450/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 450 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated450/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 450 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 450 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 450/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλυψώ Γούλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Κ. και 2) Μ., συζύγου Δ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16479/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2023/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 14-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) Οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης ή μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό, και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού, και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ7 άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το TL αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο υιός των εναγόντων Κ. Σ. γεννήθηκε στις 30-9-1975 και κατά το έτος 1998 διεγνώσθη ότι έπασχε από ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου, και χορηγήθηκε σ’ αυτόν φαρμακευτική αγωγή, ενώ νοσηλεύτηκε κατά χρονικά διαστήματα από 3-2-1998 ... έως 29-9-1999 στη Νευροψυχιατρική Κλινική "...", ... την οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται η δεύτερη εναγομένη ... και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης από 26-9-2000 έως ... και από ... έως 3-10-2003. ... Η διάγνωση που αναφέρεται ... είναι η σχιζοφρενική διαταραχή παρανοϊκού τύπου ... Λόγω της ως άνω ψυχικής νόσου ο Κ. Σ. απηλλάγη πλήρως από την υποχρέωση στράτευσης ... και κρίθηκε ανάπηρος ... σε ποσοστό άνω του 67% ... Στις 20 Δεκεμβρίου 2004 ο Κ. Σ., ευρισκόμενος στην οικία του και μολονότι ακολουθούσε σχετική φαρμακευτική αγωγή, εμφάνισε υπερένταση, έντονη ανησυχία και νευρικότητα. Ο πρώτος ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι η υγεία του υιού του επιδεινώθηκε και χρήζει άμεσης νοσοκομειακής περίθαλψης, τον έπεισε ... να μεταβούν σε Ψυχιατρική Κλινική. ... Έτσι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο άνω ασθενής, συνοδευόμενος από τον πατέρα του μετέβησαν ... στη Νευροψυχιατρική Κλινική "...", ... στην οποία ... είχε νοσηλευθεί προ τετραετίας. Ο πρώτος εναγόμενος, που είναι ιατρός νευρολόγος - ψυχίατρος, και ... εκτελούσε χρέη και επιστημονικού διευθυντή της άνω Ψυχιατρικής Κλινικής, εξέτασε τον ανωτέρω ασθενή και προέβη σε εισαγωγή αυτού στην Κλινική ... Ο ασθενής και ο ενάγων πατέρας του υπέγραψαν την από 20-12-2004 ... δήλωση, στην οποία ... αναγράφεται ότι: "Μου έχει γνωστοποιηθεί ότι κάθε ψυχικά άρρωστος είναι δυνατόν να προβεί σε πράξεις αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονικές ... να εκτελέσει πράξεις βίας, ... να εξέλθει άνευ γνώσεως των ιθυνόντων της κλινικής, ... παρ’ όλα τα μέτρα που λαμβάνει ή συστήνει η κλινική ...". Στο ... ενημερωτικό σημείωμα ... αναγράφεται ως προσωρινώς διαγνωσθείσα από τον ως άνω θεράποντα ιατρό ψυχική νόσος της σχιζοφρενικής ψύχωσης, ... ενώ η περιγραφή της κλινικής εικόνας του ασθενούς είναι τελείως διαφορετική ... Συγκεκριμένα στο ... ενημερωτικό σημείωμα η κλινική εικόνα του ... περιγράφεται ως εξής: "Προσέρχεται συνοδεία του πατέρα του. Περιπατητικός, ήρεμος ψυχοκινητικά, δέχεται πρόθυμα την εισαγωγή του. ... Ο ασθενής ζήτησε ο ίδιος να τον φέρει ο πατέρας του για να νοσηλευθεί ... Δεν αναφέρεται ... αυτοεπιθετική πράξη στο παρελθόν ... Δεν αναφέρονται ακουστικές ψευδαισθήσεις. ... Πλήρως προσανατολισμένος ως προς το χώρο, χρόνο, ... τρίτα πρόσωπα ...". Με τα δεδομένα αυτά κρίνοντας ο πρώτος εναγόμενος ως αναγκαία για τη θεραπεία του εν λόγω ασθενούς την