44/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated44/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1921/2022, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 418/2019, Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 1747/2017,).
Full text
Απόφαση 44 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 44/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Σ. και 2) Σ. συζ. Γ. Μ., το γένος Β. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Φλογαΐτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «Ι. «Α., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2013 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (Μεταβατική Έδρα Καρπάθου) και συνεκδικάστηκε με την από 7-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2015 μη οριστική και 1/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-9-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1921/2022, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 418/2019, Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 1747/2017,).
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 1921/2022, Α.Π. 89/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους, Η. Τ., ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 Του Κ.Πολ.Δ. δήλωση. Οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν αποδεικνύουν είτε κλήτευση αυτού (πρώτου αναιρεσίβλητου) από τους ίδιους δια της προσκομιδής της οικείας έκθεσης επίδοσης! είτε επίσπευση της συζήτησης από τον απολιπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο δια της προσκομιδής του προς αυτούς (αναιρεσείοντες) νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης από 5-9-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 17/6-9-2018) αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 115/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή.
Επομένως, αφού δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζήτησης ως προς τον απολιπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο Η. Τ. και λαμβανομένου υπ' όψη ότι όλους τους αναιρεσίβλητους - εφεσίβλητους και εναγόμενους ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους από αδικοπραξία στην δίκη επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, συνδέει απλή ομοδικία, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον απολιπόμενο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης πρώτο αναιρεσίβλητο Η.
Τ., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε εκ του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά τη συζήτηση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον απολιπόμενο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης πρώτο αναιρεσίβλητο ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 Του Κ.Πολ.Δ.
δήλωση και να χωρήσει νόμιμα η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκους.
Η κρινόμενη, από 5-9-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 17/6-9-2018), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 115/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30-1-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9/5-2-2013) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (μεταβατική έδρα Καρπάθου), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Η.
Τ. ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στην Κάσο, στις 24-1-2011, κατά την οποία συγκρούσθηκε η δίκυκλη μοτοσικλέτα του, που οδηγούσε ο ίδιος, με το εν στάσει ευρισκόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με ρυμουλκούμενο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Γ. Μ., συνιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Σ.
Μ., την αστική ευθύνη του οποίου έναντι τρίτων είχε ασφαλίσει η ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ", η άδεια της οποίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο και συνεπεία του οποίου ατυχήματος υπέστη σωματικές βλάβες ο ίδιος (ενάγων), είναι ο Γ.
Μ.. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., το συνολικό ποσό των 572.721,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του. Εξάλλου, με την από 7-7-2013 αντίθετη αγωγή τους (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 37/24-7-2013), ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, οι Γ.
Μ. και Σ. Μ. ισχυρίσθηκαν ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το προαναφερθέν ατύχημα είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος Η. Τ., η δίκυκλη μοτοσικλέτα του οποίου ήταν ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική της ευθύνη από την ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «Ι.». Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθένα αυτών για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 34.794,26 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1/2017 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές, δέχθηκε αυτές ως εν μέρει βάσιμες κατ' ουσίαν και υποχρέωσετους σε αυτές εναγομένους να καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά. Εναντίον της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις όλοι οι πρωτοδίκως διάδικοι, ήτοι ο αναιρεσίβλητος την από 20-2-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26/22-2-2017), οι αναιρεσείοντες την από 20-2-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 27/23-2-2017), η ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «Ι.», την από 29-3-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 80/10-4-2017) και το Επικουρικό Κεφάλαιο την από 28-8-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 108/11-9-2017), με τις οποίες παραπονούνταν κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι εφέσεις της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία «Ι.» και του Επικουρικού Κεφαλαίου, έγιναν δεκτές οι δύο πρώτες εφέσεις και αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δικάσθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου (Η.
Τ.) και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλλουν σ' αυτόν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 51.565,8 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβάλλονταν, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 69/2019, Α.Π. 49/2019). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 69/2019, Α.Π. 1207/2017).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ., στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 49/2019, Α.Π. 301/2018, Α.Π. 1685/2017, Α.Π. 1500/2002, Α.Π. 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά δε την παράγραφο 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν..." (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017, Α.Π. 1207/2004).
