Supreme Court dismisses appeal claiming trial court misread evidence, ruling it was a reviewable assessment not a reading error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court misread a letter and improperly considered evidence not formally contested. The court held that the lower court correctly evaluated the content of the documents and that the appellant's claims constituted an error in evidence assessment, which is not subject to appeal under the relevant civil procedure articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and 346 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a misreading of a document is inadmissible if the lower court correctly interpreted the document but drew a different evidentiary conclusion, as this constitutes a reviewable assessment of evidence rather than a diagnostic error in reading.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 450 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 450/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Λ. Α., το γένος Α. Μ. και 2) Λ. Α. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Ρουφάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7772/1999 μη οριστική, 5313/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3096/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά το άρθρο δε 346 ΚΠολΔ τα αποδεικτικά μέσα, που έχει προσκομίσει ένας διάδικος, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου. Από την τελευταία διάταξη, που καθιερώνει την αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι τα μέσα αποδείξεως, που προσκομίστηκαν νόμιμα, από ένα διάδικο, λαμβάνονται υπόψη για την απόδειξη όλων των αποδεικτέων γεγονότων, ακόμη και υπέρ του αντιδίκου του προσκομίσαντος (Ολομ ΑΠ 58/1978).
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ένα αποδεικτικό μέσο, το οποίο προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων και έτσι κατέστη κοινό μέσο αποδείξεως, ακόμη και προς απόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του, και αν αυτός δεν το είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα (ΑΠ 872/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα κατωτέρω αναφερόμενα περιστατικά, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και το από 5.8.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Φ. Δ. και το υπ' αριθ. ...87/1996 πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου Ελλάδος στη … προς απόδειξη των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων.
Όπως προκύπτει δε από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από 1.3.2017 προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, αυτός (αναιρεσείων) επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα τα ανωτέρω έγγραφα με αριθμό σχετικών 20 και 21, αντίστοιχα. Με την ως άνω νόμιμη προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα, αντίδικο των αναιρεσιβλήτων, τα πιο πάνω έγγραφα κατέστησαν κοινό μέσο αποδείξεως και συνεπώς το Εφετείο νομίμως (άρθρο 346 ΚΠολΔ) τα έλαβε υπόψη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυσή του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται αποκλειστικά κατά το διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε ρητή δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη.
Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία (ΑΠ 634/2011). Εξάλλου, ο έλεγχος της ύπαρξης ή μη δικαστικής ομολογίας στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αφορά, κατ' αρχήν, ομολογία, η οποία αποτελεί παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση, που απευθύνεται προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του (ΑΠ 1711/2008).
Το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του αντιδίκου και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογία. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο, αν όντως υπάρχει αμφισβήτηση των ισχυρισμών με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (ΑΠ 1227/2010).
Αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συνήγαγε, παρά ταύτα, ομολογία ιδρύεται ο παρών λόγος (ΑΠ 1720/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του) από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αν και το είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα, το από 23.4.1997 εξώδικο, που είχε αποστείλει ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) στους εναγομένους (και ήδη αναιρεσίβλητους), ζητώντας τους να παραιτηθούν από την υπό κρίση αγωγή εντός προθεσμίας τριών ημερών, γιατί διαφορετικά θα θεωρήσει ότι ενήργησαν από δόλο την -μέσω αυτής- δυσφήμισή του.
Από τη ρητή, όμως, μνεία, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, του εξωδίκου αυτού μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το έγγραφο αυτό και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, υπαγόμενος κατ' ορθή εκτίμηση στον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι στον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου), με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την, έχουσα ισχύ πλήρους αποδείξεως, δικαστική ομολογία των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς το ότι τον δυσφήμισαν από δόλο και εν γνώσει της αναλήθειας των διαδοθέντων με την αγωγή τους, ελέγχεται ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε μία τέτοια δικαστική ομολογία.
Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου αυτών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δεν προκύπτει διατύπωση ρητής δικαστικής ομολογίας αυτών για το ως άνω κρίσιμο γεγονός, ούτε συνάγεται έμμεση ομολογία τους για το ίδιο γεγονός, δεδομένου ότι αντίθετα προβάλλουν ειδική αμφισβήτηση περί του ότι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των διαδοθέντων.
Το δε συμπέρασμα, που συνάγει και επικαλείται ο ίδιος ο αναιρεσείων (για τη γνώση και το δόλο των αντιδίκων του) από το γεγονός ότι αυτοί, παρά το περιεχόμενο του ως άνω εξωδίκου του, δεν παραιτήθηκαν από την αγωγή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν συνιστά δικαστική ομολογία, ρητή ή σιωπηρά, όπως η έννοια αυτών εκτίθεται ανωτέρω, αλλά ένα αποδεικτικό επιχείρημα, ελεύθερα εκτιμώμενο από το δικαστήριο της ουσίας.
Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δικόγραφο απευθυνόμενο σε δικαστήριο.
Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367§1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Κατ' εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμισης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 265/2015, ΑΠ 1652/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ομοίως, δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 15/2006, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως ζητήματα επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει το λόγο αυτό αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο.
Έτσι, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει ο ισχυρισμός (λ.χ. ένσταση ή αντένσταση) να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2186/2007). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση ή αντένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου (ΑΠ 1850/2007).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού κατέληξε στο (μη πληττόμενο) αποδεικτικό συμπέρασμα ότι "...τα όσα η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με την από 12/3/1997 αγωγή της, τις παραπάνω προτάσεις της και την πιο πάνω προσθήκη-αντίκρουσή της, και ο δεύτερος εναγόμενος σύζυγός της Λ.
Α. κατέθεσε κατά την εξέτασή του την 20/5/1997, ως μάρτυς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδή...", ακολούθως, αναφορικά με το ζήτημα, κατά πόσο η διάδοση των δυσφημιστικών γεγονότων από τους εναγομένους έγινε εν γνώσει ή εν αγνοία της αναλήθειάς τους και στην τελευταία περίπτωση κατά πόσο ήταν βάσιμη η ένσταση αυτών ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον χάριν διαφυλάξεως δικαιώματος, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "...Την αναλήθεια όμως αυτών των ισχυρισμών δεν εγνώριζαν οι εναγόμενοι καθότι αυτοί απλά πίστευαν τον Φ.
Δ. και τον Δ. Μ.... οι οποίοι υπήρξαν η πηγή των γνώσεών τους αναφορικά με τα όσα στην αγωγή της η πρώτη εναγομένη κατά του ενάγοντος αναφέρει και οι οποίοι με το αναμφισβήτητο για αυτούς κύρος τους, τους έπεισαν για την αλήθεια των όσων η πρώτη εναγομένη με την αγωγή της, τις προτάσεις της και την προσθήκη-αντίκρουσή της ισχυρίσθηκε και ο δεύτερος εναγόμενος , σύζυγος της, κατέθεσε.
Συνέβαλε δε σ' αυτό και η αναμφισβήτητη φόρτιση στην οποία βρέθηκαν, αφού διαπίστωσαν ότι αγόρασαν ένα ακίνητο το οποίο κατ' ουσία θα περιέλθει σε αυτούς μετά από δεκαπέντε έτη τουλάχιστον με τους επαχθέστατους γι' αυτούς ως ιδιοκτήτες πλέον όρους, εξ αιτίας της μνημονευόμενης σύμβασης μίσθωσης, της οποίας αγνοούσαν την ύπαρξη.