φαρμακευτική αγωγή και την εισαγωγή του στην άνω κλινική, οδηγήθηκε ο τελευταίος στον με αριθμό … κοινό τρίκλινο θάλαμο νοσηλείας, στο οποίο νοσηλευόταν και ο ασθενής Μ. Λ., πάσχων από ψυχική διαταραχή. Ωστόσο, ο πρώτος εναγόμενος, ως επιστημονικός διευθυντής της εν λόγω κλινικής, γνώριζε ότι ο θάλαμος αυτός δεν παρείχε την προβλεπόμενη ... ασφάλεια, καθόσον στο λουτρό που υπήρχε σ’ αυτόν οι σωληνώσεις του καλοριφέρ ήταν παράλληλες με το δάπεδο και εμφανείς, μολονότι τούτο ρητά απαγορεύεται, καθόσον αποτελεί πρόσφορο μέσον αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονιών. Για την επόμενη ημέρα της νοσηλείας του Κ. Σ., ήτοι 21-12-2004, δεν προκύπτει ... η κατάσταση της υγείας του ... και η εξέλιξη της ιατρικής του πορείας, ενόψει και της χορηγηθείσης & αυτόν φαρμακευτικής αγωγής. ... Περί ώρα 15.50 περίπου και ενώ από το θάλαμο απουσίαζε ο νοσηλευόμενος Μ. Λ., πήρε ο Κ. Σ. από τα υποδήματα του τελευταίου τα κορδόνια, εισήλθε στο λουτρό και έδεσε αυτά στις εμφανείς σωληνώσεις του καλοριφέρ και απαγχονίστηκε. Όταν ο ανωτέρω Μ. Λ. μετέβη στο θάλαμο και διαπίστωσε τον απαγχονισμό του Κ. Σ. ενημέρωσε αμέσως τον εφημερεύοντα ιατρό, ... ο οποίος προσέτρεξε και κόβοντας τη θηλιά από το λαιμό του αυτόχειρα, κατέβασε τούτον, με τη βοήθεια του νοσηλευτικού προσωπικού, και προέβη σε καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ), πλην όμως είχε ήδη επέλθει ο θάνατος του. ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων ... υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την από 24-1-2005 έγκληση του, με την οποία ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του πρώτου εναγομένου για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης ζητήθηκε η διενέργεια ένορκης διοικητικής έρευνας ... Η διενεργήσασα την ένορκη διοικητική εξέταση επιθεωρήτρια Α. Μ. ... κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κλινική της εναγομένης εταιρείας λειτουργεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και ότι λαμβάνονται σ’ αυτήν όλα τα μέτρα ασφαλείας και η επίμαχη αυτοκτονία αποτελεί απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο παρά τη λήψη από την πλευρά της κλινικής όλων των ανθρωπίνως δυνατόν να προβλεφθούν μέτρων ασφαλείας δεν κατέστη δυνατό να αποτραπεί. ... Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης με ... διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η ως άνω έγκληση, με την αιτιολογία ότι η επίμαχη αυτοκτονία αποτελεί απρόβλεπτο γεγονός και ότι η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία είχε λάβει όλα τα μέτρα ασφαλείας τόσο από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού όσο και από πλευράς εγκαταστάσεων. Κατά της άνω διατάξεως άσκησε ο πρώτος ενάγων ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ... προσφυγή, η οποία όμως ... απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την αιτιολογία ότι ο άνω ασθενής κατά την εισαγωγή του στην κλινική δεν εμφάνισε σημεία ενδεικτικά έξαρσης της ασθένειας του ή δηλωτικά έστω και καθ’ υποψία υποκείμενης επικινδυνότητας του και στο ιστορικό του δεν είχε καταγραφεί εμφάνιση τέτοιων τάσεων αυτοκτονίας και η ύπαρξη εντός του θαλάμου υποδημάτων με κορδόνια δεν συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόσφορη αιτία επελεύσεως του θανάτου του. Ωστόσο, από το περιεχόμενο των άνω εισαγγελικών διατάξεων προκύπτει ότι για τη διαμόρφωση των αναφερόμενων σ’ αυτές πορισμάτων, όχι μόνο δεν αξιολογείται η ύπαρξη στο λουτροκαμπινέ του ως άνω θαλάμου των παράλληλων προς το δάπεδο εμφανών σωληνώσεων του καλοριφέρ, αλλά και ούτε ακροθιγώς δεν γίνεται μνεία περί ύπαρξης τούτων, μολονότι ρητά απαγορεύεται η ύπαρξη εμφανών σωληνώσεων στις ψυχιατρικές κλινικές ... Από τη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι ο προαναφερόμενος θάλαμος νοσηλείας δεν πληρούσε τους απαιτούμενους όρους ασφαλείας για τη θεραπεία και για την προστασία της υγείας του νοσηλευόμενου Κ. Σ., που να αποκλείουν τον αυτοτραυματισμό του ή την αυτοκτονία του, σκοπό για τον οποίο έγινε η εισαγωγή του σε αυτό, ενόψει του ότι αυτός έπασχε από σχιζοφρένεια, έχουσα υψηλό δείκτη απόπειρας αυτοκτονιών και αυτοκτονιών και οι πάσχοντες από αυτήν ... πολλές φορές δεν ομολογούν τις αυτοκτονικές των τάσεις και ενεργούν εντελώς παρορμητικά και απρόβλεπτα, καθόσον ... υπήρχαν στο λουτρό του θαλάμου παράλληλες με το δάπεδο εμφανείς σωληνώσεις, οι οποίες ρητά απαγορεύονται ως θεωρούμενες από το νομοθέτη παράγοντες κινδύνου και πρόσφορο μέσον προς πραγμάτωση των αυτοκτονικών τάσεων των ψυχικά πασχόντων. Άλλωστε και κατ’ αντικειμενική κρίση η άμεση διαθεσιμότητα των άνω εμφανών σωληνώσεων, που συνιστούν και κατά την κοινή πείρα μέσα πραγμάτωσης της πράξης της αυτοκτονίας, και μάλιστα εντός του λουτρού του θαλάμου νοσηλείας, που, εκ λόγων σεβασμού στην αξιοπρέπεια των νοσηλευομένων, δεν είναι δυνατή η εποπτεία μέσω οπτικοακουστικών συστημάτων, αποτελούν παράγοντες κινδύνου αυτοκτονίας των νοσηλευόμενων ασθενών. ... Εξάλλου, ... η μεν δεύτερη εναγομένη εταιρεία είχε ειδική υποχρέωση για συμμόρφωση στις διατάξεις του π.δ. 517/1991, που καθορίζουν τις τεχνικές προδιαγραφές των ψυχιατρικών κλινικών και επιβάλλουν αυξημένους όρους ασφαλείας και ομαλής λειτουργίας και ρητώς απαγορεύουν την ύπαρξη εμφανών σωληνώσεων στους χώρους ψυχιατρικής κλινικής, και δεν φρόντισε να προβεί στην κάλυψη τούτων, ο δε πρώτος εναγόμενος, ως εκ της ιδιότητας του επιστημονικού διευθυντή της άνω ψυχιατρικής κλινικής και προστηθείς υπό της εναγομένης, είχε υποχρέωση εκ του νόμου να φροντίσει για την προστασία της ζωής του ψυχασθενούς Κ. Σ., που ο ίδιος αποφάσισε την νοσηλεία αυτού στην Κλινική και, ειδικότερα, να επιμεληθεί ώστε τηρουμένων όλων των όρων ασφαλείας, να παρέχει ο θάλαμος νοσηλείας του ως άνω ασθενούς τού, πλήρη ασφάλεια, που να αποκλείει τον αυτοτραυματισμό ή την αυτοκτονία του, και μάλιστα, μολονότι ως... θεράπων ιατρός του ανωτέρω (Κ. Σ.) τελούσε σε πλήρη γνώση του ιατρικού ιστορικού του και της σχιζοφρενικής ψύχωσης, από την οποία έπασχε, και γνώριζε ως εξειδικευμένος και έμπειρος νευρολόγος - ψυχίατρος, ότι η μη εκδήλωση από τον ανωτέρω ασθενή αυτοκτονικού ιδεασμού ή μη ομολογία τούτου, δεν υποδηλώνει και την ανυπαρξία του καθώς και την μη πραγμάτωση αυτοκτονικών πράξεων παρορμητικά και σε οποιοδήποτε χρόνο, δεν φρόντισε, ώστε να μην εισαχθεί ο ανωτέρω ασθενής του στον επίμαχο θάλαμο, στην τουαλέτα του οποίου υπήρχαν εμφανείς σωληνώσεις, και παρέλειψε να παράσχει στο νοσηλευτικό προσωπικό σαφείς οδηγίες ώστε να εισαχθεί ο άνω ασθενής σε ασφαλή θάλαμο νοσηλείας, που να μην υπάρχει ο ως άνω παράγων κινδύνου, για την αποφυγή αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας του στην περίπτωση παρορμητικής ενέργειας τούτου. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων, ήταν ο Κ. Σ. να αυτοκτονήσει χρησιμοποιώντας τις εμφανείς σωληνώσεις του καλοριφέρ του λουτροαποχωρητηρίου του θαλάμου νοσηλείας του, που αποτελούσαν πρόσφορη συνθήκη της αυτοκτονίας δι’ απαγχονισμού σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης πείρας και λογικής. Συνακόλουθα τούτων, ο ισχυρισμός περί του ότι ο πρώτος εναγόμενος ως θεράπων ιατρός δεν έχει υποχρέωση για την τήρηση των προϋποθέσεων της υλικοτεχνικής υποδομής και δεν ευθύνεται για τις συνέπειες των ελλείψεών τους, αφού δεν συνδέονται αυτές με την μη συμμόρφωσή του προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, καθόσον προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία για την παροχή στην κλινική της, του επιστημονικού