450/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681 Δ' ΚΠολΔ υπ' αριθ. 4116/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 3.5.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ δέχθηκε την από 12.4.2011 έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ GROUP Α.Ε., πρώην ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε., και του τρίτου των αναιρεσειόντων Ν.
Legislator headnote
AI generated450/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Full text
Απόφαση 450 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 450/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Tης εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ ΤV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Της εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ GROUP ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ν. Ε. του Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κυριακού.
Της αναιρεσίβλητης:Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία …, υπό εκκαθάριση τελούσας, εδρεύουσας στο …, νομίμως εκπροσωπούμενης υπό των συνεκκαθαριστών Σ. Μ. του Γ. και Α. Μ., οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο και διόρισαν πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιανουαρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και των ως άνω ομόρρυθμων μελών της και ήδη εκκαθαριστών της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7035/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4116/2012 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 567/2013 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Ιανουαρίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681 Δ' ΚΠολΔ υπ' αριθ. 4116/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 3.5.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ δέχθηκε την από 12.4.2011 έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ GROUP Α.Ε., πρώην ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε., και του τρίτου των αναιρεσειόντων Ν.
Ε. και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 7035/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η απόφαση αυτή αφορούσε τους παραπάνω διαδίκους. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως προς τον δεύτερο και τον τρίτο των εναγόντων Σ. Μ. και Α. Μ. η από 17.1.2008 αγωγή, που άσκησαν από κοινού αυτοί με την αναιρεσίβλητη, ενώ ως προς την αναιρεσίβλητη η αγωγή απορρίφθηκε μεν έναντι της τρίτης των εναγομένων Δ.
Μ., έγινε όμως εν μέρει δεκτή ως προς τη δεύτερη και τον τρίτο των αναιρεσειόντων και αναγνωρίστηκε ότι αυτοί υποχρεούνται να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 120.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Το ποσό αυτό περιορίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 567/2013 απόφαση του ίδιου Εφετείου, σε 50.000 ευρώ, ως προς το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή σε βάρος τους η ένδικη αγωγή μετά την εξαφάνιση ως προς αυτούς της πρωτόδικης απόφασης.
Συνεπώς δικαιωματικά κατά το άρθρ. 556§1 ΚΠολΔ άσκησαν αυτοί νομότυπα και εμπρόθεσμα την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και πρέπει να κριθεί παραδεκτή ως προς αυτούς (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά, επίσης, ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και από την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε., πρώην ΑΝΤΕΝΝΑ ΙΝΤΕΡΝΕΤ Α.Ε., αφού η εταιρεία αυτή, η οποία δυνάμει του υπ' αριθ. .../22.3.2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαϊωάννου - Πουλέζου απορρόφησε κατά τα άρθρ. 1 - 5 του ν. 2166/1993 τον αποσχισθέντα από τη δεύτερη αναιρεσείουσα κλάδο της άσκησης απ' αυτή επιχείρησης τηλεοπτικού σταθμού και συνεπώς έγινε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ειδική διάδοχος της δεύτερης αναιρεσείουσας, ευθυνόμενη εις ολόκληρο μ' αυτή κατά το άρθρ. 479§1 ΑΚ έναντι της αναιρεσίβλητης (πρβλ.
ΑΠ 736/2002), δεν εφεσίβαλε μεν η ίδια την πρωτόδικη απόφαση, όμως η εφετειακή απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ισχύει κατά το άρθρ. 537 ΚΠολΔ και υπέρ αυτής, υπέρ της οποίας, συνδεόμενης με το δεσμό της απλής ομοδικίας με τη δεύτερη αναιρεσείουσα, επεκτείνεται το δεδικασμένο της και είναι έτσι και ως προς αυτή τελεσίδικη η εφετειακή απόφαση. 2.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 874/1996? 1452/2007).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 920 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: (α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, νοείται δε ως υποστήριξη ο ισχυρισμός που γίνεται ενώπιον τρίτων για είδηση με επιχειρήματα υπέρ της αλήθειάς της, ενώ ως διάδοση νοείται η απλή ανακοίνωση της είδησης που άλλος έχει υποστηρίξει.
