Legislator Case Law & Legislation
44/2009 AI generated

44/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 44/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Αυγούστου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4586/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7573/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της ως και των από 25 Μαρτίου 2007 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

44/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 972/1999 Ελλ.

Keywords

AI generated
family member offences against the family parental alienation syndrome marital status important family reasons single parent
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 44 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 44/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..., η οποία δεν παρέστη

Του αναιρεσιβλήτου:Y1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βαρβάρα Λαμπροπούλου - Δημητριάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Αυγούστου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4586/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7573/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της ως και των από 25 Μαρτίου 2007 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τη με αριθμό 3683Ε/19-5-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., επικυρωμένο αντίγραφο της από 3-4-2008 κλήσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά τη πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (η οποία σημειωτέον, έχει επιδοθεί για προηγούμενη δικάσιμο, όπου και ματαιώθηκε η συζήτηση), παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.-

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση αιτιάσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι παραβίασε αφ' ενός μεν κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη δεχθείσα αναγκαστική ομοδικία μεταξύ αυτής, φερομένης ως ηθικής αυτουργού και της Z1 ως φυσικής αυτουργού, για την οποίαν, όμως, ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το δικαίωμα της σχετικής αγωγής, αφ' ετέρου δε "τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος και περί αδικοπραξίας εις βάρος του, δεδομένου ότι δεν απεδείχθη και δεν προσδιορίζεται ο αποχρών αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του τρίτου και της ιδίας έναντι του αντιδίκου...". Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο αυτού σκέλη είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται επακριβώς κατ' αριθμό ("ενάριθμα") ποιές είναι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις, Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος, διότι η μεταξύ πολλών ενοχή εξ αδικοπραξίας δεν γεννά αναγκαστική ομοδικία, κατά δε το δεύτερο σκέλος του και πάλιν ως απαράδεκτος, διότι βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικάσαντος Εφετείου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται, ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ' αυτόν κατ' ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση τα υποβαλλόμενα υπό την κρίση του περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις ως προς την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης.

Μεταξύ των κριτηρίων, που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, με βάση το οποίο το Δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ' αυτό να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 972/1999 Ελλ.

Δνη 41.47). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 367 του ΠΚ συνάγεται, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η διάταξη αυτή, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.(ΑΠ 1407/1998).

Έτσι, η προβολή συνδρομής περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος, (ένσταση) λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής (ΑΠ 1286/1993). Όμως, ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει υποχρέωση αποζημίωσης του αδικηθέντος κατά το αστικό δίκαιο, αν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης ή από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής.

Ο ειδικός αυτός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν δηλαδή δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε αντικειμενικά, το περιεχόμενο της σκέψης του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και όταν ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 137/1985, ΝοΒ 33/510, ΑΠ 1653/1983, ΝοΒ 32/543), ΑΠ 1113/1981).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 36/1988). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.

ΑΠ 24/1992). Στη περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που επικυρώνοντας τη πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε εν μέρει αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Aπό το νόμιμο γάμο που τέλεσαν οι διάδικοι (δεύτερο για τον ενάγοντα) στις 20-4-1993, απέκτησαν, στις 25-3-1994, τη θυγατέρα τους ....

Στις 5-3-1999 διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, έκτοτε δε η ανήλικη θυγατέρα τους διαμένει με την εναγομένη μητέρα της, στην οποία, με απόφαση του αρμοδίου Δικαστηρίου, έχει ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια της, σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της (εναγομένης) στην .... Το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με τη θυγατέρα του είχε ρυθμισθεί προσωρινά με την 7019/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).

Μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ο ενάγων διέμεινε από τον Ιούνιο 2000 έως και Μάρτιο 2001 σε διαμέρισμα στην ... επί της οδού ..., το οποίο μίσθωσε από την Ζ1 (πρώτη εναγομένη ως προς την οποία, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων παραιτήθηκε του δικογράφου και του δικαιώματος της αγωγής). Τότε ο ενάγων ανέπτυξε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας της εκμισθώτριας, και ιδία συνδέθηκε φιλικά με την αδελφή της, Ζ2, η οποία από το έτος 1997 βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγο της Ζ3, διαμένει δε μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της ...