Κατά το άρθρο 13 παρ. 2, "ο οδηγός... οφείλει κατά το χρόνο της οδήγησής του να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του..." και, τέλος, κατά το άρθρο 34 παρ. 6, "Τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση, επιβάλλεται να τοποθετούνται παράλληλα με την οριογραμμή του οδοστρώματος και επί της αντιστοιχούσας γι' αυτούς προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευράς, εκτός αν ορίζεται με σήμανση διαφορετικά..." και κατά την παράγραφο 12, "Απαγορεύεται η κατάληψη με οποιοδήποτε μέσο και για οποιονδήποτε λόγο μέρους ή ολόκληρου του οδοστρώματος των εθνικών, επαρχιακών, και δημοτικών ή κοινοτικών οδών δια των οποίων διεξάγεται η κυκλοφορία μηχανοκίνητων και μη οχημάτων...".
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 638/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ότι αυτή στερείται νομίμου βάσεως λόγω ελλιπών αιτιολογιών, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου, προπαρατεθείσες διατάξεις, επειδή, όσον αφορά την συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, δεν αναφέρεται σε πόση απόσταση ήταν ορατό ή κατέστη ορατό από αυτόν το εν στάσει ευρισκόμενο Ι.Χ.Ε. και η αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητά του, την οποία δεν ρύθμισε αναλόγως (πρώτος λόγος) και, όσον αφορά στην υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, δεν προσδιορίζεται ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας συμπεριφοράς του με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ στην απόφαση αναφέρεται ότι υπήρχε επαρκής χώρος, για να ασκήσει ο αναιρεσίβλητος ελιγμό προς τα δεξιά, αναφέρεται η κακή κατάσταση των ελαστικών της μοτοσικλέτας, εν συνεχεία αποδίδεται συνυπαιτιότητα στον αναιρεσείοντα και δεν διευκρινίζεται ποια η πορεία του σώματος του αναιρεσιβλήτου σε σχέση με εκείνη της μοτοσικλέτας του, όπως και οι ειδικότερες συνθήκες του τραυματισμού του, ώστε να διαπιστωθεί αν οι σωματικές βλάβες του προκλήθηκαν από τη σύγκρουση ή από την ανατροπή της μοτοσικλέτας πριν την σύγκρουση των δύο οχημάτων (δεύτερος λόγος).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 24-1-2011 και περί ώρα 18:15 ο ενάγων της υπό στοιχείο α' αγωγής, Η.
Τ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, επί της δημοτικής οδού που συνδέει τον οικισμό Αρβανιτοχωριού με το Φρυ της Κάσου με κατεύθυνση προς Φρυ. Η ως άνω οδός είναι μονόδρομος, πλάτους 9,65 μέτρων, με επιτρεπόμενη κατεύθυνση την ανωτέρω, ενώ στο σημείο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα είναι ευθεία υπαρχούσης κατωφέρειας με μικρή κλίση (καμπή).
Η ταχύτητα ρυθμίζεται με πινακίδα (Ρ-32) κατά την οποία το ανώτατο όριο είναι 30χλμ/ώρα, ενώ υπάρχει και πινακίδα (Κ-25), δηλωτική της ύπαρξης κινδύνου στο επίμαχο σημείο. Κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο υπήρχε τεχνητός φωτισμός, ο οποίος όμως, ήταν ανεπαρκής, η προαναφερθείσα οδός άσφαλτος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο εμπόδιο και επικρατούσε καλοκαιρία, όπως τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την 24-1-2011 έκθεση αυτοψίας, που συνετάγη από τα αστυνομικά όργανα που μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος, σε συνδυασμό με το συνοδευτικό αυτής σχεδιάγραμμα.
Περίπου στο 2° χιλιόμετρο της ως άνω οδού ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο (β) αγωγής (1ος εναγόμενος της υπό στοιχείο α αγωγής), Γ. Μ. (ήδη πρώτος αναιρεσείων), ακινητοποίησε καθέτως προς την οριογραμμή της οδού και στην αριστερή πλευρά αυτής το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας δικής του και της δεύτερης ενάγουσας στην υπό στοιχείο β αγωγή και δεύτερης εναγόμενης στην υπό στοιχείο (α) αγωγή Σ.
