Legislator Case Law & Legislation
450/2012 AI generated

450/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 450/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Έλεγχος ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής με βάση τους αναιρετικούς λόγους του άρθρ. 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ. Ο περί ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, ισχυρισμός δεν αφορά την δημόσια τάξη και δεν μπορεί να προταθεί στον Άρειο Πάγο, αν δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Τετραετής διάσταση κατ' άρθρ. 1439 § 3 ΑΚ, έννοια διαστάσεως. Υπολογισμός του χρόνου διαστάσεως. Αναγκαία στοιχεία της αγωγής διαζυγίου που στηρίζεται στην τετραετή διάσταση. Δεν αποτελούν τέτοια η επίκληση ισχυρού κλονισμού, ούτε η ειδική αναφορά της βούλησης των διισταμένων συζύγων να αποστούν από την έγγαμη συμβίωση - ορισμένη η αγωγή διαζυγίου. Αβάσιμος ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε και στο Εφετείο. Απορρίπτεται ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

450/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής διαζυγίου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1439§2 ΑΚ, δεν είναι αναγκαία η επίκληση, ότι επήλθε τόσο ισχυρός κλονισμός στις μεταξύ των συζύγων σχέσεις, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα, ούτε ειδική αναφορά της βούλησης των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έγγαμης συμβίωσης (ΑΠ 1668/2003).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 450 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Έλεγχος ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής με βάση τους αναιρετικούς λόγους του άρθρ. 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ. Ο περί ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, ισχυρισμός δεν αφορά την δημόσια τάξη και δεν μπορεί να προταθεί στον Άρειο Πάγο, αν δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Τετραετής διάσταση κατ' άρθρ. 1439 § 3 ΑΚ, έννοια διαστάσεως. Υπολογισμός του χρόνου διαστάσεως. Αναγκαία στοιχεία της αγωγής διαζυγίου που στηρίζεται στην τετραετή διάσταση. Δεν αποτελούν τέτοια η επίκληση ισχυρού κλονισμού, ούτε η ειδική αναφορά της βούλησης των διισταμένων συζύγων να αποστούν από την έγγαμη συμβίωση - ορισμένη η αγωγή διαζυγίου. Αβάσιμος ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε και στο Εφετείο. Απορρίπτεται ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως.

Αριθμός 450/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Ι. συζ. Χ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλλέ.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ανθή Βακράτσα.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 234/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 29 Ιουνίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 29.6.2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 234/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη της§1 του άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρ. 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1330/2002) ή ο από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος, αν ανεπίτρεπτα συμπληρώθηκαν με την απόφαση τα ελλείποντα αναγκαία στοιχεία, και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2004).

Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρ. 216 ΚΠολΔ πρέπει, κατ' άρθρο 562§2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, διότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439§3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές, που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. (ΑΠ 1325/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1438, 1439§3 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής διαζυγίου λόγω τετραετούς διαστάσεως των συζύγων αρκεί να αναφέρεται σ' αυτή, ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκεσε συναπτώς επί μία τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως.

Άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι απαραίτητη και συγκεκριμένα η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έγγαμης σχέσης, αφού υπό τον όρο αυτό (διάσταση) νοείται τόσο η φυσική, όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μη έχουν πλέον κοινωνία βίου, ούτε είναι απαραίτητο να αναφέρεται (στην αγωγή), ότι συνεπεία της διαστάσεως κλονίσθηκε τόσο ισχυρά η έγγαμη σχέση, ώστε αυτή κατέστη αφόρητη, αφού επί τετραετούς διαστάσεως ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης, που συνιστά λόγο διαζυγίου, τεκμαίρεται αμαχήτως.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής διαζυγίου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1439§2 ΑΚ, δεν είναι αναγκαία η επίκληση, ότι επήλθε τόσο ισχυρός κλονισμός στις μεταξύ των συζύγων σχέσεις, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα, ούτε ειδική αναφορά της βούλησης των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έγγαμης συμβίωσης (ΑΠ 1668/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' αρθ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 21.3.2005 αγωγής του αναιρεσίβλητου προκύπτει, ότι σε αυτή ο αναιρεσείων ιστορούσε, "ότι τέλεσε με την εναγομένη γάμο σύμφωνα με τους θείους και ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 26.2.1978 στον ιερό ναό Αγίου Αχίλλειου Λάρισας.