του έργου και την επιλογή της ορθής μεθοδολογίας αντιμετώπισης του ιατρικού περιστατικού και την υπόδειξη της αντίστοιχης φαρμακευτικής αγωγής, όπως και έπραξε, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ως άνω κριθείσα υποχρέωση του απορρέει από την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού του θανόντα Κ. Σ., ενώ η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση για τη φροντίδα της προστασίας της ζωής του τελευταίου, που νοσηλεύθηκε στην άνω κλινική, απορρέει από την ιδιότητα του Επιστημονικού Διευθυντή της άνω ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής της εναγομένης εταιρείας και προστηθέντος υπ’ αυτής. Ωσαύτως, και ο ισχυρισμός περί του ότι η αυτοκτονία δι’ απαγχονισμού συνιστά απρόβλεπτη και παρορμητική συμπεριφορά του Κ. Σ., καθόσον από το ιατρικό ιστορικό του δεν προέκυπτε καταθλιπτικό επεισόδιο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι ένα από τα χαρακτηριστικά της ανωτέρω ψυχικής νόσου, είναι ότι οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια λειτουργούν πολλές φορές παρορμητικά και απρόβλεπτα και μπορεί να προβούν σε αυτοκτονία (το ποσοστό της οποίας είναι υψηλό) χωρίς να έχουν εκδηλώσει ή να ομολογήσουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ασθένειας των τις υπάρχουσες αυτοκτονικές τάσεις... Επίσης ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, περί του ότι, η αυτοκτονία δι’ απαγχονισμού του ανωτέρω ασθενούς δεν οφείλεται στην εκ μέρους της παράλειψη οφειλομένων μέτρων ασφαλείας, καθόσον με την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του ΠΔ 247/1991 καθώς και με την έκθεση της προαναφερομένης Επιθεωρήτριας, βεβαιώθηκε η καλή λειτουργία της Κλινικής και η τήρηση απαρεγκλίτως όλων των όρων ασφαλείας, ελέγχεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθόσον... στις ως άνω εκθέσεις παραλείπεται ο έλεγχος του επίμαχου θαλάμου νοσηλείας του θανόντος, στον οποίο υπήρχαν εμφανείς και παράλληλες με το δάπεδο σωληνώσεις εντός του λουτρού κατά παράβαση των διατάξεων του ΠΔ 517/1991, που καθορίζει τις τεχνικές Προδιαγραφές των ψυχιατρικών κλινικών και τους αυξημένους όρους ασφάλειας των θαλάμων νοσηλείας των ψυχασθενών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο τούτο κρίνει ότι 1) αναφορικά με τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, η παράνομη παράλειψη των οργάνων της μεταξύ των οποίων και του πρώτου εναγομένου που εκτελούσε καθήκοντα Επιστημονικού Διευθυντή της ψυχιατρικής Κλινικής και συνδέεται μαζί του με σχέση προστήσεως να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας του πάσχοντος από σχιζοφρένεια Κ. Σ., ήτοι να νοσηλευθεί σε θάλαμο ο οποίος παρείχε πλήρη ασφάλεια, που να αποκλείει τον αυτοτραυματισμό ή την αυτοκτονία του, έχει αιτιώδη συνάφεια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με την αυτοκτονία δι’ απαγχονισμού του τελευταίου και εντεύθεν το θάνατο του, ο οποίος δεν θα συνέβαινε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν είχαν ληφθεί τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, και δη εάν είχε νοσηλευθεί σε ασφαλή θάλαμο που δεν διέθετε μέσον πραγμάτωσης αυτοκτονίας, αφού την ευθύνη για την εισαγωγή και παραμονή του ασθενή σε ασφαλή θάλαμο που παρέχει τους προβλεπόμενους από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις αυξημένους όρους ασφαλείας φέρουν τα αρμόδια όργανά της. Και τούτο, ανεξάρτητα από τον τρόπο εισαγωγής του ασθενούς (με τη συγκατάθεση του με τη διαδικασία της εκούσιας νοσηλείας) και από το γεγονός ότι προ και κατά την εισαγωγή του στην Κλινική δεν είχε εκδηλώσει ή ομολογήσει τις υπάρχουσες αυτοκτονικές του τάσεις, καθόσον τούτο δεν είναι σπάνιο στους σχιζοφρενείς και μη προβλέψιμο στην ψυχιατρική επιστήμη. Ειδικότερα, η