Απόδειξη δε των παραπάνω είναι και το γεγονός ότι ο Φ. Δ. με τις μνημονευόμενες προτάσεις του συνομολόγησε το περιεχόμενο της αγωγής της πρώτης εναγομένης. Το ότι δύο έτη αργότερα, ο ίδιος ο Φ. Δ. με την από 6/4/1999 επιστολή του προς τον ενάγοντα, εκφράζει τη λύπη του για την αντιδικία αυτού (ενάγοντα) με το ζεύγος Α. (εναγόμενους), δηλώνει την εκτίμησή του προς αυτόν και αρνείται ότι ο ίδιος είπε οτιδήποτε από τα διισχυριζόμενα στους εναγόμενους τα οποία είναι ψευδή, ενώ δικαιολογεί την κίνησή του να δώσει, διά του υπ' αριθμ.
…32/17-2-1997 πληρεξουσίου της συμβ/φου Ε. Σ.-Κ., την εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του να συνομολογήσει τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής της πρώτης εναγομένης και τότε ενάγουσας, ουδόλως αναιρούν την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου για την έλλειψη δόλου των εναγομένων ως προς το ψευδές των ισχυρισμών τους, καθότι, η αλλαγή αυτή της στάσης του Φ.
Δ. έγινε ενόψει της παραίτησης του ενάγοντα από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής εις βάρος του και ενόψει του μεταξύ τους συμβιβασμού που επήλθε στη συνέχεια για την εκκρεμή εις βάρος του ποινική δίωξη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Άλλωστε, δεν αντέχει την κοινή λογική, ούτε ακολουθεί τη φήμη του Φ.
Δ., ως έγκριτου δικηγόρου, ο ισχυρισμός του ότι συνομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής της νυν πρώτης εναγομένης, εκ του "ασφαλούς", διότι ήξερε ότι η αγωγή αυτή ήταν έτσι κι αλλιώς απορριπτέα και η συνομολόγηση από αυτόν δεν θα ασκούσε έννομη επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Διότι η απόρριψη αυτής (αγωγής) έγινε για νομικούς λόγους και όχι ως ουσία αβάσιμη, σε περίπτωση δε τυχόν άσκησης εκ νέου αγωγής στηριζόμενης σε άλλη βάση (κυριότητας ή νομής), η συνομολόγηση των περιστατικών αυτών σαφώς και θα ασκούσε επιρροή ως εξώδικη ομολογία, ακόμα και αν δεν επαναλαμβανόταν ως δικαστική ομολογία στη νέα δίκη.
Εξάλλου και ο παραπάνω Δ. Μ. με την από 30/6/1997 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιώματος προς το δεύτερο εναγόμενο, αρνήθηκε ότι ο ίδιος είπε οτιδήποτε από αυτά που κατέθεσε ο δεύτερος εναγόμενος και ότι η πηγή της γνώσης του είναι αυτός. Οι δια της εξωδίκου του όμως αυτής, αρνητικοί ισχυρισμοί του Δ.
Μ., ανατρέπονται εκ της καταθέσεως του μάρτυρος Ι. Μ., δικηγόρου, συστεγαζόμενου με τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης εναγομένης, Γ. Π., ο οποίος εκτός των άλλων κατέθεσε ότι αυτός (Δ. Μ.) επιβεβαίωσε παρουσία του στο γραφείο τους όλα όσα τους είχε πει ο Φ. Δ. και ότι την προηγούμενη της εκδίκασης της πιο πάνω αγωγής της πρώτης εναγομένης της είχε υποσχεθεί ότι θα κατέθετε ως μάρτυς αποδείξεως και ότι αρνήθηκε να καταθέσει, δικαιολογώντας την άρνησή του στην αντιδικία του με τον εκκαλούντα.
Προέβη δε ακόμη στην άρνησή του αυτή καθ' υπόδειξη του αδελφού του καθηγητή. Άλλωστε ο Δ. Μ., είχε εγγράψει προσημείωση επί του επιδίκου διαμερίσματος-γραφείου, ύψους 33.000.000 δρχ, για την εξασφάλιση απαιτήσεώς του σε βάρος του Φ. Δ. και του υιού του Γ. Δ., είχε συμμετάσχει στον πλειστηριασμό της 15/1/1997 και είχε αναγγείλει στην επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο, συνολικές απαιτήσεις του εκ δρχ 60.000.000 περίπου.
