Legislator Case Law & Legislation
44/2016 AI generated

44/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 44/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 44 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

44/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 44 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
insufficiently substantiated grievances credibility of persecution narrative lack of standing of complainant insufficient constitutional plea current persecution risk persecution-related benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 44 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 44/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2010 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/8/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πέμπτος και έκτος λόγος και εν μέρει οι πρώτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδαφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 575 εδ.β’ ΚΠολΔ και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, 12/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 79/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κερκύρας, προσδιορίστηκε, κατά το άρθρ. 568§§2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 15-12-2014, κατά την οποία με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επέσπευσε τη συζήτησή της, κλήθηκε να παραστεί ο αναιρεσίβλητος. Προς το σκοπό αυτό το Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το ίδιο υπ’ αριθ. .../10-10-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 35 την παραπάνω δικάσιμο της 15-12-2014 (άρθρ. 122§1, 123, 126§1γ, 230§2, 498§§1,2, 568 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή, με αίτημα του αυτοπροσώπως, ως δικηγόρου, παρισταμένου αναιρεσίβλητου, λόγω αποχής των δικηγόρων, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όπως αυτό προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Όφειλε λοιπόν κατά τα προεκτεθέντα να παραστεί ο αναιρεσίβλητος κατά την εν λόγω δικάσιμο χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως και πάλι προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576§2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2006).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "...Με την ένδικη από 13.12.2004 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, εκτίθενται τα ακόλουθα: Ότι με επίσπευση του Ε. Κ. εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 14.4.2004 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Επιλιμνίων Κέρκυρας Κωνσταντίνου Γιαννακούρη, με τη σύνταξη της υπ’ αριθμ. .../14.4.2004 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού, το περιγραφόμενο στην έκθεση αυτή ακίνητο, ιδιοκτησίας του Γ. Γ. Ότι, λόγω αδυναμίας ικανοποίησης όλων των m αναγγελθεισών απαιτήσεων από το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ’ αριθμ. .../19.11.2004 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο ο τελευταίος, αφού αφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης, κατέταξε στο υπόλοιπο προς διανομή πλειστηρίασμα προνομιακά τον καθού, δικηγόρο Κέρκυρας, για την απαίτηση του από δικηγορικές αμοιβές, τυχαία, υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης του. Επίσης, επικουρικά, και για την περίπτωση που δεν τελεσιδικήσει η προαναφερόμενη τυχαίως καταταγείσα απαίτηση, κατέταξε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο για το 1/3 του ποσού που θα προκύψει από τη μη τελεσιδικία της τυχαία καταταχθείσας απαίτησης και για τα υπόλοιπα 2/3 την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". μετά ταύτα, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε, για τους λεπτομερώς αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατατάξεως, προκειμένου να ακυρωθεί η κατάταξη του καθού, και να καταταγεί το ανακόπτον οριστικά και προνομιακά σε ολόκληρο το πλειστηρίασμα προς μερική ικανοποίηση των αναγγελθέντων απαιτήσεων του, άλλως, επικουρικά, να καταταγεί ο καθού προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 2.310 ευρώ και το ανακόπτον οριστικά και προνομιακά σε όλο το υπόλοιπο πλειστηρίασμα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η αναγγελία του καθού η ανακοπή είναι άκυρη, καθόσον προέκυψε μετά την ημερομηνία του ορισθέντος πρώτου -πλειστηριασμού, ήτοι μετά την 30.10.2002. και ειδικότερα στο μέρος κατά το οποίο αυτή αφορά τη σύνταξη των από 30.12.2003 προτάσεων του, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας και αφορούσαν την από 20.6.2002 αγωγή που συνέταξε ο ίδιος κατ’ εντολή του καθού ο πλειστηριασμός "Γ. Γ. κατά των Ε. Κ., Π. Μ. και Γ. Β. και η .