Legislator Case Law & Legislation
450/2010 AI generated

450/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 450/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7081/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5064/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-12- 2007 αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

450/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 450 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 450/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη(κωλυομένου του προέδρου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέη και 2. ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7081/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5064/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-12- 2007 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει τι οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Η προσωπικότητα περιλαμβάνει κάθε αγαθό που συνδέεται στενά με το πρόσωπο, ως ύπαρξη φυσική, ηθική, κοινωνική και πνευματική, όπως είναι η τιμή, η υπόληψη και άλλα (ΟΛ ΑΠ. 13/1999).

Η τιμή και η υπόληψη, ως έκφανση της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ' αυτόν από τους συνανθρώπους του (ΑΠ 788/2000). Κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ, στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (και του άρθρου 57 ΑΚ) το δικαστήριο με απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που είχε προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάζει τον υπαίτιο να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, η οποία συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από περιστάσεις.

Προϋπόθεση για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57, 59 ΑΚ είναι η παράνομη προσβολή των προαναφερομένων δικαιωμάτων, για την επιδίκαση δε της χρηματικής ικανοποιήσεως απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή. Το παράνομο της προσβολής είναι δυνατό να απορρέει από οποιαδήποτε παραβίαση διάταξης ανεξάρτητα από το εάν περιλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο η άλλο δίκαιο, όπως το ποινικό (π.χ.

για την πράξη της ψευδορκίας και την ηθική αυτουργία σ'αυτήν). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5064/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της οποίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων (τώρα αναιρεσίβλητος) είναι συγκύριος (καταστήματος) επί της οδού ... (γωνία με την οδό ...), στο ..., συνολικής επιφανείας 260μ2, το οποίο, μαζί με τους δύο άλλοις συγκυρίους, ήτοι τον πατέρα του και τον αδελφό του, είχαν εκμισθώσει, από το έτος 1994 στον πρώτο εναγόμενο προς εγκατάσταση σ' αυτό επιχειρήσεως αρτοποιΐας.

Ο πρώτος εναγόμενος (τώρα πρώτος αναιρεσείων) και ενώ το μίσθωμα για το έτος 2001-2002 είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 595.138 δρχ μηνιαίως, ισχυριζόμενος ότι το μίσθωμα ήταν υπέρογκο και το μίσθιο παρουσίαζε προβλήματα υγρασίας, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19-11-2001 αγωγή του, με την οποία ζητούσε αναδρομικό προσδιορισμό του μισθώματος.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2081/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Στα πλαίσια της δίκης αυτής είχε προσκομιστεί από πλευράς των εναγομένων η υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Μ1, που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Διονυσίου, με την οποία αυτός αντέκρουε τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί χαμηλής μισθωτικής αξίας του μισθίου.

Ο πρώτος εναγόμενος, όταν έλαβε γνώση της ενόρκου αυτής βεβαιώσεως, κατέθεσε κατά του εν λόγω μάρτυρος και του ενάγοντος την από 14-1-2002 (ΑΒΜΔ 2002/525) μήνυσή του, με την οποία κατεμήνυσε τον μεν Μ1 για το αδίκημα της ψευδορκίας, για τον δε ενάγοντα για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη. Με τη μήνυσή του πρότεινε ως μάρτυρα τη δεύτερη εναγομένη (τώρα δεύτερη αναιρεσείουσα) ... (σύζυγο του) .

Η μάρτυρας εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον της πταισματοδίκου του 9ου τμήματος του Πταισματοδικείου και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της μηνύσεως, ο ίδιος δε ο μηνυτής επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της, αφού ορκίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών, κατά την κατάθεσή της. Το περιεχόμενο όμως της μηνύσεως του αυτής δεν είναι αληθινό.

