450/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated450/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη δε του άρθρου 281 του ΑΚ, για την κατάχρηση δικαιώματος, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 ΚΠολΔ ενόσω ίσχυε μέχρι την αντικατάσταση του αρχικά με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 και ακολούθως με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή, ότι: "1.
Full text
Απόφαση 450 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 450/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., και 2) Ο. συζ. Α. Μ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γιαννάκη Ιωάννου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Τ., κατοίκου ..., και 2) Β. Α. του Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Συμεών Γιαννιώτη - Γαλανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5/1988 αγωγή της αρχικής διαδίκου Χ. Α. (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/1988 μη οριστική, 161/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1407/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4/10/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 398/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούντες με την από 4/9/2014 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 5/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ, η λήψη η μη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Πράγματα, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 12/1996). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο ως ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή αν ο λόγος έφεσης ήταν επουσιώδης και αλυσιτελής, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη δε του άρθρου 281 του ΑΚ, για την κατάχρηση δικαιώματος, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 ΚΠολΔ ενόσω ίσχυε μέχρι την αντικατάσταση του αρχικά με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 και ακολούθως με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή, ότι: "1.
Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται κατά την πρώτη συζήτηση με τις προτάσεις διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. 2. Μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά και μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο α)αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και στην ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου" και εκείνη του άρθρου 262 παρ 1 εδ.1 ΚΠολΔ, ότι: "η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν", προκύπτει, ότι για την πληρότητά της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης και επομένως για το παραδεκτό, από την άποψη του χρόνου το χρόνου προβολής της, δεν αρκεί τα περιστατικά που συγκροτούν την (κατά τον ασκούντα την ένσταση) κατάχρηση να προβάλλονται από τον εναγόμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά και ταυτόχρονα να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ.ΑΠ 472/1983).
Ενώ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ.2, 269 παρ.2. και 527 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο εφεσίβλητος, προς θεμελίωση της ένστασης (ή αντένστασης) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία προέβαλε με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά την πρώτη ή μοναδική πρωτόδικη συζήτηση, μπορεί να προτείνει, παραδεκτώς, και νέα πραγματικά περιστατικά με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης και έτσι να καταστεί ορισμένη η τυχόν αορίστως προταθείσα κατά την πρωτόδικη δίκη εν λόγω ένσταση, η οποία συντελεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, που έγινε, εντέλει δεκτή από το Εφετείο ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας την ένσταση από ΑΚ 281 των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων ως απαράδεκτη, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ειδικότερα δε από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των από 1.11.1998 έγγραφων προτάσεων των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο - που οι ίδιοι, μάλιστα, προσκόμισαν με επίκληση με τις από 22.5.2009 έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο (βλ.
τη σελ. 11 και ειδικότερα τον εκεί αριθμό 7) και, έτσι, προβάλλουν, προεχόντως, αλυσιτελώς ακυρότητα επίκλησής τους από μέρους των αντιδίκων τους ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων λόγω της 279/24.4.2008 βεβαίωσης του Πρωτοδικείου Κατερίνης "περί καταστροφής των κατατεθέντων εγγράφων της πρώτης συζήτησης της αγωγής ..." - προκύπτει, ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό από μέρους τους ένσταση από την ΑΚ 281,αφού, ενώ επικαλέστηκαν περιστατικά - τα οποία και μνημονεύονται στην απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου- δεν επικαλέστηκαν ταυτόχρονα την κατάχρηση που προέκυπτε από τα περιστατικά αυτά ούτε διατύπωσαν αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή.
Εν τούτοις, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 161/2008 απόφασή του έκρινε παραδεκτή και ακολούθως και κατ' ουσίαν βάσιμη την άνω - από την ΑΚ 281 - ένταση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων και απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Κατά της άνω -161/2008- απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι τελευταίοι -ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες- άσκησαν την από 3.12.2008 έφεση τους, με την οποία, όπως από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπησή της προκύπτει - και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ορθά δέχτηκε- παραπονέθηκαν, ότι απαραδέκτως - για τον προεκτεθέντα λόγο - προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η άνω - από την ΑΚ 281- ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων και ότι κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή και απέρριψε την αγωγή.
Εξάλλου οι εφεσίβλητοι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με τις από 22.5.2009 έγγραφες προτάσεις τους της συζήτησης στο Εφετείο μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή(άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπησή τους προκύπτει, υπεραμύνθηκαν της 161/2008 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς να συμπληρώσουν την από τον ΑΚ 281 ένστασή τους, ώστε να καταστεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένη.
Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει την από την ΑΚ 281 ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων απαράδεκτη και να την απορρίψει, την δε έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων παραδεκτή και ακολούθως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να δεχθεί εν τέλει, την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή τους ,δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8 περ.
β' και 14 του άρθρου 529 ΚΠολΔ και, συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμούς 8 περ. β' και 14, και τρίτος από τον αριθμό 14 - και όχι και 8 περ.α' - συναφείς λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους από τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας σιωπηρή ομολογία διαδίκου για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή αυτή ή την ένσταση, είναι η μη αμφισβήτηση από αυτόν του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, παρά την ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού από το διάδικο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ.β' ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε, Αν όμως το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως σε ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται μόνο η τελευταία αιτιολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί παραδοχής της αγωγής παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα, ότι οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι είχαν συνομολογήσει "την -επικληθείσα - άτυπη διανομή του έτους 1946 μεταξύ των δύο ομάδων κληρονόμων και των αντιστοίχων ομάδων κληρονομιαίων ακινήτων", ενώ με τις από 22.5.2009 έγγραφες - πιο πάνω - προτάσεις τους είχαν ρητά αμφισβητήσει τα προεκτιθέμενα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά".
Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, για την παραδοχή των παραπάνω περιστατικών στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων. Ειδικότερα, δέχτηκε, ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ... και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν ...
αποδείχθηκε" και, ότι "το καλοκαίρι του έτους 1946 όλοι οι παραπάνω συγκληρονόμοι προέβησαν σε άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων... μετά από επεισόδιο που έλαβε χώρα το έτος 1945 μεταξύ του Κ. Μ. (αρχικού 1ου εναγομένου) και του ετεροθαλούς αδελφού του Δ. Μ. (οπότε) ο πρώτος αποχώρησε από την κοινή πατρική τους οικία και ...
έτσι, επειδή η από κοινού καλλιέργεια και εκμετάλλευση των κληρονομιαίων ακινήτων δεν ήταν πλέον δυνατή, αναγκάστηκαν να προβούν το καλοκαίρι του 1946 σε άτυπη διανομή όλων των κληρονομιαίων ακινήτων. Για το σκοπό αυτό χωρίστηκαν σε δύο ομάδες κληρονόμων... και σε δύο ομάδες επίσης διαχωρίστηκαν και τα κληρονομιαία ακίνητα ...".
Επομένως, η περαιτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αρχικός 1ος εναγόμενος είχε ομολογήσει με τις από 1.11.1988 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την άτυπη ως άνω διανομή του έτους 1946, έχει χαρακτήρα επάλληλο και ματαίως πλήττεται με το λόγο αυτό της αναίρεσης, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης άλλη ως άνω αιτιολογία για την άτυπη αυτή διανομή του έτους 1946 στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 346 και 453 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να λάβει υπόψη το δικαστήριο και εκτιμήσει ένα αποδεικτικό μέσο, όπως είναι το έγγραφο, πρέπει όχι μόνο να προσκομίζεται αυτό αλλά και να γίνεται επίκλησή του, είτε από εκείνον που το προσκομίζει είτε από τον αντίδικο αυτού. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.β' του άρθρου 555 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί στο Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα "για την απόδειξη αγωγικών ισχυρισμών (δηλαδή ισχυρισμών της αρχικώς ενάγουσας και των εκκαλούντων διαδόχων αυτής) δεκαπέντε (15) δημόσια έγγραφα {μεταξύ των οποίων εννέα (9) συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων, μία (1) αγωγή, μία (1) δικαστική απόφαση, μία (1) ληξιαρχική πράξη γάμου, ένα (1) συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, μία (1) συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου και μία (1) οικοδομική άδεια}, τα οποία όλα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι (ήδη αναιρεσείοντες) εναγόμενοι προς απόδειξη δικών (τους) αυτοτελών ισχυρισμών, τους οποίους πρόβαλλαν νόμιμα με τις αρχ. 22.5.2009 προτάσεις (τους),και τα οποία δεν προσκόμισαν ούτε επικαλέσθηκαν νόμιμα ως κοινά αποδεικτικά μέσα οι εκκαλούντες ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2010 αίτηση των 1) Β. Μ. του Κ. κ.α. για αναίρεση της 1407/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