Η υποστήριξη ή η διάδοση των ειδήσεων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, δηλαδή γραπτώς ή προφορικώς, προς ένα ή περισσότερα πρόσωπα, νοούνται δε ως ειδήσεις οι σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες που αναφέρονται σε γεγονότα, σχέσεις ή καταστάσεις, εφόσον είναι αναληθείς και δεν αποτελούν απλές υπόνοιες, (β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας, δηλαδή αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις πρέπει είτε να γνωρίζει την αναλήθεια αυτών, που σημαίνει ότι ενεργεί από δόλο, είτε να αγνοεί από αμέλεια την αναλήθειά τους, επειδή δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, όπως το άρθρ. 330 ΑΚ ορίζει.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση και ανεξάρτητα από το βαθμό του πταίσματός του δεν απαιτείται να έχει και πρόθεση πρόκλησης βλάβης σε άλλον, αφού σκοπός της διάταξης είναι η πρόληψη γενικώς της διάδοσης αναληθών ειδήσεων, οπότε και δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται οπωσδήποτε αυτές με το βλαπτόμενο τελικά πρόσωπο, (γ) Κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, δηλαδή κατά το χρόνο της υποστήριξης ή της διάδοσης των αναληθών ειδήσεων πρέπει αυτές να εκθέτουν πράγματι σε κίνδυνο ένα από τα πιο πάνω αναφερόμενα αγαθά του βλαπτόμενου τελικά φυσικού ή νομικού προσώπου, που σημαίνει ότι δεν αρκεί η διαπίστωση ότι αφηρημένως μόνο είναι ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο τα αγαθά αυτά.
Ως πίστη του προσώπου νοείται η καλή γνώμη και υπόληψη, την οποία έχουν τρίτοι σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση του φυσικού ή νομικού προσώπου, ενώ ως μέλλον αυτού νοείται η οικονομική και επαγγελματική εξέλιξή του. Η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ` εκείνους με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά.
Ωστόσο δεν απαιτείται η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ως προς την αναλήθεια των ειδήσεων, που πρέπει να έχει αυτός που τις υποστηρίζει ή τις διαδίδει, να εκτείνεται και στο στοιχείο του κινδύνου, δηλαδή δεν είναι αναγκαίο να γνωρίζει ότι οι αναληθείς ειδήσεις του θα εκθέσουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, σκοπός της διάταξης είναι η πρόληψη γενικώς της διάδοσης αναληθών ειδήσεων και (δ) Ζημία, που θα καλύψει η ζητούμενη αποζημίωση και η οποία πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την έκθεση σε κίνδυνο των παραπάνω αγαθών του βλαπτόμενου προσώπου, το οποίο εκτός από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία του ή ανεξάρτητα από την ύπαρξη τέτοιας ζημίας του μπορεί σε περίπτωση ηθικής βλάβης του από τις αναληθείς ειδήσεις να ζητήσει κατά τα άρθρ. 59, 299 και 932 ΑΚ εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Ειδικότερα τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τους, αν με τη σε βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά η φήμη τους και το εμπορικό τους μέλλον (ΟλΑΠ 2/2008? ΑΠ 408/2007? 882/2013). Συνακόλουθα η αγωγή, με την οποία ο βλαπτόμενος από αναληθείς ειδήσεις ενάγει προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση αυτόν που τις υποστήριξε ή τις διέδωσε, είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, όταν περιέχει όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρ. 920 ΑΚ, δηλαδή πρέπει να εκτίθεται σ' αυτή ότι ο εναγόμενος υποστήριξε ή διέδωσε εν γνώσει του ή αγνοώντας υπαίτια αναληθείς ειδήσεις, οι οποίες πρέπει να εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο και να αναφέρεται ότι έθεσαν πράγματι σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του ενάγοντος, με την έννοια ότι δημιούργησαν ως προς τα αγαθά αυτά δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους, εξ αιτίας των οποίων προκλήθηκε σε βάρος του ενάγοντος περιουσιακή ζημία ή (και) ηθική βλάβη, που επίσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο και για την αποκατάσταση ακριβώς των οποίων ζητείται με την αγωγή η καταβολή ή η αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής σ' αυτόν από τον εναγόμενο αποζημίωσης ή αναλόγως χρηματικής ικανοποίησης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι εξ αιτίας των αναληθών ειδήσεων, που εν γνώσει της αναλήθειάς τους περιέλαβε ο τρίτος αναιρεσείων σε εκπομπή για τα βιολογικά προϊόντα που μεταδόθηκε τις πρωϊνές ώρες της 18.10.2007 από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ, ιδιοκτησίας τότε της δεύτερης αναιρεσείουσας, και αφορούσε, μεταξύ άλλων, και την ποιότητα των προσφερόμενων στο εστιατόριό της εδεσμάτων, προσβλήθηκε παράνομα η επαγγελματική φήμη της ασκούμενης εκεί επιχείρησής της εστίασης και κατ' επέκταση η νομική προσωπικότητά της, ζήτησε, περιορίζοντας παραδεκτά την αγωγή της, να αναγνωριστεί ότι προς αποκατάσταση της συναφούς ηθικής βλάβης της υποχρεούνται οι αντίδικοί της να της καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή της.
Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, στο ρεπορτάζ που επιμελήθηκε και παρουσίασε ο τρίτος αναιρεσείων στο πλαίσιο της τηλεοπτικής εκπομπής "Αποδείξεις", προβλήθηκε βιντεοσκοπημένο με κρυφή κάμερα οπτικοακουστικό υλικό από το εσωτερικό του εστιατορίου της αναιρεσίβλητης, με βάση το οποίο και τα όσα ο τρίτος αναιρεσείων ως παρουσιαστής της όλης εκπομπής και η αφηγήτρια του βιντεοσκοπημένου υλικού Δ.
Μ. (τρίτη εναγομένη) υποστήριξαν ή υπονόησαν κατά τη διάρκεια της παραπάνω εκπομπής ή του ρεπορτάζ, το εστιατόριο της αναιρεσίβλητης εμφανίστηκε να εξαπατά τους πελάτες του με το να προσφέρει σ' αυτούς εδέσματα παρασκευασμένα με προϊόντα μη βιολογικά και μάλιστα περιέχοντα φυτοφάρμακα, παρόλο που στον κατάλογό του δηλώνεται ότι όλα τα προσφερόμενα εδέσματα παρασκευάζονται με πρώτες ύλες αποκλειστικά βιολογικής παραγωγής, ενώ η αλήθεια ήταν, όπως σαφώς γνώριζε ο τρίτος αναιρεσείων, ότι στον κατάλογο του εστιατορίου της αναιρεσίβλητης ρητά δηλώνεται ότι πολλά μεν, αλλά όχι όλα τα προσφερόμενα εδέσματα ήταν βιολογικής προέλευσης.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και με το δεύτερο λόγο της ίδιας αίτησης κατά το πρώτο μέρος του από τον αυτό επίσης αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι παρά το νόμο έκρινε ορισμένη και δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, παρόλο που αυτή δεν περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εφαρμογή του άρθρ. 920 ΑΚ, στο οποίο, κατ' εκτίμηση, βασίζεται και ειδικότερα (α) δεν αναφέρεται σ' αυτή ότι ο τρίτος αναιρεσείων γνώριζε κατά το χρόνο μετάδοσης του κρίσιμης εκπομπής ότι οι υποστηριζόμενες μ' αυτή ειδήσεις σε σχέση με την επιχείρηση εστίασης της αναιρεσίβλητης, ήταν όχι μόνον ψευδείς, όπως αυτή ισχυρίζεται, αλλά και ότι ήταν ικανές να βλάψουν την πίστη και γενικότερα την επαγγελματική φήμη της και (β) δεν προσδιορίζεται στην αγωγή συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία της αναιρεσίβλητης, με αναφορά στα ακαθάριστα έσοδά της πριν και μετά τη μετάδοση της κρίσιμης εκπομπής, αλλά αορίστως αναφέρεται σ' αυτή ότι η μετάδοση της εκπομπής είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι πελάτες της και να υποστεί έτσι αυτή αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη.