Ειδικότερα, στη μήνυση του ο πρώτος εναγόμενος αναφέρει ως ψευδή τα εξής κατατεθέντα από τον μάρτυρα Μ1 στην ως άνω ένορκη βεβαίωση του : "νέες οικοδομές κτίζονται, οι οποίες θα φέρουν νέα πελατεία, όπως π. χ. στον αριθμό ...'', ''το εγκαταληφθέν ωσαύτως κρεοπωλείο του αριθμού ...της ιδίας οδού είναι κενό επειδή υπάρχει ιδιοκτησιακό πρόβλημα", "κοντά στο φούρνο υπάρχουν δύο Τράπεζες, μιά στάση Λεωφορείου και πολλές κατοικίες, κάτι που συντελεί στο καλό πόστο" και "Άλλωστε έχω πληροφορίες ότι ανάλογο μίσθωμα (περίπου 650.000 δρχ.) πληρώνει και ο φούρνος στο ...της οδού ...αν και το μίσθιο είναι πολύ μικρότερο (μόλις 110 τ.μ περίπου) παρόλο που το μίσθωμα αυτό αναφέρεται μόνο στην μίσθωση του χώρου, ενώ στην περίπτωση του Ψ1, με το καταβαλλόμενο μίσθωμα ο μισθωτής μισθώνει και τα μηχανήματα".

Απ' όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι τα κατατεθέντα από τον ως άνω μάρτυρα , παρά την, από παραδρομή αναφορά του αριθμού ...της οδού ..., αντί του αριθμού ...., είναι αληθινά. Έτσι αποδείχτηκε, ότι πραγματικά στην περιοχή πλησίον του μισθίου χτιζόταν νέες οικοδομές (βλ. και προσκομιζόμενες φωτογραφίες) και ως εκ τούτου η κατάστασή του βελτιωνόταν, εφόσον θα αυξανόταν η πελατεία.

Επίσης πραγματικά το κατάστημα (κρεοπωλείο) επί της οδού ... δεν ήταν μισθωμένο λόγω υπάρξεως προβλημάτων μεταξύ των ιδιοκτητών και όχι λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος από πλευράς μισθωτών. Επίσης αποδείχτηκε, ότι κοντά στο μίσθιο υπήρχε πράγματι στάση λεωφορείου με την ονομασία "..." καθώς και δύο Τράπεζες (βλ.

προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα από 19-2-2002 βεβαίωση του ΟΑΣΑ, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων του και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες). Η βεβαίωση αυτή του ΟΑΣΑ δεν αναιρείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγομένους, από 22-1-2003 βεβαίωση του ίδιου οργανισμού, εφόσον σ' αυτή αναφέρεται βέβαια ότι λόγω προσωρινών συγκοινωνιακών ρυθμίσεων, έγινε μερική τροποποίηση διαδρομής της λεωφορειακής γραμμής από την οδό ...στην οδό ...κατά το χρονικό διάστημα από 16-11-2000 μέχρι 30-6-2002, αναφέρεται όμως ότι στη συνέχεια η γραμμή επανήλθε στην αρχική της διαδρομή ως νέα λεωφορειακή γραμμή διευρυμένης εξυπηρετήσεως με την ονομασία "ΠΛ.

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ - Ν. ΣΜΥΡΝΗ -Π. ΦΑΛΗΡΟ" και αριθμό 110. Πέραν όμως αυτού, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες ... και ..., σε απόσταση 70 περίπου μέτρων από το μίσθιο, υπήρχε και άλλη στάση με την ονομασία "..." της γραμμής 024 (Άγιοι Ανάργυροι - Τρεις Γέφυρες - Κυνοσάργους). Τέλος και τα κατατεθέντα για τη μισθωτική αξία του ακινήτου δεν είναι αναληθή, διότι το κατάστημα αρτοποιείο εκμισθώθηκε μαζί με τα υπάρχοντα σ' αυτό μηχανήματα και η μισθωτική του αξία προσδιοριζόταν και από αυτά σε συνάρτηση βέβαια με την παλαιότητα τους.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί, ότι το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 62/2003 βούλευμα του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του εναγομένου και του μάρτυρος Μ1, λόγω δε του ότι κρίθηκε ότι η μήνυση ήταν εντελώς ψευδής και έγινε τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, επέβαλε σε βάρος του μηνυτού (πρώτου εναγομένου), τα δικαστικά έξοδα εξ εβδομήντα τριών (73) ευρώ.