Μ. (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), κατά τρόπο ώστε το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου να είναι στραμμένο προς το δρομο, προτιθέμενος να πραγματοποιήσει οπισθοπορεία προκειμένου να εισέλθει στο γκαράζ της οικίας του. Το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ αυτοκίνητο έχοντας λάβει κάθετη θέση επί της δημοτικής οδού κατελάμβανε πλάτος περίπου έξι (6 μέτρων), δοθέντος ότι σε αυτό είχε προσαρμοσθεί και ρυμουλκούμενη μπαγκαζιέρα μήκους 2,90 μέτρων και κατά συνέπεια το τμήμα του οδοστρώματος που παρέμενε ελεύθερο για τους λοιπούς χρήστες της οδού ήταν περίπου τέσσερα (4) μέτρα.
Ακολούθως, ο Γ. Μ., εξήλθε του αυτοκίνητου προκειμένου να ανοίξει την πόρτα εισόδου του γκαράζ, εκείνη, δε, τη στιγμή προσέκρουσε επ' αυτού και επί της εμπρόσθιας δεξιάς πλευράς του, ειδικότερα στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό και τον προφυλακτήρα, η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, οδηγούμενη από τον Η.
Τ., ενάγοντα της υπ' αριθμ. α αγωγής (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος). Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί σοβαρά ο τελευταίος και να υποστούν αμφότερα τα οχήματα υλικές ζημίες κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα κατωτέρω. Πρέπει να επισημανθεί, ότι ο Γ. Μ., όταν ακινητοποίησε το άνω όχημα δεν είχε θέσει, σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης αυτού (σύστημα φωτεινού συναγερμού αλάρμ που αναβοσβήνουν και χρησιμοποιούνται, όταν το όχημα έχει ακινητοποιηθεί και δημιουργείται κίνδυνος για τους τρίτους από την ακινησία του (άρθρο 2 παρ. 1 του Ν 2696/1999), κρίση που εδράζεται κυρίως στην προανακριτική κατάθεση του Κ.
Μ. και της Π. Π., αυτοπτών μαρτύρων, οι οποίοι εξεταζόμενοι ενόρκως από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα κατέθεσαν, ότι ο Γ. Μ. δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα αλάρμ και ως εκ τούτου δεν κρίνονται πειστικοί κατά τούτο οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του τελευταίου, καθόσον αναιρούνται πλήρως από την κατάθεση των αυτοπτών μαρτύρων.
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Γ. Μ. δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα θέσης (άρθρο 35 παρ. 1, 3 του ν. 2696/1999) είτε στο αυτοκίνητο είτε στο ρυμουλκούμενο όχημα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Η. Τ.. Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι ο Γ. Μ. αφενός ακινητοποίησε παρανόμως το όχημά του καθέτως επί της οδού, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος αυτής, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 6 και Π.Δ 2696/1999, αφετέρου δεν μερίμνησε, ώστε να άρει όσο το δυνατόν ταχύτερα το εμπόδιο, αλλά εξήλθε του αυτοκινήτου του προκειμένου να ανοίξει την πόρτα του γκαράζ, μολονότι γνώριζε ότι τούτη χρειαζόταν δύο με τρία λεπτά για να ανοίξει πλήρως (βλ.
ιδίως την από 22-1-2013 προανακριτική του κατάθεση ενώπιων των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων), αγνοώντας παντελώς τον πιθανό κίνδυνο που δημιουργούσε στους τυχόν κινούμενους επί της οδού και το ως άνω χρονικό διάστημα. Όμως και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως και από ικανή απόσταση, αν και τούτο είναι εφικτό, το κατά τα ανωτέρω ακινητοποιημένο όχημα, αλλά και καθυστερημένα, με αποτέλεσμα λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, αλλά και της αυξημένης για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητας της μοτοσυκλέτας του, να μην ενεργήσει εγκαίρως και επιτυχώς τροχοπέδηση, αλλά καθυστερημένα και ανεπιτυχώς.