Οι ως άνω αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και είναι έτσι απορριπτέοι κατά τα αντίστοιχα μέρη τους ο πρώτος και ο δεύτερος των λόγων της αίτησης αναίρεσης, αφού κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, (α) αρκεί για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης κατά το άρθρ. 920 ΑΚ η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ως προς την αναλήθεια των ειδήσεων από μέρους αυτού που τις υποστηρίζει ή τις διαδίδει και δεν απαιτείται η πρόσθετη γνώση του ή η υπαίτια άγνοιά του, κατά το χρόνο ήδη της υποστήριξης ή της διάδοσης των ειδήσεων, ότι αυτές θέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον κάποιου άλλου και εν προκειμένω την επαγγελματική πίστη και γενικότερα την επιχειρηματική φήμη της αναιρεσίβλητης, η οποία, ωστόσο, σαφώς επικαλέστηκε με την αγωγή της τέτοια γνώση, ισχυριζόμενη ότι ο τρίτος αναιρεσείων με τις αναληθείς σε βάρος της ειδήσεις που υποστήριξε κατά τη διάρκεια της επιλήψιμης εκπομπής "απέβλεψε με απόλυτη επίγνωση της σημασίας των όσων ανέφερε, στη βάναυση κατ' εξακολούθηση προσβολή της και στην εν γένει βλάβη της, με αντίστοιχο μάλιστα δικό του όφελος" και (β) η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που επικαλέστηκε με την ένδικη αγωγή η αναιρεσίβλητη ότι υπέστη εξ αιτίας όσων αναληθών ειδήσεων υποστήριξε σε βάρος της κατά την επιλήψιμη τηλεοπτική εκπομπή ο τρίτος αναιρεσείων, δεν προϋποθέτει αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της, την οποία, ωστόσο, αυτή επικαλέστηκε, ισχυριζόμενη ότι οι προβληθείσες με την εκπομπή αυτή αναληθείς σε βάρος της ειδήσεις μείωσαν την πελατεία του εστιατορίου της και προκάλεσαν τεράστια βλάβη στην περιουσία της και στη λειτουργία της επιχείρησής της, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι κατά την έννοια του άρθρ. 920 ΑΚ κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον ενός προσώπου προκύπτει και όταν απλώς δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους ως προς τα αγαθά αυτά.
Παρέπεται ότι είναι χωρίς νομική επιρροή και η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης αφενός μεν να αναφερθεί ειδικά στην ύπαρξη γνώσης του τρίτου αναιρεσείοντος ως προς το ότι οι αναληθείς ειδήσεις της εκπομπής που παρουσίασε ήταν ικανές να βλάψουν την πίστη και την επαγγελματική φήμη της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε να προσδιορίσει με συγκεκριμένο τρόπο την περιουσιακή ζημία που δέχθηκε ότι υπέστη η αναιρεσίβλητη εξ αιτίας των ίδιων αναληθών ειδήσεων, αρκεσθείσα να διαλάβει μόνο στις αιτιολογίες της ότι "η είδηση που παρουσιάστηκε στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή, ότι το εστιατόριο της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) προσφέρει αποκλειστικά εδέσματα από βιολογικά και μόνον προϊόντα ήταν αναληθής...", ότι "χωρίς αμφιβολία ο δεύτερος εναγόμενος (τρίτος αναιρεσίβλητος) γνώριζε την αναλήθεια της είδησης που παρουσίασε, καθώς με την απλή ανάγνωση του καταλόγου του εστιατορίου γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι το εστιατόριο δεν προσφέρει εδέσματα αποκλειστικά από βιολογικά προϊόντα...", ότι ο αναιρεσείων αυτός "εν γνώσει της αναλήθειας, μέσω της παραπάνω εκπομπής, ενώπιον αγνώστου αριθμού προσώπων ανέφερε ότι το κατάστημα της ενάγουσας προσφέρει αποκλειστικά βιολογικά προϊόντα και ότι δήθεν σερβίρονται συμβατικά προϊόντα και μάλιστα ακατάλληλα, καθώς κάποια από αυτά (ψωμί, μαρούλι) περιέχουν φυτοφάρμακα..." και ότι η επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή "είχε ως αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο την επιχείρηση της ενάγουσας, δεδομένου ότι μετά την παραπάνω εκπομπή η πελατεία του εστιατορίου της μειώθηκε σημαντικά λόγω των αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν ως προς την ποιότητα των προϊόντων, που χρησιμοποιεί η επιχείρησή της για την παραγωγή των εδεσμάτων που προσφέρει στο καταναλωτικό κοινό...".
Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και με το δεύτερο λόγο της ίδιας αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί κατά τα αντίστοιχα μέρη τους. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τα υπ' αριθ. 8870289 και 8870290/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς VI, της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού Αττικής, όπως αυτά αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 24/14.1.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Εξ άλλου οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.1.2013 αίτηση των ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε., ΑΝΤΕΝΝΑ GROUP Α.Ε. και Ν. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4116/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με τα υπ' αριθ. 8870289 και 8870290/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς VI, της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού Αττικής, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθ. 24/14.1.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