44/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated44/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 12/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 44 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 44/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Ζ. του Α., 2)Α. Ζ. του Α., και 3)Π. Κ. συζ. Α. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Παπαλιάγκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιo δικηγόρο τoυ Δημήτριο Βούλγαρη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζαγοράς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1107/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2014 του Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/12/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 12/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.
Η υποχρέωση του εργαζοµένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισµα της παραπάνω εξάρτησης, η οποία µπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόµενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστηµονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Το δικαίωµα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζοµένου, προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όµως, δεν εξαρτάται µόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθµιση της σχέσης του µε τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίµηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα µε τα είδος και τη φύση της εργασίας (oλ. ΑΠ ...2005). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι, όπως, επί σύμβασης εργασίας, σ’ αυτή καθ’ εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, του οποίου η πραγμάτωση επιφέρει τη λύση της σύμβασης.
Αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όµως, περίπτωση, τη µίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του, µέσα στις συµβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συµμορφώνεται µε τις εντολές και οδηγίες του κυρίου του έργου, µη υποκείµενος στον έλεγχό του.
Η υποχρέωσή του να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση του έργου, προς από κοινού συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει τις υπηρεσίες του σε καθορισµένο χρόνο και τόπο, ακόµη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτηµένης εργασίας και συνεπώς, µπορεί αυτή να έχει το χαρακτήρα µίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 608/2014).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (oλ.
ΑΠ 1/2013, 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 542/2014).
Σύμφωνα δε με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης (oλ. ΑΠ 1/2013, ΑΠ 152/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 13.9.2012, δηλαδή πριν από την κατάθεση της με αριθ. κατ. ...26.10.2012 ένδικης αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγοράς, ο εναγόμενος Δ.
Β. απέστειλε στον πρώτο από τους ενάγοντες Α. Ζ. του Α. την από 7.9.2012 εξώδικη δήλωση, με την οποία εξέθετε ότι περί τις 20.6.2012 συμφωνήθηκε μεταξύ τους να αναλάβει ο τελευταίος εργολαβικά το τμήμα της καφετέριας του καφεζυθεστιατορίου του εναγομένου με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στο ... Πηλίου, από την 25.6.2012 μέχρι και την 15.9.2012, ώστε να παρασκευάζει με τη βοήθεια της συζύγου του (γ’ ενάγουσας) και να σερβίρει με τη βοήθεια του αδελφού του (β’ ενάγοντος) καφέδες, αναψυκτικά και πρόχειρα παρασκευάσματα τόσο στον εξωτερικό χώρο του εστιατορίου, όσο και στο χώρο της παραλίας έμπροσθεν του εστιατορίου, με ποσοστό 50% επί των καθαρών κερδών, μετά την αφαίρεση των εξόδων αγοράς υλικών και λοιπών εξόδων και τελών και ότι τη δαπάνη για την απασχόληση της συζύγου και του αδελφού του την ανέλαβε ο α’ ενάγων, ενώ για τη διαμονή τους συμφωνήθηκε να τους παραχωρηθούν δύο δωμάτια του παρακείμενου ξενοδοχείου του εναγομένου με την επωνυμία "..." προς 10 ευρώ ημερησίως το κάθε δωμάτιο για χρονικό διάστημα δύο μηνών.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος εξέθετε στην ως άνω εξώδικη δήλωση μεταξύ άλλων ότι ο πρώτος ενάγων την 26.8.2012 έφυγε κρυφά από το κατάστημα μαζί με τη σύζυγο του και τον αδελφό του, παρακρατώντας παράνομα όλες τις εισπράξεις που είχε στα χέρια του από την έναρξη της συνεργασίας τους μέχρι την ημέρα εκείνη, ποσού 22.743,16 ευρώ, υπεξαιρώντας μ’ αυτό τον τρόπο το 50% των εισπράξεων που του ανήκουν, αφαιρουμένων των εξόδων και λοιπών παγίων.
