η σχετική ένσταση [ενν. η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που ο αντεναγόμενος προέβαλε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη συζήτηση της κατ' αυτού έφεσης κατά τη δικάσιμο της 4.12.2007, επί της οποίας εκδόθηκε η αρχική με αριθ. 4498/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών] είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι από τα επικαλούμενα από τον αντεναγόμενο πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση της αξίωσης της αντενάγουσας καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη δε η επικαλουμένη κατά την παρούσα συζήτηση παρέλευση δεκαπενταετίας από τη γενομένη καταβολή δεν καθιστά την αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού αδικαιολόγητη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η ανταγωγή ασκήθηκε στις 21.10.2005. Περαιτέρω με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά την παρούσα συζήτηση ο αντεναγόμενος ισχυρίζεται απαραδέκτως το πρώτον, κατά τα ανωτέρω, α) ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται διότι αναλώθηκε για την κάλυψη των (μη προσδιοριζομένων πάντως) υποχρεώσεων και τη συνέχιση του τρόπου ζωής που είχε διαμορφώσει κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην αντενάγουσα και β) ότι η αξίωση προς επιστροφή του αιτουμένου ποσού ασκείται καταχρηστικά, λόγω και της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών που επήλθε κατά το διαδραμόντα χρόνο συνεπεία της γενικής οικονομικής κρίσης.
Ανεξαρτήτως του απαραδέκτου της προβολής τους κατά τα ανωτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι όπως προεκτέθηκε, ο πλουτισμός θεωρείται ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για την κάλυψη των δικών του αναγκών, τις οποίες θ' αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες, η γενική δε οικονομική κρίση δεν συνδέεται αιτιωδώς με την άσκηση της ένδικης αξίωσης της αντενάγουσας, η οποία πάντως έχει λάβει χώρα σε προγενέστερο χρόνο.
Κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί αυτοί του αντεναγομένου πρέπει ν' απορριφθούν...".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ., 909, 288 και 281 του ΑΚ τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε εκείνη του άρθρου 388 του ΑΚ που δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, αφού προϋποθέτει οφειλή από αμφοτεροβαρή σύμβαση.
Επομένως ο περί του αντιθέτου αληθώς εκτιμώμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς] τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, κατά το εν λόγω σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος κατά το από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, καθότι αυτός, ως εφεσίβλητος, είχε το δικαίωμα να προβάλλει τους πιο πάνω ισχυρισμούς το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, σύμφωνα με την περί τούτου διάταξη του άρθρου 527 αριθ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015 (ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης της αντενάγουσας - εκκαλούσας) πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Και τούτο διότι το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην επάλληλη αιτιολογία αυτής που αφορά το νόμω αβάσιμο των ως άνω ισχυρισμών, ο δε προβληθείς τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το άνω σκέλος του που αφορούσε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για την απόρριψη ως νομικά αβάσιμων των σχετικών ισχυρισμών δεν τελεσφόρησε κατά τα ήδη διαλαμβανόμενα.
Κατά συνέπεια η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης επαρκεί για τη στήριξη του ως άνω απορριπτικού διατακτικού της, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το παραδεκτό των ως άνω ισχυρισμών. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.11.2018 και με αριθ. κατάθ. 10565/857/19.11.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4085/13.8.2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