σε παρακείμενη διπλοκατοικία, όπου βρίσκεται και το άνω διαμέρισμα, που μίσθωσε ο ενάγων. Στις 10.9.2000, ημέρα Κυριακή, όταν ο ενάγων βρισκόταν με την ανήλικη κόρη του ... στην άνω μισθωμένη κατοικία του, ασκώντας το δικαίωμα επικοινωνίας, η εναγομένη παραβίασε τη δικαστική απόφαση, που ρύθμιζε προσωρινά την επικοινωνία, κατά το διατακτικό της οποίας την, ως άνω, ημέρα ο ενάγων είχε δικαίωμα να έχει μαζί του το παιδί του από 10:30 έως 20:00 και παρά τη θέληση του (ενάγοντος) εισήλθε περίπου στις 14'·30 στην αυλή της οικίας του και πήρε μαζί της την ανήλικη κόρη τους, διακόπτοντας έτσι την επικοινωνία.

Αυθημερόν, ο ενάγων υπέβαλε σε βάρος της εναγομένης έγκληση, για παράβαση του άρθρου 232Α παρ. 1 ΠΚ. Παράλληλα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκκρεμούσε η με αρ. καταθ. 10813/2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης, με αίτημα να του ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας του.

Προς απόδειξη της άνω αιτήσεως, (η οποία εκδικάστηκε την 9.10.2000 και απορρίφθηκε), ο ενάγων προσκόμισε, μεταξύ άλλων, ως αποδεικτικό στοιχείο, και την από 3349/6.10.2000 ένορκη βεβαίωση της Ζ1, που ελήφθη κατόπιν αίτησης του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου. Σε αυτή (βεβαίωση) η Ζ1 βεβαιώνει ενόρκως πως αντιλήφθηκε (ως αυτόπτης μάρτυρας) το περιστατικό της 10.9.2000, κατά το οποίο η εναγομένη με τον προπεριγραφόμενο τρόπο διέκοψε την επικοινωνία του ενάγοντος με την κόρη τους.

Μετά τον Μάρτιο 2001, ο ενάγων αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το μισθωμένο διαμέρισμα, γιατί η εκμισθώτρια Ζ1 αρνείτο να υπογράψει μαζί του μισθωτήριο συμφωνητικό. Έτσι, οι σχέσεις των ανωτέρω διερρήχθησαν, πλην, όμως, ο ενάγων εξακολούθησε να διατηρεί φιλική σχέση με την αδελφή της (Ζ2). Τούτο εξόργισε την Ζ1 και επειδή διαφωνούσε με την άνω σχέση της αδελφής της, επεδίωξε συνάντηση με τον πρώην σύζυγο της αδελφής της Ζ3 (με τον οποίο διατηρούσε καλές σχέσεις) και την εναγομένη.

Κατά τη συνάντηση αυτή, που έλαβε χώρα μετά το Πάσχα του 2001, η Ζ1 και η εναγομένη, υπό το κράτος οργής και αρνητικών συναισθημάτων για τον ενάγοντα, κάθε μία για διαφορετικούς λόγους, αντάλλαξαν απόψεις για το πρόσωπο του, αναφερόμενες συνάμα σε περιστατικά της ζωής του, με δυσμενή σχόλια. Η εναγομένη, οι σχέσεις της οποίας με τον ενάγοντα μετά τη διάσταση τους είναι ιδιαίτερα τεταμένες, κυρίως λόγω οικονομικών απαιτήσεων εκατέρωθεν, ενίσχυσε την αρνητική για τον ενάγοντα κρίση της Ζ1 με αναφορά σε γεγονότα από την κοινή ζωή τους.

Υπό τις άνω συνθήκες και λόγω της σύμπτωσης της αρνητικής τους διάθεσης για τον ενάγοντα, η εναγομένη, σε βάρος της οποίας κατόπιν της, ως άνω μήνυσης του ενάγοντος είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 232Α ΠΚ, ζήτησε επίμονα από τη Ζ1 να καταγράψει όσα πραγματικά γεγονότα γνώριζε γι' αυτόν είτε εξ ιδίας αντιλήψεως, είτε από διηγήσεις άλλων, όπως της ίδιας (ενάγουσας).