Το γεγονός, ότι η ταχύτητα του ήταν αυξημένη για τις προπεριγραφείσες περιστάσεις (νύχτα, ανεπαρκής φωτισμός, κατοικημένη περιοχή, πινακίδα που επεσήμανε την ύπαρξη κινδύνου και ελαφρώς ανωφερές για την πορεία του οδόστρωμα), υπερβαίνουσα τα 60χλμ/ώρα προκύπτει σαφώς από όσα ανέφεραν οι αυτόπτες μάρτυρες Π.
Π. και Σ. Ά., που κατέθεσαν (βλ. προανακριτικές τους καταθέσεις) ότι οι ίδιες κινούντο με ταχύτητα περίπου 40χλμ/ώρα και η μηχανή πραγματοποίησε εξ αριστερών τους προσπέραση, αλλά και τα ίχνη τροχοπέδησης 10 μέτρων και το κενό διάστημα μήκους 3,30 μέτρων μεταξύ του τέλους των ιχνών τροχοπέδησης και προ του σημείου σύγκρουσης, όπως αυτά αποτυπώνονται στο συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος συνταχθέν αρμοδίως σχεδιάγραμμα.
Ο ισχυρισμός του Η. Τ., ότι στο δεξιό άκρο της οδού υπήρχε έτερο παρκαρισμένο όχημα, καθώς και κάδοι απορριμμάτων, που καθιστούσαν ανέφικτη την εκ μέρους του πραγματοποίηση αποφευκτικού ελιγμού δεν επιβεβαιώνονται από το λοιπό αποδεικτικό υλικό, καθόσον ουδέν περί τούτου κατέθεσαν οι μάρτυρες, ενώ και στην από 24-11-2011 έκθεση αυτοψίας ρητώς αναφέρεται, ότι δεν προκύπτει ευθύνη τρίτου μη εμπλακέντος στο ατύχημα, στο δε σχεδιάγραμμα δεν σημειώνεται η ύπαρξη επί της οδού εμποδίων.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο καταλήγει στην κρίση, ότι το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των οδηγών αμφοτέρων των άνω εμπλακέντων οχημάτων. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του Η. Τ., συνίσταται στο ότι αυτός δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της υπ' αριθμ. ...
δίκυκλης μοτοσικλέτας, επιπλέον δε, οδηγούσε αυτή με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν ρύθμισε, με βάση τις προπεριγραφείσες συνθήκες που επικρατούσαν, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο θα βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Η προαναφερθείσα δε οδηγητική συμπεριφορά αυτού είχε ως συνέπεια, λόγω της ως άνω έλλειψης της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, να μην αντιληφθεί εγκαίρως το προαναφερόμενο ακινητοποιημένο καθέτως προς την πορεία της οδού όχημα, αν και το τελευταίο είχε σε λειτουργία τα φώτα θέσης και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά εμπόδια, με αποτέλεσμα, λόγω της καθυστερημένης αντίληψης του ως άνω ακινητοποιημένου οχήματος, και λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία οδηγούσέ τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, να μην μπορέσει να αντιδράσει επιτυχώς με τροχοπέδηση ή με επιτυχή ελιγμό προς τα δεξιά, καθόσον υπήρχε επαρκής προς τούτο χώρος, και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του ακινητοποιημένου Ι.Χ αυτοκινήτου.
Αντιθέτως, εάν οδηγούσε εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, ήτοι μη υπερβαίνοντας τα 30χλμ/ώρα και επί πλέον κατέβαλε τη δέουσα προσοχή, θα μπορούσε να αντιληφθεί εγκαίρως το άνω ακινητοποιημένο όχημα, ώστε ακόμη και αν κινείτο στο μέσο ή αριστερό άκρο της πιο πάνω δημοτικής οδού, να προβεί έγκαιρα στις απαραίτητες ενέργειες (κίνηση του οχήματος που οδηγούσε πιο δεξιά ώστε να υπερβεί εκ δεξιών το ακινητοποιημένο στο αριστερό και μέσο τμήμα της οδού όχημα).