Η κατά του βουλεύματος αυτού ασκηθείσα έφεση κηρύχθηκε απαράδεκτη με το υπ' αριθμ. 730/2003 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (βλ προσκομιζόμενα και επικαλούμενα βουλεύματα). Από την εκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων με την υποβολή και την επιβεβαίωση του περιεχομένου τηςψευδούς ως άνω μηνύσεως, που έγιναν με σκοπό την καταδίωξη του ενάγοντος, ο εναγών, ο οποίος είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Οικονομικών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπέστη προσβολή της τιμής, της υπολήψεώς του και της εν γένει προσωπικότητας του.

Έτσι προκλήθηκε σ' αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, λόγω της, κατά τον παραπάνω τρόπο, μειώσεως της αξίας του προσώπου του, εφόσον της μηνύσεως και της ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρος έλαβαν γνώση: ο Εισαγγελέας Πλημ/κών ενώπιον του οποίου κατατέθηκε η μήνυση, η πταισματοδίκης του 9ου Τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών, η οποία διεξήγαγε την προανάκριση και η γραμματέας του οικείου τμήματος, αλλά και της θλίψεως και της στενοχώριας, την οποία γι' αυτό το λόγο αισθάνθηκε.

Ορθώς, επομένως, κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων προκλήθηκε στον ενάγοντα ηθική βλάβη αν και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), γι' αυτό και οι σχετικοί :

πρώτος και δεύτερος λόγοι της εφέσεως των εκκαλούντων-εναγομένων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, Περαιτέρω, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, λαμβανομένων υπόψη : του συνόλου των συνθηκών, οι οποίες αναφέρθηκαν, του είδους της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, εκ των οποίων ο μεν ενάγων είναι επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών όπως προαναφέρθηκε και πρόεδρος διοικητικού συμβουλίου, διευθύνων σύμβουλος και μέλος διοικητικού συμβουλίου μεγάλων ανωνύμων εταιρειών, οι δε εναγόμενοι διαμένουν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα τους στη ..., ενώ το δώμα της ίδιας οικοδομής επιφανείας 15μ2 εκμισθώνουν σε τρίτο, ο πρώτος είχε στην κυριότητα του κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, αυτοκίνητο τύπου Chrysler cabriolet, το οποίο πώλησε το έτος 2006 αντί του ποσού των 14.200 ευρώ και αγόρασε άλλο μεταχειρισμένο μάρκας ΟΡΕL VΕCΤRΑ SW αντί του ποσού των 16.700 ευρώ, έπρεπε να του επιδικαστεί αναγνωριστικώς, εντόκως από την επίδοση της αγωγής του το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο".

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφαση στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τους δύο συναφείς λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Ειδικότερα, κατά τις ίδιες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), η υπ' αριθ. 632/20-1-2001 ένορκη βεβαίωση ζητήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και προσκομίσθηκε από αυτόν στη δίκη με αντίδικό του τον πρώτο αναιρεσείοντα, όπου θα κρινόταν το ζήτημα της μισθωτικής αξίας του καταστήματος που είχε μισθωθεί ως φούρνος από τον αναιρεσίβλητο προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Η μισθωτική δε αυτή αξία για τον κρίσιμο τότε χρόνο εκείνης της δίκης αλλά και όσο θα συνεχιζόταν στο μέλλον η μίσθωση ήταν εξαρτημένη απόλυτα κατά τις ίδιες παραδοχές (που ισχύουν και σε κάθε συναφή δίκη) από τους γενικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες της περιοχής και θέσης του μισθίου ακινήτου, δηλαδή την εμπορική κίνησή της, η συγκοινωνιακή εξυπηρέτησή της, την οικοδομική δραστηριότητα, ως αιτίας προσέλευσης στην περιοχή νέων κατοίκων και υποψηφίων πελατών της επιχείρησης αρτοποιΐας του πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά και από το χρόνο στον οποίο θα εκτεινόταν τότε η ένδικη μίσθωση στο μέλλον.