Έτσι, λόγω της επαφής του αυτής και της σχέσεώς του με το Φ. Δ. και με το ένδικο διαμέρισμα-γραφείο, εύλογο ήταν να είναι σε θέση να πληροφορήσει τους δύο εναγόμενους για τις συνθήκες καταρτίσεως της επίμαχης μισθωτικής σχέσεως, όχι όμως από προσωπική αντίληψή του, αλλά όπως τον είχε πληροφορήσει ο ίδιος ο οφειλέτης του Φ.
Δ. . Έτσι, πέραν της ελλείψεως δόλου στο πρόσωπο της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων αναφορικά με τα ισχυριζόμενα από αυτούς ψευδή εν τέλει γεγονότα, και της μη κατά συνέπεια στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, η συμπεριφορά τους αυτή περαιτέρω δεν μπορεί να θεμελιώσει την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της απλής δυσφήμισης, καθότι η προβολή των ισχυρισμών αυτών, τους οποίους πίστευαν ως αληθείς, και ελλείπει παντελώς το υποκειμενικό στοιχείο γνώσεως του ψεύδους, έγινε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον τους να στηρίξουν την αγωγή της πρώτης εναγομένης και τα καλώς κατ' αντικειμενική κρίση εννοούμενα περιουσιακά συμφέροντά της, λόγω της ιδιότητάς της ως υπερθεματίστριας του ενδίκου μισθίου και ευλόγως ενδιαφερομένης στο ν' απαλλαγεί αυτό από τη μακροχρόνια μίσθωση που το βάραινε υπέρ του ενάγοντα, μετά από όσα είχε πληροφορηθεί η πρώτη εναγομένη από το Φ.
Δ.. Στη προκειμένη δε περίπτωση οι αναφορές της αγωγής αποτελούσαν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου αυτού ενδιαφέροντος (στήριξης της αγωγής) μέτρο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι βάσεις της αγωγής ήταν κύρια η απόδειξη της εικονικότητας της μνημονευόμενης σύμβασης μίσθωσης και επικουρικά η αντίθεση του περιεχομένου της σύμβασης αυτής στα χρηστά ήθη, ούσα καταπλεοναστική.
Ουδόλως δε, η ενάγουσα της αγωγής αυτής, πιστεύοντας την αλήθεια των ισχυρισμών της, μπορούσε να διαγνώσει τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, ως ο εκκαλών διατείνεται, καθότι η λογική αλληλουχία των εγγράφων που της χορηγήθηκαν από το Φ. Δ. και τα ισχυριζόμενα από αυτόν έδειχναν μια καταπλεοναστική εις βάρος του σύναψη συμφωνίας με τον ενάγοντα.
Επίσης , οι αναγκαίες αυτές ενέργειες και των δύο εναγομένων, εν όψει του σκοπού τους, του τρόπου εκδηλώσεώς τους και των λοιπών περιστάσεών τους εκτιμωμένων, δεν κατευθυνόταν ούτε στην προσβολή της τιμής του ενάγοντα, ούτε ενείχαν τέτοια αποδοχή από της πλευράς των εναγομένων, ούτε προδίδουν σκοπό εξυβρίσεώς του.
Άλλωστε, στην ίδια αγωγή της πρώτης εναγομένης, γινόταν και η μνεία ότι ... "πραγματοποίησα έρευνα στα πλαίσια της οποίας απευθύνθηκα στο β (τότε) εναγόμενο Φ. Δ., ως πρώην επικαρπωτή των ακινήτων, καθώς και σε άλλα πρόσωπα, που ήμουν σε θέση να γνωρίζω, από την οποία έρευνα συνέλεξα, διασταύρωσα και τεκμηρίωσα τις ακόλουθες πληροφορίες, σχετικά με την επικαλούμενη από τον α' εναγόμενο (και ήδη ενάγοντα) μισθωτική σχέση".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι, αφού επρόκειτο περί απλής δυσφημίσεως και η ένσταση των εναγομένων ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον χάριν διαφυλάξεως δικαιώματος ήταν βάσιμη, η αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για προσβολή της προσωπικότητάς του με δυσφήμιση ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη.