Προκειμένου η ενάγουσα να πείσει τη Ζ1 να πραγματοποιήσει την πράξη που της ζητούσε, απέβλεψε κυρίως στα αισθήματα αγάπης και στοργής που κάθε άτομο νοιώθει για τα ανήλικα παιδιά και τη διαβεβαίωσε ότι το έγγραφο αυτό ήταν απαραίτητο για ν' αποκρούσει την, ως άνω, μήνυση, ώστε να μην φυλακισθεί και το παιδί της στερηθεί τη μητέρα του.

Η Ζ1 δέχθηκε και σε έγγραφο άνευ ημερομηνίας (το οποίο στη συνέχεια παρέδωσε στην εναγομένη), καταχώρησε τα ακόλουθα για τον ενάγοντα, που ενδιαφέρουν στην προκείμενη υπόθεση. "Με την εμφάνιση του Y1 στη ζωή μας όλα αλλάξανε. Μας έχει αναστατώσει ολόκληρη την οικογένεια μας ... Προσπάθησε από την πρώτη στιγμή με αναίδεια ή μάλλον με άριστη υποκριτική, που τον διακρίνει ευγένεια, να μπει στα του οίκου μας, γεγονός που δεν άρεσε ούτε στον άνδρα μου, ούτε σε μένα.

Και παρ' ότι η λαϊκή ρήση λέει "Δώσε θάρρος στον χωριάτη ..." εμείς χωρίς ποτέ να του δώσουμε την παραμικρή ευχέρεια την έπαιρνε μόνος του και λειτουργούσε λες και ήταν αρχηγός μας και το σπίτι μας δικό του. Ο προστάτης μας. Επεμβαίνει δε σε όλα τα οικονομικά της οικογένειας μας και της μητέρας μου και έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη της με μεθοδεύσεις που γνωρίζει άριστα.

Τα ίδια έκανε και στις δύο προηγούμενες συζύγους του και στις οικογένειες τους, όπως πληροφορήθηκα, ... Έχει αναστατώσει όλη την οικογένεια μας με ψέματα και δολοπλοκίες. Για να μην βλέπουμε τις ερωτοτροπίες του είναι συνεχώς κλεισμένοι μέσα στο σπίτι έχοντας κλειστές ακόμα και τις κουρτίνες, όμως μαζί μ' αυτούς είναι έγκλειστη και η ανιψιά μου, η οποία μάλιστα ακόμα και με τον πατέρα της, με τον οποίο μέχρι της εμφανίσεως του Y1 είχε πολύ στενό σύνδεσμο ...

και εξαιτίας αυτού και τις πρώτες διηγήσεις του παιδιού για το τι διαδραματίζονταν καθημερινά αναγκάστηκε να ζητήσει από το δικαστήριο να πάρει αυτός πλέον την επιμέλεια του παιδιού. Ο Υ1 εμφανίζεται εκατομμυριούχος με δώρα πανάκριβα και ανθοδέσμες λουλούδια. Κάθε δε φορά που γυρίζει σπίτι φέρνει δώρα και στην κόρη της αδελφής μου. ...

Μάθαμε για το ποιόν του και τα του παρελθόντος του για τα οποία όμως βουΐζει και όλη η ... από τους συγγενείς της πρώτης συζύγου στην οποία αφού έκανε τα ίδια οικονομικά προβλήματα την εγκατέλειψε με δύο γιους (25 κατ 27 ετών σήμερα) πριν 20 χρόνια και οι οποίοι, δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Τον χαρακτηρίζω επικίνδυνο άτομο και φυσικά κατ' εξοχήν επικίνδυνο για ένα μικρό παιδί.

Εμφανίζεται μεγαλοεπιχειρηματίας

εκατομμυριούχος που προσλαμβάνει και απολύει αναλόγως της εύνοιας του ή μη τον καθένα. Η δε γενναιόδωρη συμπεριφορά προς την αδελφή μου είναι προφανής αρκεί να έχει κανείς καθαρό μυαλό για να δει. Νέο θύμα η αδελφή μου, στόχος "καλά περνάμε" μα κυρίως η περιουσία της υπερήλικης μητέρας μας.". Το έγγραφο αυτό που υπογράφεται από την Ζ1, η εναγομένη, την 22.6.2001, κατέθεσε ως "σχετικό 1" με το απολογητικό της υπόμνημα, που υπέβαλε ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου, όταν κλήθηκε σε απολογία για την κατηγορία που της είχε αποδοθεί με την από 10.9.2000 έγκληση του ενάγοντος.