Η ως άνω εργολαβική ανάληψη του τμήματος της καφετέριας του καφεζυθεστιατορίου του εναγομένου επιβεβαιώνεται και από την σαφή ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ι. Γ., ο οποίος αναφέρεται στην ύπαρξη ανάλογης συμφωνίας το έτος 2011. Εξάλλου, στο προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο αντίγραφο του τιμοκαταλόγου των προσφερόμενων ειδών στο ως άνω κατάστημα ("...") αναφέρονται ευκρινώς τα μικρά ονόματα του πρώτου ενάγοντος και της τρίτης ενάγουσας, συζύγου του (ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ- "..." ), το οποίο δεν συμβαίνει, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε περίπτωση εργαζομένων σε μία επιχείρηση.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις παρίστανται ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεδομένου ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος είχε αναλάβει εργολαβικά τη λειτουργία του ως άνω καταστήματος για το ένδικο χρονικό διάστημα (από 25.6.2012 έως 15.9.2012), βοηθούμενος από την γ’ ενάγουσα (σύζυγο του) και τον β’ ενάγοντα (αδελφό του).
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον εναγόμενο για το επίδικο χρονικό διάστημα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Eφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία οι εκκαλούντες ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ζητούσαν το σ’ αυτή αναφερόμενο συνολικό ποσό ο καθένας τους για δεδουλευμένα, αποδοχές υπερημερίας, αμοιβή για υπερεργασία, παράνομες υπερωρίες, απασχόληση κατά την έκτη και έβδομη ημέρα της εβδομάδας, νυκτερινή εργασία, αναλογία επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και άδειας και για πρόσθετη εργασία, ερευνώντας ακολούθως την αγωγή την οποία έκρινε νόμιμη την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 681, 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω προβαλλόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφενός μεν με εσφαλμένη εφαρμογή τους με την παραδοχή του ότι η αναγραφή των ονομάτων των πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων στον τιμοκατάλογο μόνο της παραλίας και όχι του καφέ εσωτερικά ή στον εμπρόσθιο υπαίθριο χώρο του, υποδηλώνει ότι ήταν εργολάβοι και όχι υπάλληλοι, ενώ κατ’ αυτά (διδάγματα της κοινής πείρας) αναγράφονται τα ονόματα του υγειονομικώς υπευθύνου, ο οποίος είναι συνηθέστατα υπάλληλος ή του βασικού σερβιτόρου και όχι του "αφεντικού" στους καταλόγους, που απευθύνονται προς τους πελάτες, αφετέρου δε με εσφαλμένη μη εφαρμογή αυτών, σύμφωνα με τα οποία δεν μπορεί η σύσταση της εργολαβίας να έχει συμβεί ατύπως, με προφορική δηλαδή σύμβαση, κάτι που προσκρούει στην κοινή λογική και την κοινή πείρα, που δεν δέχεται τέτοιες εργολαβικές συμβάσεις αλλά προκρίνει στην πράξη τη σύσταση αφανών εταιριών, δεν θα ήταν δε σύμφωνο με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να δέχεται ο πρώτος εκ των αναιρεσιβλήτων απλή βοήθεια από συγγενείς του, χωρίς αυτοί να αποκερδαίνουν κάτι ή να αμείβονται ή όλοι μαζί να αποβλέπουν σε ένα πενιχρό 50% με το υπόλοιπο 50% να το αποδίδουν στον αναιρεσίβλητο, απλώς επειδή θα ήταν ιδιοκτήτης του καταστήματος, η παραχώρηση δε δύο δωματίων στο παρακείμενο ξενοδοχείο του αναιρεσιβλήτου είναι τεκμήριο ότι η σχέση μεταξύ αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτου ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς πάντοτε στις εποχικές αυτές εργασίες ο εργοδότης παραχωρεί αντί μικρού μισθώματος κατάλυμα, είναι απαράδεκτες, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των αποδειχθέντων περιστατικών, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.12.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 7/5.12.2014, αίτηση των: α) Α. Ζ., β) Α. Ζ. και γ) Π. Κ. κατά του Δ. Β., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 104/2014 απόφασης του Moνομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