Εξ άλλου, στην αδυναμία πραγματοποίησης επιτυχούς τροχοπέδησης ή αποφευκτικού ελιγμού σαφώς συνετέλεσε και η κακή κατάσταση του πίσω τροχού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθόσον δεν εξασφάλιζε συνθήκες ασφαλείας κατά την οδήγηση λόγω μη ικανοποιητικής πρόσφυσης στο έδαφος. Οι άνω παραβάσεις δε αυτού (άρθρα 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2, 3 και 81 παρ. 13 του κοκ) αδιαμφισβήτητα συνδέονται απιωδώς με την πρόκληση του προπεριγραφόμενου ατυχήματος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω.
Περαιτέρω η υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ αυτοκινήτου, Γ. Μ., συνίσταται στο ότι αυτός ακινητοποίησε το τελευταίο αυτό όχημα, στο οποίο μάλιστα, είχε προσαρμόσει και τρέιλερ, κάθετα στο προαναφερόμενο τμήμα της οδού και όχι παράλληλα προς την οριογραμμή αυτής, ως όφειλε (άρθρο 34 παρ. 6 και 12 Ν 2696/1999), καταλαμβάνοντας μάλιστα μεγάλο τμήμα της, εύρους περίπου έξι (6) μέτρων, χωρίς να προκύπτει καμία ανάγκη προς τούτο, καθόσον θα μπορούσε να σταθμεύσει νόμιμα το όχημά του και στη συνέχεια, αφού άνοιγε την πόρτα του γκαράζ και έλεγχε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού να πραγματοποιήσει οπισθοπορεία, προκειμένου να εισέλθει σε αυτό.
Επιπλέον, ενώ αυτός ακινητοποίησε, παράνομα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, το πιο πάνω όχημα, παρέλειψε να επισημάνει τη στάθμευση αυτή, θέτοντας σε λειτουργία τα φώτα αλάρμ του αυτοκινήτου, ενώ αν το έπραττε, ως όφειλε, θα μπορούσε ο οδηγός της μοτοσικλέτας να αντιληφθεί έγκαιρα το ακινητοποιημένο όχημα και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να αποφύγει ομαλώς την πρόσκρουση του οχήματος που οδηγούσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του πρώτου οχήματος.
Οι παραβάσεις δε αυτές του Γ. Μ. (αρθρ. 2 παρ. 1, 12 παρ 1,2 και 4, 34 παρ. 6 και 19 Ν 2696/1999) συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος. Η υπαιτιότητα δε αυτών κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διαμορφώνεται σε ποσοστό 80% για τον οδηγό του επιβατηγού αυτοκινήτου και 20% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, γενομένων δεκτών εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμων των προβληθέντων νομίμως ισχυρισμών περί συντρέχουσας υπαιτιότητας τόσο των εναγομένων της υπό στοιχείο α αγωγής όσο και των εναγομένων της υπό στοιχείο β αγωγής".
Με τις παραδοχές αυτές, έκρινε συνυπαίτιους για τη σύγκρουση και τους δύο οδηγούς, τον αναιρεσείοντα κατά ποσοστό 80%, επειδή κατέλαβε ανεπιτρέπτως το οδόστρωμα, χωρίς να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια των διερχόμενων οχημάτων και να κάνει χρήση των φώτων έκτακτης ανάγκης και τον αναιρεσίβλητο κατά ποσοστό 20%, λόγω υπερβολικής, για τις επικρατούσες συνθήκες επί της οδού, ταχύτητας και ελλείψεως της απαιτούμενης προσοχής.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών στην επέλευση της συγκρούσεως και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν και οι δύο οδηγοί, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων κατέλαβε ανεπιτρέπτως με το αυτοκίνητό του, καθέτως επί της οδού, πλάτος 6 μέτρων από αυτήν, η οποία είχε συνολικό πλάτος 10 μέτρων, χωρίς να κάνει χρήση των φώτων έκτακτης ανάγκης, ώστε να ειδοποιήσει τους διερχομένους οδηγούς και ο αναιρεσίβλητος ανέπτυξε με την μοτοσικλέτα του υπερβολική, για τις περιστάσεις, ταχύτητα, ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου των 30 χ./ω.