Επίσης, την ίδια ημέρα (22.6.2001), η Ζ1, κατόπιν αιτήσεως της εναγομένης και προς υπεράσπιση της, εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της ιδίας, ως άνω, Πταισματοδίκου. Κατέθεσε δε ότι την 10.9.2000 δεν είδε την εναγομένη να παίρνει την ανήλικη κόρη της (με τον τρόπο που ανέφερε στην από 6.10.2000 ένορκη βεβαίωση, την οποία έδωσε μετά από πίεση του ενάγοντος, χωρίς να έχει ιδία αντίληψη όπως σ' αυτήν - προγενέστερη βεβαίωση - κατέθεσε), αλλά ότι η ανήλικη ζήτησε από την εναγομένη - μητέρα της να την πάρει από την οικία του ενάγοντος, όπως πληροφορήθηκε από γειτόνισσα που αντιλήφθηκε το συμβάν.

Με το εν λόγω χωρίς ημερομηνία έγγραφο αποδίδονται στον ενάγοντα πραγματικά γεγονότα που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη του για την θεμελίωση τους δε αναφέρονται λέξεις (με αναίδεια, άριστη υποκριτική) και φράσεις "Δώσε θάρρος στον χωριάτη...", που επίσης προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του. Όλα τα εν λόγω πραγματικά γεγονότα είναι ψευδή.

Ειδικότερα, ο ενάγων είναι οικονομολόγος και παρέχει τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος σε θέματα συναφή με την επιστήμη του σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η οικονομική του κατάσταση είναι καλή. Η σχέση που ανέπτυξε με την Ζ2 και την οικογένεια της ήταν ειλικρινής και δεν αποσκοπούσε σε περιουσιακά οφέλη. Δεν δημιούργησε προβλήματα στην οικογένεια της, ούτε διατάραξε τις σχέσεις των μελών της, ενώ η σχέση της Ζ1 με την αδελφή της Ζ2 δεν ήταν αρμονική πριν αμφότερες γνωρισθούν με τον ενάγοντα (βλ.

από 27-2- 2003 κατάθεση της Ζ2 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου). Ο ενάγων απολαμβάνει την εκτίμηση των πελατών και συνεργατών του. Ο πρώτος του γάμος λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο το έτος 1986, διατηρεί δε σχέσεις με τα τέκνα που απέκτησε από το γάμο αυτό (ήδη ενήλικα), ιδίως με το μικρότερο υιό του .... Τρέφει αισθήματα αγάπης και στοργής για την ανήλικη ...

και σε καμιά περίπτωση είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως επικίνδυνος γι' αυτήν ή άλλον ανήλικο (βλ. από 7-8- 2003 έκθεση των παιδοψυχιάτρων που πραγματοποιήθηκε κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα ανηλίκων τη συνδρομή του οποίου ζήτησε η εναγομένη στη συνέχεια όμως αρνήθηκε τη συνεργασία της με τους παιδοψυχιάτρους σε αντίθεση με τον ενάγοντα).

Πρέπει να εκτεθεί, ότι ο χαρακτηρισμός "επικίνδυνο άτομο" αποτελεί γεγονός, διότι συνδέεται με τα λοιπά αναφερόμενα στο έγγραφο γεγονότα, που αφορούν τη συμπεριφορά του ενάγοντος προς την ανήλικη ανεψιά της Ζ1 για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω που υποπίπτουν (γεγονότα) στις αισθήσεις και από τα οποία εξάγεται ως συμπέρασμα ο, ως άνω, χαρακτηρισμός.

Η Ζ1 γνώριζε, ότι τα, ως άνω διαδοθέντα πραγματικά περιστατικά, που αφορούσαν την συμπεριφορά του ενάγοντος στην ίδια, στην οικογένειά της και στους στενούς συγγενείς της ήταν ψευδή, ενώ δεν γνώριζε αν ήταν ψευδή αυτά που αφορούσαν τις σχέσεις του με τις συζύγους του και τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο του, όπως επίσης γνώριζε, ότι το επίμαχο έγγραφο η εναγομένη θα το χρησιμοποιούσε εναντίον του συζύγου της, αφού οι σχέσεις τους ήταν ιδιαίτερα τεταμένες και μόνον η χρησιμοποίηση του δικαιολογούσε την σύνταξη του (εγγράφου).