Για το λόγο αυτό απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως (κατά το πρώτο μέρος του) προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή του ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας όσων διέδωσαν σε βάρος του ενάγοντος διότι πληροφορήθηκαν αυτά από τους Φ.
Δ. και Δ. Μ. τους οποίους πίστεψαν. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις (σχετικά με την αλλαγή της στάσης του Φ. Δ., την εκτίμηση αυτού για την τύχη της αγωγής των αναιρεσίβλητων κ.α., γεγονότα στα οποία αναφέρεται το Εφετείο) ανάγονται σε επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως δεν συνιστούν κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και η "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο του προσβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται ομοίως αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης αναφορικά με τις παραδοχές του Εφετείου ότι οι εναγόμενοι, κατά την διατύπωση η μεν πρώτη της αγωγής και των προτάσεών της, ο δε δεύτερος της μαρτυρικής του καταθέσεως, δεν υπερέβησαν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο εκφράσεως για τη στήριξη της αγωγής, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός του ενάγοντος ως "τοκογλύφου" και άλλες σχετικές περί του προσώπου του μειωτικές αναφορές δεν ήταν απαραίτητο για τον ως άνω σκοπό.
Δηλαδή, με το λόγο αυτό αναιρέσεως προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογίας που συνδέεται με τη βασιμότητα ισχυρισμού ότι δεν επήλθε άρση του αδίκου της απλής δυσφήμισης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, διότι από τον τρόπο της εκδήλωσης της πράξης προέκυπτε σκοπός εξύβρισης από μέρους των εναγομένων, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός τους, αλλά εν γνώσει τους επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός συνιστά όπως προαναφέρθηκε αντένσταση (367 παρ. 2 ΠΚ) κατά της ενστάσεως των εναγομένων από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι είχε προβάλλει με παραδεκτό τρόπο στον πρώτο βαθμό (και επανέφερε με λόγο εφέσεως στο Εφετείο) μία τέτοια αντένσταση, ούτε αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν από αυτόν προς θεμελίωσή της, ώστε να κριθεί αν ήταν νόμιμος.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού κατά τα προαναφερόμενα για την πληρότητά του έπρεπε να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ότι είχε προβληθεί μία τέτοια αντένσταση, καθώς και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ανέγνωσε σωστά, το δικαστήριο συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 999/2014).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 6.4.1999 επιστολής του Φ. Δ. προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με το να δεχθεί ότι "...δεν αντέχει την κοινή λογική, ούτε ακολουθεί τη φήμη του Φ.
Δ., ως έγκριτου δικηγόρου, ο ισχυρισμός του ότι συνομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής της νυν πρώτης εναγομένης, εκ του "ασφαλούς", διότι ήξερε ότι η αγωγή αυτή ήταν έτσι κι αλλιώς απορριπτέα και η συνομολόγηση από αυτόν δεν θα ασκούσε έννομη επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Διότι η απόρριψη αυτής (αγωγής) έγινε για νομικούς λόγους και όχι ως ουσία αβάσιμη...", ενώ κατά τον αναιρεσείοντα, αν το Εφετείο συνεκτιμούσε και το "επίρρημα τυχόν" που αναγράφεται σ' αυτήν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο Φ.
Δ. δεν υπήρξε στην πραγματικότητα η πηγή των πληροφοριών των εναγομένων. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της ανωτέρω επιστολής προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου.
κατά την ανάγνωσή της.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2017 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3096/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