και, ειδικότερα άνω των 60 χ.ω., δεν έλαβε υπ' όψιν του την υπάρχουσα προειδοποιητική πινακίδα Κ-25, αλλά κινούμενος σε κατωφερές σημείο με μικρή κλίση, δεν κατέστη δυνατόν να εντοπίσει εγκαίρως το ευρισκόμενο καθέτως στο οδόστρωμα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, με αποτέλεσμα να επιπέσει στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό αυτού και να τραυματιστεί.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο των λόγων της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτή (πλημμέλεια) αναλυτικώς προεκτέθηκε, καθόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις και ασάφειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Πλέον αυτών, αναφέρεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ανέπτυξε ανώτερη, του επιτρεπομένου ορίου στο σημείο, ταχύτητα, εντόπισε σε μικρή απόσταση μπροστά του το παρανόμως ευρισκόμενο καθέτως στο οδόστρωμα Ι.Χ.Ε., με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ασκήσει επιτυχή πέδηση ή ολοκληρωμένο αποφευκτικό ελιγμό, προκειμένου να διέλθει από το ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, να προσκρούσει επί της εμπρόσθιας δεξιάς πλευράς αυτού και να καταπέσει βιαίως στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του.
Ο δεύτερος λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Τακτ. Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1.043/2021, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).
Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.
Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε ακόμη ότι συνεπεία του επίμαχου ατυχήματος τραυματίστηκε ο ενάγων της υπό στοιχείο α' αγωγής, Η.
Τ., ο οποίος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο αρχικά στο αγροτικό ιατρείο Κάσου και ακολούθως με αεροδιακομιδή στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου όπου νοσηλεύθηκε διασωληνομένος στη μονάδα εντατικής θεραπείας, καθόσον είχε υποστεί: α) κάταγμα κρανίου αριστερά (κροταφικού, βρεγματικού και λιθοεδούς οστού), β) οίδημα και θλάση εγκεφάλου άμφω, γ) υπαραχνοειδή αιμορραγία, δ) πνευμονοθώρακα αριστερά και θλάση του αριστερού πνεύμονα, ε) θλάση του αριστερού νεφρού (βλ.
ιδίως την υπ' αριθμ. πρωτ. 1940/11 ιατροδικαστική έκθεση της Κρασιμήρας Κολοβού, Ιατροδικαστού, επιμελήτριας Β' στο Γ.Ν. Ρόδου). Στις 25.01.2011 ο Η. Τ. διακομίσθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας "Θριάσιο" για περαιτέρω νοσηλεία και θεραπεία, όπου και παρέμεινε μέχρι τις 21.02.2011.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στη μονάδα εντατικής θεραπείας ο ασθενής ήταν διασωληνωμένος και σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής με διάχυτες αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου άμφω, υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά, για τα οποία υποβλήθηκε σε αποσυμπιεστική κρανιεκτομή άμφω.
Επιπλέον, είχε υποστεί κάταγμα αριστερού λιθοειδούς, κροταφικού αριστερά και βρεγματικού αριστερά, καθώς επίσης κάταγμα αριστερής κλείδας και πνευμονοθώρακα αριστερά, που παροχετεύθηκε με σωλήνα κλειστής παροχέτευσης θώρακα. Στις 02.02.2011 υποβλήθηκε σε τραχειοστομία και έκτοτε ανέπνεε αυτόματα από t-tube.
Είχε προοδευτικά βελτιούμενη πορεία και στις 21.02.2011 μεταφέρθηκε σε σταθερή γενική κατάσταση στη νευροχειρουργική κλινική του "Θριασίου" Νοσοκομείου για συνέχιση της νοσηλείας του, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 21.03.211, οπότε και διακομίσθηκε στο τμήμα Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης για συνέχιση φυσικοθεραπείας (βλ.
ιδίως την υπ' αριθ. πρωτ. 813/Φ206 ιατρική βεβαίωση από τη νευροχειρουργική κλινική του Γ.Ν Ελευσίνας "Θριάσιο"), καθόσον έπασχε από δυσχέρεια βάδισης συνεπεία κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και μετατραυματικής βλάβης. Εν τέλει ο προαναφερθείς έλαβε εξιτήριο από το άνω νοσοκομείο στις 13.04.2011, κατά την έξοδό του, δε, βάδιζε χωρίς βοήθεια και μπορούσε να εκτελεί δραστηριότητες της καθημερινής ζωής [βλ.