Έτσι, η Ζ1 διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος τις άδικες πράξεις της δυσφήμισης και της συκοφαντικής δυσφήμισης. Το συμβάν της 10-9-2000, έλαβε χώρα, όπως αρχικά το περιέγραψε στην ένορκη βεβαίωσή της η Ζ1 κι επομένως η τελευταία διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος και την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, προκειμένου να του στερήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του, τέλεσε δε αυτήν, όπως άλλωστε είναι προφανές, κατόπιν προτροπής της εναγομένης.

Η Ζ1, στο από 10-2-2004 πρακτικό εξώδικης - συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, δηλώνει "ότι όλα όσα αναφέρονται στο ως άνω κείμενο της δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, είναι προϊόν πιέσεων και ικεσιών της εναγομένης, που πραγματοποίησε προς τούτο επισκέψεις στην οικία της και η οποία με την ιδιαίτερη πειστικότητα που διαθέτει την οδήγησε να βλέπει τα γεγονότα υπό το δικό της πρίσμα, καθώς και ότι την έπεισε πως αν υπέγραφε το δισέλιδο κείμενο θα ήταν μια ιδιαίτερη ηθική ικανοποίηση για εκείνην, ενώ τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα το δείξει πουθενά, ότι ήθελε να το διαβάζει και να αισθάνεται δικαιωμένη και παρηγορημένη ότι ένας ακόμη, όπως αυτή (η Ζ1), έχει σχηματίσει την ίδια γνώμη για τον ενάγοντα ...

κι ότι θα την βοηθούσε "ανοίγοντας της τα μάτια" να περισώσει την αδελφή της, Ζ2 από τον "επικίνδυνο" κ. Y1 και ότι σέβεται και εκτιμά πλέον τον ενάγοντα βαθύτατα". Η ίδια στο από 31-3-2003 απολογητικό υπόμνημα, που κατέθεσε στον πταισματοδίκη Αμαρουσίου ως κατηγορούμενη, κατόπιν μήνυσης του ενάγοντος, αναφέρει τα ίδια ως άνω, καθώς και ότι πιέσθηκε από την εναγομένη να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης γιατί την εκλιπαρούσε ότι μόνον έτσι θα γλύτωνε τη φυλακή και τότε η κόρη της θα ήταν απροστάτευτη, και να την καταλάβει σαν μητέρα, που θέλει να προστατεύσει το παιδί της κι ότι αυτή την κατάθεσή της (ως μάρτυρος υπεράσπισης) την ανακαλεί εξ ολοκλήρου ως προϊόν πίεσης και ως αποτέλεσμα των συγκινητικών ικεσιών της, κι ότι αληθής είναι μόνο η από 6-10-2000 ένορκη βεβαίωση της.

Είναι αλήθεια, ότι η συνολική συμπεριφορά της Ζ1 δεν είναι τοιαύτη ατόμου αξιόπιστου ως προς τις δηλώσεις του, όπως και η εναγομένη υποστηρίζει, ένα άτομο, όμως, με τέτοια προσωπικότητα ήταν το πλέον κατάλληλο να διαδραματίσει το ρόλο που επιθυμούσε η εναγομένη και που η τελευταία σκηνοθέτησε. Από τα, ως άνω, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι η εναγομένη έπεισε με τον τρόπο που προεκτέθηκε τη Ζ1 να προβεί στις παραπάνω παράνομες και αξιόποινες πράξεις σε βάρος του ενάγοντος.

Είναι, επίσης, αλήθεια, ότι τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που η Ζ1 διέλαβε στο επίμαχο έγγραφο μόνον αυτή μπορούσε να γνωρίζει, αν πραγματικά είχαν συμβεί, δεδομένου ότι ως επί το πλείστον ανάγονται στο χρονικό διάστημα που ο ενάγων διέμενε στην κατοικία που του είχε εκμισθώσει στην ..., τα εξιστόρησε όμως στην εναγομένη, η οποία, διαπνεόμενη από εμπάθεια για τον ενάγοντα, την παρακίνησε φορτικά να τα διατυπώσει και εγγράφως, γεγονός που δεν ήταν δυνατόν να συμβεί, αν δεν της το είχε υποδείξει η εναγομένη, αφού ουδεμία δικαιολογία υπήρχε προς τούτο.