Από το γάμο τους αυτό απόκτησαν δύο τέκνα, τη Μ., που γεννήθηκε στη Λάρισα το 1978 και τη Ζ., που γεννήθηκε το 1982 επίσης στη Λάρισα. Τόπος κοινής τους εγκατάστασης με την εναγομένη ήταν από την πρώτη στιγμή του γάμου τους η πόλη της Λάρισας και συγκεκριμένα η κατοικία των γονέων της εναγομένης. Ήδη μετά τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου τους η συμβίωση τους είχε πάψει να είναι αρμονική.

Υπήρχαν καθημερινοί σχεδόν καβγάδες ανάμεσα τους και έντονες διαφωνίες για ζητήματα που αφορούσαν τη μεταξύ τους σχέση, την πορεία της οικογένειας τους και την εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσής τους. Παρά τις έντονες διαφωνίες τους, εξακολούθησαν να διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη για μακρά σειρά ετών, κυρίως χάρη των παιδιών τους, στα πλαίσια μιας προσπάθειας αποκατάστασης της μεταξύ τους σχέσης, η οποία όμως δεν επερχόταν.

Με δεδομένο, ότι η συμβίωση τους είχε γίνει αφόρητη και δεν μπορούσε πλέον να εξακολουθήσει κατά τρόπο, ώστε να αποτελούν ζευγάρι, ο ενάγων αναγκάστηκε τον Αύγουστο του 1998 - με αφορμή έναν τρομερό καβγά μεταξύ τους και ένα έντονο φραστικό επεισόδιο, που σημειώθηκε σε βάρος του - να εγκαταλείψει την κοινή τους στέγη και να εγκατασταθεί προσωρινά στο σπίτι της μητέρας του, στην συμβολή των οδών Τσιμισκή αριθ. 61 και Πλουτάρχου.

Στη συνέχεια, στις 13 Ιανουαρίου 1999 μίσθωσε ένα διαμέρισμα στον 6° όροφο της ίδιας οικοδομής, στην οποία κατοικούσε η μητέρα του, όπου και εξακολουθεί να κατοικεί έως σήμερα. Από τη στιγμή της αναχώρησης του από την κοινή οικία με τη εναγόμενη το 1998 μέχρι και σήμερα δεν υφίσταται κανένας απολύτως συζυγικός δεσμός μεταξύ τους, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε περίπτωση αποκατάστασης της μεταξύ τους συζυγικής σχέσης, λόγω της ανεπανόρθωτης ρήξης που έχει επέλθει ανάμεσα τους.

Η επικοινωνία και οι συναντήσεις του με την εναγομένη περιορίζονται σε ένα απολύτως αναγκαίο και τυπικό επίπεδο, όσον αφορά στην ανατροφή και καθοδήγηση των παιδιών τους, καθώς και στη ρύθμιση εκκρεμών οικονομικών και περιουσιακών ζητημάτων. Με την εναγόμενη σύζυγο του ήταν μέχρι την ημέρα συζήτησης της παρούσας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου σε διάσταση συνεχώς πάνω από τέσσερα χρόνια και κατά το άρθρο 1439§3 ΑΚ ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους τεκμαίρεται αμάχητα.

Επομένως, εδικαιούτο να ζητήσει να λυθεί ο γάμος του με την εναγομένη". Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο για διάζευξη αίτημα της η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων, και δεν ήταν αναγκαία προς τούτο η πανηγυρική επίκληση της βούλησης του αναιρεσίβλητου ενάγοντος να αποστεί της έγγαμης συμβίωσης με την αποχώρηση του από τη συζυγική στέγη, εφόσον άλλωστε στην αγωγή γίνεται ρητά μνεία ότι "από της αποχώρησης του από τη συζυγική κατοικία επήλθε φυσική και ψυχική αποξένωση των συζύγων και ανεπανόρθωτη ρήξη της έγγαμης σχέσης τους".

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, ούτε έλαβε υπόψη του, κατά την έννοια του πράγματος, μη προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου για την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης εκ μέρους του με πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης επί μια τετραετία. Επομένως, όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, και κατά τα δύο μέρη του, υπό τις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.

Επειδή, ύστερα από τα προεκτεθέντα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που νικήθηκε, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2009 αίτηση της Ε. Γ. του Ι., συζύγου Χ. Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 234/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