οποία ανέρχεται στο ποσό των 43.873,42 ευρώ, υπολογιζόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ.1 και 107 του ν.3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων", σε ποσοστό 1% επί του αντικειμένου της διαφοράς, το οποίο κατά την ανωτέρω αγωγή ανέρχεται σε 4.387.341,90 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση οι απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, υπάγονται πλέον στην περίπτωση του άρθρου 975 αρ.3 του ΚΠολΔ και κατατάσσονται προνομιακώς, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του άρθρου 31 εδ. Α’ του ν. 1545/1985 που τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 975 αρ.3 ΚΠολΔ, με τη διάταξη αυτή, όμως, σκοπήθηκε η διεύρυνση των προνομίων των απαιτήσεων του εδαφίου αυτού, όχι δε και η, έστω και κατά ένα μόνο μέρος του, σμίκρυνση του, δεν μετέβαλε το κοινό όριο όλων των προνομίων του άρθρου αυτού και δεν το μετατόπισε στο χρονικό σημείο στο οποίο ορίσθηκε για πρώτη φορά ο πλειστηριασμός, αλλά χρησιμοποίησε το χρονικό αυτό σημείο ως αφετηρία απλώς για να προσδιορίσει, με τρόπο σταθερό, το άλλο όριο του χρονικού διαστήματος, μέσα στο οποίο πρέπει να γεννήθηκαν οι αξιώσεις τις οποίες αφορά για να είναι προνομιούχες και συνεπώς περιλαμβάνει και τις απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού και έως την ημέρα διενέργειας του, οι κατατάσσονται προνομιακώς στην ίδια τάξη (Βαθρακοκοίλης Συμπληρωματικός Τόμος ΚΠολΔ, άρθρο 975, αρ. 2).

Συνεπώς, η απαίτηση του καθού η ανακοπή και αναιρεσίβλητου που αναφέρεται στη σύνταξη προτάσεων, αν και προέκυψε μετά την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού και έως την ημέρα της διενέργειας του, κατατάσσεται προνομιακώς στην ίδια τάξη, αφού αφορά ενέργεια η οποία συνέχεται με την ίδια ως άνω αγωγή και ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμηνεύει και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την διάταξη του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 εδ. α’ του ν. 1545/1985, αφού η αναγγελθείσα απαίτηση του καθ’ ου η ανακοπή (αναιρεσίβλητου) δικηγόρου αποτελούσε ένα ενιαίο σύνολό της ήτοι αυτό της αμοιβής του για την σύνταξη, κατάθεση και επίδοση της από 20-6-2002 αγωγής που άσκησε κατ’ εντολή του καθ’ ου η εκτέλεση, και έγινε πριν την ημερομηνία του ορισθέντος στις 30-10-2002 πρώτου πλειστηριασμού και ανέρχεται στο ποσό των 83.746, 84 ευρώ, καθώς και αυτό της αμοιβής του για την κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής στις 30-12-2003 και ανέρχεται στο ποσό των 43.873,42 ευρώ, αφού, και μεν η κατάθεση των προτάσεων έγινε μετά την ημερομηνία του ορισθέντος πρώτου πλειστηριασμού, πρόκειται όμως για ενέργεια που συνέχεται με την ίδια αγωγή. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι δεν είναι νόμιμος ο υπολογισμός της αμοιβής του καθού η ανακοπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ. 1 και 107 του ν.3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων", αλλά ότι έπρεπε να γίνει με βάση τους πίνακες προεισπραττομένων αμοιβών του ΔΣΑ, οι οποίοι ισχύουν και για την Κέρκυρα, σύμφωνα με τους οποίους αυτή ανέρχεται στο ποσό των 2.310 ευρώ (770 ευρώ για τη σύνταξη της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, 770 ευρώ για τη σύνταξη προτάσεων και 770 ευρώ για την παράσταση ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου), εφόσον μεταξύ του καθ’ ου η ανακοπή δικηγόρου και του πελάτη του - οφειλέτη Γ. Γ. δεν καταρτίσθηκε συμφωνία περί της αμοιβής του πρώτου για την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών του και όχι στο ποσό των 131.620,26 ευρώ για το οποίο αναγγέλθηκε στον ανωτέρω πλειστηριασμό, κατατάχθηκε προνομιακά και τυχαία και το οποίο (ποσό) υπολογίσθηκε βάσει των ανωτέρω διατάξεων του κώδικα περί δικηγόρων. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 2 του νδ 3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1649/1986, οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις είναι υποχρεωμένοι, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, να προκαταβάλουν, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, στο ταμείο του δικηγορικού συλλόγου, το οριζόμενο από το νόμο αυτόν, αντίστοιχο ποσό αμοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη προδικασίας και την παράσταση. Κατά, δε, την διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η παράσταση του δικηγόρου, αν δεν κατατεθεί το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, ο δε διάδικος λογίζεται ερήμην δικαζόμενος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 του ανωτέρω κώδικα "το ελάχιστον όριο της αμοιβής δια την σύνταξιν κυρίας, αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 107 αυτού κώδικα "δια την σύνταξιν των προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ εκείνης δια την σύνταξιν της αγωγής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής δεν αποτελεί τη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων, αλλά αποσκοπεί στη διευκόλυνση και εξασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της αμοιβής του και κατά κανόνα μέρους αυτής, στον περιορισμό της φοροδιαφυγής των δικηγόρων και στη διασφάλιση της είσπραξης πόρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΚΕΑΔ και Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων) (ΑΕΔ 33/1995 ΕλΔνη 1995,571). Επομένως, η ελάχιστη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου που οφείλεται για τη σύνταξη αγωγής και προτάσεων καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 και 107 παρ.1 του Κώδικα περί δικηγόρων. Εν όψει όλων των ανωτέρω, εφόσον μεταξύ του καθού η ανακοπή δικηγόρου και του πελάτη του-οφειλέτη Γ. Γ. δεν καταρτίσθηκε συμφωνία περί της αμοιβής του πρώτου για την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών του (σύνταξη αγωγής και προτάσεων), η αμοιβή του τελευταίου έπρεπε να καθοριστεί σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια αμοιβής που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ.1 και 107 παρ.1 του κώδικα περί δικηγόρων, τα οποία, βάσει του αντικειμένου της διαφοράς το οποίο ανέρχεται σε 4.387.341,90 ευρώ, αντιστοιχεί στο ποσό των 131.620,26 ευρώ για το οποίο και ο καθού αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό και κατατάχθηκε προνομιακά και τυχαία, ενώ η προεισπραττόμενη αμοιβή δεν αποτελεί την ελάχιστη αμοιβή για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων, που προβλέπει ο κώδικας περί δικηγόρων. Κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν- ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι για την προνομιακή κατάταξη των δικηγορικών απαιτήσεων του καθού η ανακοπή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης δικαστικής επιδίκασης της απαίτησης του, η οποία, εφόσον δεν υπήρχε, κατά τον χρόνο αναγγελίας της απαίτησης του, θα έπρεπε να οδηγήσει στην αποβολή του και στην κατάταξη του ίδιου στη θέση του για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησης του. Με τον τέταρτο δε λόγο της έφεσης ισχυρίζεται ότι η απαίτηση του αναγγελθέντος καθού η ανακοπή δεν είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό, ήτοι τελεσίδικη καταψηφιστική δικαστική απόφαση. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 16 β’ του ν.2479/19 καταργήθηκε η διάταξη της παρ.5 του άρθρου 975 ΚΠολΔ με την οποία οριζόταν η προνομιακή κατάταξη στη σειρά αυτή των απαιτήσεων των δικηγόρων από αμοιβές, από αποζημιώσεις και έξοδα, εφόσον προέκυψαν από τις ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση. Με την κατάργηση της διάταξης αυτής υπήχθησαν στις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 975, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν.1545/1985, κατά τη ρητή διατύπωση της άνω διάταξης του ν.2479/1997, δηλαδή σε πλεονεκτικότερη θέση, με το άρθρο 6 παρ. 16 α’ του άνω νόμου και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή. Υπό τη νέα αυτή ρύθμιση δεν απαιτείται η απαίτηση κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης να έχει επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία θα καθιστούσε το προνόμιο των δικηγόρων ανύπαρκτο ή περιορισμένης σημασίας, αφού αναμφίβολα μέσα στο χρόνο πού όριζε η καταργημένη διάταξη, με τα δεδομένα της δικαστηριακής πρακτικής στη χώρα μας, ήταν αδύνατη. η έκδοση τελεσίδικης απόφασης (Βαθρακοκοίλη, Συμπληρωματικός Τόμος ΚΠολΔ, άρθρο 975, αρ.1). Επομένως, εφόσον μετά την τροποποίηση; του άρθρου 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ 16 του ν. 2479/1997, δεν απαιτείται οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης να είναι εξοπλισμένες με εκτελεστό τίτλο, όπως είναι η τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση, οι ανωτέρω λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν-ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται για την απόρριψη από την εκκαλουμένη της ενστάσεως του, συνισταμένης στο γεγονός ότι η κατάταξη του καθού η ανακοπή αποτελεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεδομένου ότι ο τελευταίος ενεργούσε και ως πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος και ως πληρεξούσιος δικηγόρος του καθού ο πλειστηριασμός και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να αποβληθεί αυτός και να καταταγεί το ίδιο στη θέση του. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η απαγόρευση άσκησης του δικαιώματος, υπό τους εις αυτήν διαλαμβανόμενους όρους, είναι παραδεκτή, όταν πρόκειται για δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και όχι του δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι περί αναγγελίας των δανειστών, κατάταξης αυτών και περί γενικών προνομίων των άρθρων 972, 974 και 975 ΚΠολΔ (ΑΠ 909/1992 Ε.Δνη 35,1032, Ε.Πειρ. 270/1996 ΔΕΕ 1996,706). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος έφεσης με τον οποίο πλήττεται το δικαίωμα της αναγγελίας, το οποίο είναι δικονομικό δικαίωμα και δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν-ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο σχολιάζει τη διεύρυνση• του προνομίου των δικηγορικών απαιτήσεων, η οποία επήλθε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 16 α’ του Ν. 2479/1997, με παραπομπή σε σχετικές παρατηρήσεις καθηγητών της Πολιτικής δικονομίας, ότι δηλαδή οι δικηγορικές απαιτήσεις πλέον ικανοποιούνται στο σύνολο τους και πριν από κάθε άλλη απαίτηση, με αποτέλεσμα να εκμηδενίζεται ουσιαστικώς η εμπράγματη ασφάλεια, καταλήγοντας στην επισήμανση ότι ο καθού η ανακοπή έχει αναγγελθεί και καταταγεί μέχρι σήμερα σε πλειστηριασμούς διαφόρων οφειλετών. Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται και χωρίς να περιέχει ορισμένο αίτημα, είναι προδήλως αόριστος και όλως ασαφής και για το λόγο αυτό λογίζεται ως ανύπαρκτος. Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν- ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μη νόμιμα το κατέταξε για ποσό 34.873,79 ευρώ, ήτοι προνομιακά στο 1/3 του πλειστηριάσματος για φόρους που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 ν.2093/1992, που κατάργησε την παρ.2 του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ, έπρεπε να το κατατάξει για το σύνολο της απαίτησης του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με αυτόν το εκκαλούν - ανακόπτον δεν αμφισβητεί την απαίτηση του καθού ούτε επικαλείται ότι προηγείται αυτού, επιδιώκοντας έτσι την αποβολή του και την κατάταξη του στη θέση του, χωρίς δηλαδή να θεμελιώνει προς τούτο έννομο συμφέρον.....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε και επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Τέλος, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η από την αριθμ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως ως προς την υποβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αφού το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση αυτή και δεν εισήλθε στην κατ’ ουσίαν έρευνά του, ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα κατανομής του βάρους αποδείξεως αυτής.

Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν υπέρ του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός ερημοδικάστηκε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 79/2010 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