νοσηλεία του άνω ασθενούς στον επίμαχο θάλαμο, στον οποίο υπήρχε σε άμεση διαθεσιμότητα μέσο με το οποίο θα μπορούσε να πραγματωθεί η αυτοκτονία, και δη οι παράλληλες με το δάπεδο εμφανείς σωλήνες του καλοριφέρ του λουτρού, που ως παράγων κινδύνου αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας, ρητώς απαγορεύεται και η χρησιμοποίηση τούτων από τον ως άνω ασθενή τη δεύτερη ημέρα της νοσηλείας του προς πραγμάτωση της αυτοκτονίας του, οφείλεται στην αθέτηση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης των οργάνων της εναγομένης εταιρείας για τη φροντίδα της προστασίας της ζωής του πάσχοντος από σχιζοφρένεια ασθενούς, τα οποία παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα που φορούσαν την ασφαλή οργάνωση του χώρου νοσηλείας του, και η παράλειψη αυτή συνέβαλε αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα ενώ ο κίνδυνος επέλευσης του, με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, μπορούσε να αποτραπεί. 2) αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο, νευρολόγο-ψυχίατρο, που εκτελούσε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο καθήκοντα Επιστημονικού Διευθυντή της ψυχιατρικής Κλινικής της δεύτερης εναγομένης εταιρείας και ως εκ της ιδιότητας του αυτής τελούσε σε σχέση πρόστησης με αυτήν, μολονότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ως Επιστημονικός Διευθυντής ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής, να φροντίζει για την προστασία της ζωής των ψυχασθενών που νοσηλεύονται στην κλινική και, ειδικότερα, να φροντίσει ώστε ο θάλαμος νοσηλείας του σχιζοφρενούς Κ. Σ. (του οποίου μάλιστα ήταν και ο θεράπων ιατρός) να παρέχει πλήρη ασφάλεια, που να αποκλείει τον αυτοτραυματισμό ή την αυτοκτονία του, και παρόλο που γνώριζε, και σε κάθε περίπτωση μπορούσε να προβλέψει, ότι, σύμφωνα με τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ο Κ. Σ., ήταν ένας ασθενής, που ειδικά κατά τις πρώτες ημέρες νοσηλείας του και προτού η χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή αναπτύξει την κατασταλτική της δράση, ήταν πολύ πιθανό, λόγω της ψυχικής του νόσου, να επιχειρήσει να αυτοκτονήσει και τούτο ανεξαρτήτως του εάν αυτός προ και κατά την εισαγωγή του στην Κλινική δεν είχε εκδηλώσει ή ομολογήσει τις υπάρχουσες αυτοκτονικές του τάσεις, καθόσον τούτο συμβαίνει πολλές φορές στους σχιζοφρενείς, και συνεπώς κατά λογική ακολουθία είναι προβλέψιμο στην ψυχιατρική επιστήμη, από αμέλεια του, εξαιτίας ανεπιτηδειότητας ή απροσεξίας κατά το χρόνο εισαγωγής του θανόντος, δεν αξιολόγησε ορθώς τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του θανόντος, καίτοι και ως θεράπων ιατρός του γνώριζε το ιατρικό ιστορικό του, από το οποίο προέκυπτε, αφενός μεν, ότι ουδέποτε είχε θεραπευτεί ή παρουσιάσει βελτίωση της υγείας του, αφετέρου δε, ότι η κατάσταση της ασθένειας του παρουσίαζε διαρκώς υποτροπές, με αποτέλεσμα να εισέρχεται και να εξέρχεται από διάφορα δημόσια και ιδιωτικά ψυχιατρικά ιδρύματα, λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο να επιδείξει απρόβλεπτη και παρορμητική συμπεριφορά προέβαλλε από τις ειδικές περιστάσεις εξαιρετικά πιθανό, δεν μερίμνησε, ώστε ο Κ. Σ. να μην εισαχθεί στον επίμαχο θάλαμο νοσηλείας, καθόσον ως εκ της ως άνω ιδιότητας του Επιστημονικού Διευθυντή, γνώριζε και εν πάση περιπτώσει έπρεπε να γνωρίζει, ότι ο εν λόγω θάλαμος δεν παρέχει την αναγκαία κατά νόμο ασφάλεια για την νοσηλεία του άνω ασθενή, καθόσον σε αυτόν υπήρχαν, σε άμεση διαθεσιμότητα οι παράλληλες με το δάπεδο εμφανείς σωληνώσεις του καλοριφέρ του λουτρού, που αποτελούσαν παράγοντες κινδύνου για αυτοτραυματισμό ή αυτοκτονία του και έτσι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, την οποία όμως θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα, κάθε