ιδίως την υπ' αριθ. πρωτ. 11555/Φ206/19.04.2011 ιατρική γνωμάτευση του Γεωργίου Τζάνου, Διευθυντή του Τμήματος Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης). Έκτοτε ο Η. Τ. υποβάλλεται σε επαναλαμβανόμενους ιατρικούς επανελέγχους (συγκεκριμένα στις 04.04.2011, 17.10.2011, 27.03.2012, 03.12.2012 διενεργήθηκαν εγκεφαλογραφήματα) και ρύθμιση της δοσολογίας των αντιεπιληπτικών φαρμάκων (keppra και depakine) που λαμβάνει.
Στις 27.06.2011 ο τελευταίος εισήχθη εκ νέου στο νευροχειρουργικό τμήμα του Θριάσιου Νοσοκομείου, προκειμένου να υποβληθεί σε κρανιοπλαστική με μόσχευμα, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 04.07.2011 (βλ. ιδίως το από 04.07.2011 ιατρικό εξιτήριο του νοσοκομείου) ... Λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στο άνω ατύχημα, ο Η.
Τ., ηλικίας μόλις 24 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος δοκίμασε και εξακολουθεί να δοκιμάζει βαθύτατο ψυχικό πόνο και στεναχώρια, επιπλέον, δε, υποβλήθηκε και εξακολουθεί να υποβάλλεται σε μεγάλη ταλαιπωρία (χειρουργικές επεμβάσεις, συνεχής ιατρική παρακολούθηση, ψυχικές διαταραχές, επιληπτικές κρίσεις, λήψη φαρμάκων κλπ.).
Περαιτέρω είναι ανίκανος για βαριά σωματική εργασία, καθώς και για την οδήγηση οποιοδήποτε οχήματος, δοθέντος ότι λαμβάνει αντιεπιληπτικά φάρμακα, συνεπώς, αδυνατεί να εργαστεί με τις ίδιες δυνάμεις, όπως το παρελθόν. Επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το δικαστήριο καθορίζει στο εύλογο, κατά την κρίση του ποσό των 30.000,00 ευρώ ...
λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη του: α) το πταίσμα του πρώτου των εναγομένων της υπό στοιχείο α' αγωγής στην πρόκληση του ατυχήματος και την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος σε αυτόν, καθώς και τον τραυματισμό του και στην έκταση των σωματικών του κακώσεων στην κεφαλή, β) το είδος, την έκταση και τις συνέπειες του τραυματισμού του, όπως αναφέρεται παραπάνω, γ) όλες τις εν γένει συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, όπως περιγράφονται ανωτέρω και δ) το νεαρό της ηλικίας του παθόντος και ε) την κοινωνική οικονομική κατάσταση των μερών, του ποσοστού της συνυπαιτιότητας του παθόντος...".
Το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό των 30.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το Δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων αιτιάσεων των αναιρεσειόντων.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα, που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, αφενός μεν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αφετέρου δε, την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος.
Είναι πρόδηλο, ότι η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνες των άρθρων 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντιστοίχως.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 213/2017, Α.Π. 405/2015, Α.Π. 150/2015). Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 419/2019, Α.Π. 1428/2018, Α.Π. 1443/2013).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, σχετικά με το αίτημα του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση αποζημιώσεως κατ' άρθρο 931 του Α.Κ. λόγω της αναπηρίας του: "Όπως προαναφέρθηκε ήδη, ο Η. Τ., λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στο άνω ατύχημα, αδυνατεί πλέον εργαστεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων, αλλά και να ασκήσει οποιαδήποτε βαριά σωματική εργασία (β.
ιδίως την από 22.01.2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη της νευροχειρουργού Παναγιώτας Δρούζια, καθώς και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Νικολάου Χριστοδούλου). Μολονότι ούτε η ορισθείσα πραγματογνώμονας ούτε ο τεχνικός σύμβουλος, που διορίστηκε από τους εναγομένους, διαπίστωσαν την ύπαρξη νευρολογικών ελλειμμάτων, εντούτοις αμφότεροι δέχονται ότι τούτος λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή, προφανώς για την αποφυγή επιληπτικών κρίσεων, επισημαίνοντας ότι η λήψη αντιεπιληπτικών φαρμάκων καθιστά επίφοβη την οδήγηση λόγω του ότι ελλοχεύει κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων ενώ, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη δεν δύναται να ασκήσει βαριά κουραστική εργασία.