Δέχθηκε δε ανέλεγκτα επί της ουσίας το Εφετείο, ότι τα όσα κατατέθηκαν στην πιο πάνω ένορκή βεβαίωση ήταν αληθινά, με κριτήριο και αναφορά τους πιο πάνω γενικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες, όσο είχαν σχέση με την συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της περιοχής του μισθίου καταστήματος, την εμπορική κίνηση και την οικοδομική δραστηριότητά της.

Αιτιολογώντας δε την αντίστοιχη αυτή ουσιαστική κρίση του το Εφετείο, αλλά και την κρίση του ότι η υποβληθείσα εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος μήνυση για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία κατά του αναιρεσιβλήτου ήταν ψευδής, αν γνώσει του μηνυτή, απέκρουσε ρητά τον αντίστοιχο αρνητικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, στον οποίο στηρίχθηκε και η υποβληθείσα από τον πρώτο αναιρεσείοντα μήνυση, ότι δηλαδή η ίδια ένορκη βεβαίωση ήταν ψευδής, με τις ανέλεγκτες επίσης επί της ουσίας αλλά και όχι αντιφατικές αιτιολογίες ότι: 1) " η περικοπή της ίδιας ένορκης βεβαίωσης για το ότι "η νέα οικοδομή στην περιοχή του μισθίου κτιζόταν στον αριθμό ..αντί του αριθμού ..., που πράγματι κτιζόταν οφείλεται σε χωρίς πρόθεση ψευδορκίας παραδρομή του ενόρκως βεβαιώσαντος, που δεν αλλοίωνε τις συνθήκες οικοδομικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή του μισθίου, που ήταν ευνοϊκές" και 2) "η περικοπή της ίδιας ένορκης βεβαίωσης ότι κοντά στο φούρνο υπάρχουν δύο τράπεζες, μια στάση λεωφορείου και πολλές κατοικίες, κάτι που συντελεί στο καλό πόστο, δεν καθίσταται ψευδής από το γεγονός ότι λόγω προσωρινών συγκοινωνιακών ρυθμίσεων, έγινε μερική τροποποίηση διαδρομής της λεωφορειακής γραμμής από την οδό ...στην οδό ..., που επανήλθες στη συνέχεια στην αρχική την διαδρομή, ούτε αλλοίωνε τις συνθήκες συγκοινωνιακής εξυπηρέτησης της ευρύτερης περιοχής του μισθίου, εφόσον υπήρχε σε απόσταση 70 μέτρων από το μίσθιο και άλλη στάση της γραμμής 024".

Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσο δηλαδή ήταν ψευδής η κατάθεση του ενόρκως βεβαιώσαντος μάρτυρα υπέρ του αναιρεσιβλήτου, κατά τις πιο πάνω δύο περικοπές της που κατά τους αναιρεσείοντες ήταν δολίως ψευδής, γεγονός που τους οδήγησε να καταμηνύσουν τον ίδιο μάρτυρα για ψευδορκία και τον αναιρεσίβλητο για ηθική αυτουργία στην ίδια πράξη, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση υπέρ του αναιρεσιβλήτου ήταν ψευδής με ηθικό αυτουργό της ψευδορκίας αυτής τον αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι η ίδια ένορκη βεβαίωση ήταν αληθής και αντίθετα η μήνυση των αναιρεσειόντων για ψευδορκία, ψευδής, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, πρέπει αν απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-1-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5064/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