συνετός και επιμελής Επιστημονικός Διευθυντής ψυχιατρικής κλινικής, παρέλειψε, αν και είχε σχετική υποχρέωση να λάβει τα απαιτούμενα αποτελεσματικά μέτρα, ώστε να αποκλείσει την περίπτωση αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας του άνω ασθενούς, η παράλειψη δε αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ήτοι την αυτοκτονία δι’ απαγχονισμού του σχιζοφρενούς Κ. Σ., αφού στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν πιθανή σε βαθμό που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, η επέλευση του, σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης πείρας και λογικής. Ενόψει τούτων, στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων και εντεύθεν υποχρέωση τούτων για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες εξαιτίας του θανάτου του υιού των που αυτοκτόνησε δι’ απαγχονισμού, την επόμενη ημέρα της νοσηλείας" του στην Κλινική της εναγομένης εταιρείας, στην οποία εισήλθε για θεραπεία της σχιζοφρένειας από την οποία έπασχε. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο σταθμίζοντας όλα τα ως άνω περιστατικά και τις προαναφερόμενες συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, το νεαρό της ηλικίας του θανόντος αλλά και την ιδιαίτερα βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του, τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του, ήτοι με αυτοκτονία δι’ απαγχονισμού σε εξαιρετικά βραχύ χρονικό διάστημα από την εισαγωγή του στην Κλινική της εναγομένης εταιρείας, λόγω παράνομων παραλείψεων των οργάνων αυτής και του πρώτου εναγομένου έχοντος την ιδιότητα του Επιστημονικού Διευθυντή της Κλινικής την ένταση της ευθύνης των εναγομένων, οι οποίοι, αν και γνώριζαν ότι ο θάλαμος νοσηλείας στον οποίο εισήγαγαν το άνω ασθενή δεν παρέχει την κατά νόμο ασφάλεια εξαιτίας της εκ μέρους των παραβάσεων των σχετικών διατάξεων που επιτάσσουν αυξημένους όρους ασφάλειας για τους θαλάμους νοσηλείας των ψυχασθενών και ότι η ύπαρξη σ’ αυτό εμφανών σωληνώσεων εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή του, δεν έπραξαν τα δέοντα για να αποκλείσουν την περίπτωση αυτοτραυματισμού του ή αυτοκτονίας, το γεγονός ότι πρόκειται, αφενός μεν, για ψυχιατρική Κλινική, η οποία, λόγω της αποστολής της, είναι επιφορτισμένη να προσφέρει υπηρεσίες υγείας προς τους ψυχικά πάσχοντες ασθενείς που απευθύνονται προς αυτή και να προστατεύει με αυξημένα μέτρα ασφάλειας τη σωματική τους ακεραιότητα και τη ζωή τους από τις εκδηλούμενες λόγω των ψυχικών τους παθήσεων αυτοκαταστροφικές τάσεις και αφετέρου για τον Επιστημονικό Διευθυντή της Κλινικής, που, ως όργανο της εναγομένης εταιρείας και λόγω ακριβώς του λειτουργήματος του, έχει κατά τον νόμο ειδική υποχρέωση να φροντίζει για την προστασία της ζωής των ψυχασθενών που νοσηλεύονται στην κλινική και, ειδικότερα, πρέπει να μεριμνά ώστε οι θάλαμοι νοσηλείας των ψυχασθενών να παρέχουν πλήρη ασφάλεια, που να αποκλείει τον αυτοτραυματισμό ή την αυτοκτονία τους, τη στενότατη συγγενική σχέση του θανόντος με τους ενάγοντες, στους οποίους ο θάνατος του υιού τους και μάλιστα υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, προκάλεσε μεγάλη θλίψη και αφόρητο ψυχικό πόνο και τις επικαλούμενες από τη δεύτερη ενάγουσα συνέπειες του θανάτου στην προσωπική της ζωή και στην υγεία της, οι οποίες κρίνονται και ως κατ’ ουσίαν βάσιμες, καθόσον... εξαιτίας του απροσδόκητου θανάτου του υιού της, υπέστη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και νοσηλεύεται συνεχώς και για μεγάλα χρονικά διάστημα σε διάφορες δημόσιες και ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές... σε συνδυασμό και με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ο καθένας εκ των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων - εφεσίβλητων έχει υποχρέωση να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητους προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης του που έχουν υπέστη, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00 Ευρώ), το οποίο, μετά στάθμιση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων, σύμφωνα και με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής κρίνεται εύλογο και ανάλογο με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και είναι σύμφωνο με το σκοπό και το μέτρο στο οποίο απέβλεψαν χωρίς να καταλήγει σε οικονομική εξουθένωση των εναγομένων και να επιφέρει αδικαιολόγητο πλουτισμό στους ενάγοντες".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε καθορίσει το ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως σε 50.000 ευρώ για τον καθένα τους, αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες έχουν υποχρέωση να τους καταβάλουν, ο καθένας τους εις ολόκληρον, το ποσόν των 80.000 ευρώ στον καθένα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 1 επ. π.δ. 247/1991 και 1, 5 π.δ. 517/1991, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν στην εξεταζόμενη περίπτωση, κατά τις ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, από τις οποίες ειδικότερα προκύπτει η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, που συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατο του υιού των αναιρεσιβλήτων και γεννά την υποχρέωση τους να τους καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, προσάπτοντας ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες: α) ότι για να θεμελιώσει την ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος συνέδεσε τις υποχρεώσεις αυτού, ως επιστημονικού διευθυντή της ψυχιατρικής κλινικής της δεύτερης αναιρεσείουσας, με τις υποχρεώσεις της τελευταίας, οι οποίες πράγματι της επιβάλλουν να τηρεί τις αναφερόμενες στο νόμο προϋποθέσεις ως προς την υλικοτεχνική υποδομή των κτηρίων, όπου στεγάζονται ψυχιατρικές κλινικές, όπως είναι η έλλειψη εμφανών σωληνώσεων στους θαλάμους νοσηλείας των ψυχασθενών, προκειμένου να φέρει και αυτός τη σχετική ευθύνη από την τυχόν έλλειψη τους, διευρύνοντας με τον τρόπο αυτό μη νόμιμα τις υποχρεώσεις του ως επιστημονικού διευθυντή, όπως αυτές ορίζονται ρητά στις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 π.δ. 247/1991, και σύμφωνα με τις οποίες ο επιστημονικός διευθυντής: αα) είναι υπεύθυνος για τη διάγνωση και θεραπεία κατά τους κανόνες της επιστήμης των νοσηλευόμενων ασθενών που υπάγονται στη δικαιοδοσία του και ββ) κατανέμει την εργασία στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που υπάγεται στη δικαιοδοσία του, συντονίζει τα της θεραπείας των ασθενών και κανονίζει την εν γένει φαρμακευτική και διαιτητική αγωγή, και β) ότι προκειμένου να θεμελιώσει την ευθύνη της δεύτερης αναιρεσείουσας, αναφορικά με τη μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας, περιορίσθηκε και επικεντρώθηκε στην ύπαρξη εμφανών σωληνώσεων στο θάλαμο νοσηλείας του θανόντος, χωρίς να κάνει μνεία περαιτέρω και στη μη επιλογή άλλου ασφαλούς θαλάμου. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι δεν μερίμνησε αυτός ώστε να μη εισαχθεί ο ασθενής στον επίμαχο θάλαμο νοσηλείας, στον οποίο γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι υπήρχαν οι εμφανείς σωληνώσεις του καλοριφέρ, που αποτελούσαν παράγοντα κινδύνου για αυτοτραυματισμό ή αυτοκτονία του ασθενούς, και παρέλειψε, αν και είχε νομική προς τούτο υποχρέωση, να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, ώστε να αποκλείσει την περίπτωση αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας, να νοσηλευθεί δηλαδή σε θάλαμο πλήρους ασφαλείας (που διέθετε η κλινική), η δε παράλειψη του αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, γιατί ήταν πιθανή η επέλευση του σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας.
Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως του πιο πάνω άρθρου του π.δ. 247/1991, αφού δεν έγινε καμιά σύνδεση των υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσείοντος, ως επιστημονικού διευθυντή - ιατρού, με τις υποχρεώσεις της δεύτερης αναιρεσείουσας σχετικά με τις υποχρεώσεις της τελευταίας για την τήρηση των απαιτούμενων προϋποθέσεων ως προς την υλικοτεχνική υποδομή του εν λόγω θαλάμου νοσηλείας. Ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού, με το πρόσχημα της πλημμέλειας ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης της δεύτερης αναιρεσείουσας, επιχειρείται η επαναξιολόγηση των αποδείξεων η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ* άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ρητά αναφέρεται στις παραδοχές του Εφετείου ότι ο ασθενής έπρεπε να νοσηλευθεί σε θάλαμο που παρείχε πλήρη ασφάλεια, (χωρίς δηλαδή την ύπαρξη των επίμαχων σωληνώσεων), τον οποίο και διέθετε η κλινική, ώστε να αποκλείεται ο αυτοτραυματισμός ή η αυτοκτονία του ασθενούς.
Περαιτέρω, με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ως προς την τήρηση ή μη των μέτρων ασφαλείας, που στοιχειοθετεί την κατάφαση της αδικοπρακτικής τους ευθύνης κατ’ άρθρο 914 ΑΚ, καθώς και στα αίτια της αυτοκτονίας του ασθενούς, που κατά την άποψη τους οφείλεται σε απρόβλεπτη και παρορμητική ενέργεια εκ μέρους του, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Συγκεκριμένα επικαλούνται ότι το Εφετείο: α) εξήρε τα πορίσματα και τα ποσοστά αυτοκτονιών που αναγράφονται στην φωτοτυπία του συγγράμματος των ... και τίτλο "...", που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, και το οποίο μάλιστα δεν φέρει χρονολογία εκδόσεως, ενώ δεν προκύπτει επαρκώς και ο χαρακτηρισμός του ως "επίσημη ψυχιατρική βιβλιογραφία", απέρριψε δε παράλληλα τον ισχυρισμό που είχαν προβάλει αυτοί για υποτριπλασιασμό των ποσοστών αυτοκτονιών, που στηριζόταν στην έρευνα των "...", την οποία προσκόμισαν νόμιμα, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι ως χρόνος εκδόσεως της τελευταίας αναφέρεται ο μήνας Νοέμβριος του έτους 2006, δηλαδή μεταγενέστερος του χρόνου αυτοκτονίας του υιού των αναιρεσιβλήτων, ενώ το αληθές είναι ότι χρόνος εκδόσεως είναι ο Νοέμβριος 2005, με στοιχεία δηλαδή της έρευνας που είχαν συλλέγει σε προγενέστερο χρόνο και ταυτίζονται χρονικά με τον κρίσιμο, και β) έκρινε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ε. Γ. δεν ήταν πειστική. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του με τη μορφή των ανεπαρκών αιτιολογιών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο, δεδομένου ότι με τις αιτιάσεις αυτές επιχειρείται επαναξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της αδικοπρακτικής τους ευθύνης για το θάνατο του υιού των αναιρεσίβλητων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα τρία έγγραφα: α) τις 92/2005 και 316/2005 διατάξεις του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, και β) την …/2005 πορισματική έκθεση της Επιθεωρήτριας Υγείας Α. Μ.. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα τρία αυτά έγγραφα, τα οποία μάλιστα ρητά μνημονεύει και για τα οποία προβαίνει σε ιδιαίτερη αξιολόγηση για το καθένα. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο αποτελούν ουσιαστικές προσεγγίσεις των εγγράφων αυτών εκ μέρους των αναίρεσε ιόντων, οι οποίοι τα εκτιμούν διαφορετικά, πλην όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, και δεν συνιστούν τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2014 αίτηση των 1) Α. Χ. και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της 2023/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