Επισημαίνεται, ότι η επιληπτική κρίση συνεπάγεται διαταραχή ων αισθήσεων, απώλειας συνείδησης η ψυχικής λειτουργίας, σπασμωδικές κινήσεις ή συνδυασμό αυτών, ενώ σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστού αναπηρίας (ΦΕΚ Β' 1506/04.05.2012), το ποσοστό αναπηρίας στην περίπτωση αυτή κυμαίνεται από 35% ως 80%, συνεπώς, ο άνω τραυματισμός κατέλιπε στον Η.
Τ. μόνιμη μερική αναπηρία ανερχόμενη κατ' ελάχιστο σε 35%, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα. Η άνω αναπηρία του ήδη, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας του, επηρεάζει το οικονομικό του μέλλον, αφού δεν θα μπορεί να εργαστεί εφ' όρου ζωής σε βαριές σωματικές εργασίες, ούτε να οδηγήσει, γεγονός που επιδρά δυσμενώς και περαιτέρω στην επαγγελματική του ενασχόληση, ήτοι την διατήρηση επιχείρησης εμπορίας ζωοτροφών που διατηρεί και την περαιτέρω ανέλιξη του, καθόσον, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αναπηρία αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του, αφού οι βαρυνόμενοι με αναπηρία μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός αγοράς έναντι των υγιών συναδέλφων τους, οι δε δυσμενείς συνέπειες καθίστανται περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας.
Περαιτέρω η άνω αναπηρία θα επιδράσει δυσμενώς και στην κοινωνική εξέλιξη του ενάγοντος (κοινωνικές συναναστροφές, σχέσεις με το άλλο φύλο κλπ.) αφού δημιούργησε σ' αυτόν αισθήματα μειονεξίας και εν γένει διαταραχές συμπεριφοράς, δεδομένου εξαιτίας του κινδύνου επιληπτικών κρίσεων, απαγορεύεται σε αυτόν η οδήγηση προσόν που κυρίως λόγω του νεαρού της ηλικίας του κρίνεται αν όχι αναγκαίο οπωσδήποτε συντελεί στην ομαλότερη κοινωνική και προσωπική ζωή.
Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, να του επιδικαστεί πρόσθετη ειδική αποζημίωση. Την αποζημίωση αυτή το δικαστήριο την καθορίζει αφού λάβει υπόψη το πταίσμα του πρώτου των εναγομένων της υπό στοιχείο α' αγωγής στην πρόκληση του άνω ατυχήματος και την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος σε αυτό, καθώς και στον τραυματισμό του και στην έκταση των κακώσεων στην κεφαλή και όλες εν γίνει τις περιστάσεις, τις συνέπειες του τραυματισμού του όπως προεκτέθηκαν καθώς και την ηλικία του ενάγοντος (24 ετών) στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ...".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική παροχή, δεν παραβίασε, ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., δεδομένου ότι διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της πληττομένης αποφάσεως, ότι η αναπηρία ποσοστού 35%, που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος, ενώ το ύψος του εύλογου ποσού, που επιδικάζεται, υπολογίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος (24 ετών), που βαρύνεται με συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και, συνακολούθως, του τραυματισμού του - αναπηρίας του.
Όλα τα παραπάνω προσδιοριστικά στοιχεία, δηλαδή το είδος, η έκταση, ο βαθμός και οι συνέπειες της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος - αναιρεσίβλητου, καθώς και η ηλικία αυτού, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τέταρτος και πέμπτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως, καθόσον με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων, που, συνήθως, επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδικάσεως χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και, συνεπώς, είναι αβάσιμοι ο πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Η. Τ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5-9-2018 (αρ. εκθ.κατ. 17/6-9-2018) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 115/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείο Δωδεκανήσου, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Η. Τ..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5-9-2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 115/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