Άλλωστε, το εν λόγω έγγραφο δεν χρησιμοποιήθηκε από κανένα άλλο παρά μόνον από την εναγομένη. Η τελευταία δεν μπορούσε να γνωρίζει την αναλήθεια των περιστατικών που αφορούσαν τη σχέση του ενάγοντος με την αδελφή και την οικογένεια της Ζ1. Γνώριζε, όμως, ότι αυτά, ανεξάρτητα της αλήθειας ή του ψεύδους τους, ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, την οποία και πραγματικά έθιξαν.

Τα πραγματικά, όμως, περιστατικά, που αφορούν τις σχέσεις του ενάγοντος με τις συζύγους του και τα τέκνα του γνώριζε η ενάγουσα ότι ήταν ψευδή, η ίδια δε τα διηγήθηκε στην Ζ1, όπως, επίσης, γνώριζε (εναγομένη), ότι ήταν ψευδή όσα στις 22-6-2001 κατάθεσε ενόρκως η τελευταία ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αμαρουσίου. Έτσι, η εναγομένη διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος την και αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος, δυσφήμισης και της συκοφαντικής δυσφήμισης, που τέλεσε σε βάρος του κατά τα, ως άνω, η Ζ1.

Το γεγονός ότι η συκοφαντική δυσφήμιση που τέλεσε η αυτουργός για την εναγομένη συνιστά ηθική αυτουργία σε απλή δυσφήμιση λόγω παραλλαγής του υποκειμενικού στοιχείου της γνώσης και αντίστροφα η δυσφήμιση που τέλεσε η αυτουργός αποτελεί ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμιση για την εναγομένη, δεν έχει έννομη επιρροή στη θεμελίωση της ένδικης αδικοπραξίας της εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον η και αξιόποινη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αυτουργού έστω κι αν διαφοροποιείται κατά τα ως άνω μ' αυτήν της ηθικής αυτουργού προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό (την τιμή και την υπόληψη) που η ηθική αυτουργός προκάλεσε την απόφαση στην αυτουργό να προσβάλει (βλ.

από Αθ. Κονταξή Ποιν.Κ. έκδ. 2000 σελ. 931). Ισχυρίζεται η εναγομένη, ότι χρησιμοποίησε το άνω έγγραφο προς διαφύλαξη δικαιώματός της και προς αντίκρουση της σε βάρος της μήνυση του ενάγοντος χωρίς σκοπό εξύβρισης αυτού. Πλην, όμως, και καθόσον αφορά μόνον την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απλή δυσφήμιση, η προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου από την εναγομένη στα πλαίσια απολογίας της, δεν ήταν πρόσφορη και αντικειμενικά αναγκαία για την υπεράσπισή της και απαλλαγή της από την κατηγορία του αρ. 242 ΠΚ, δεδομένου ότι τα σ' αυτό αναφερόμενα, εκτός από το τμήμα τους, για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω, ήταν άσχετα με το περιεχόμενο της μήνυσης και την καταγγελλόμενη πράξη.

Αρκούσε προς τούτο η ένορκη κατάθεση ενώπιον της πταισματοδίκου της Ζ1, που δόθηκε την ίδια ημέρα. Το γεγονός ότι η εν λόγω μάρτυρας ανακάλεσε την κατάθεση της αυτή μεταγενέστερα δεν έχει έννομη επιρροή στην παρούσα διαφορά, καθόσον τα πραγματικά γεγονότα που την θεμελιώνουν, σταθμίζονται και κρίνονται με τις συνθήκες που υπήρχαν κατά το χρόνο που τελέσθηκαν.

Η αίτηση του ενάγοντος να ρυθμισθεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του συζητήθηκε στις 25-7-2000, οπότε οι διάδικοι συμφώνησαν για το θέμα αυτό και αυτή τους η συμφωνία αποτελεί το διατακτικό της 7019/2000 απόφασης που δημοσιεύθηκε στις 31-7·2000, δυνάμει της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του ο ενάγων.

Αν στο μικρό χρονικό διάστημα των 40 ημερών που μεσολάβησε μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής μέχρι την ημέρα που η εναγόμενη πραγματοποίησε το αδίκημα που της αποδίδεται με την, ως άνω, μήνυση του ενάγοντος είχαν υποπέσει στην αντίληψη της (εναγομένης) πραγματικά γεγονότα που αντικειμενικά είχαν επίπτωση στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με την ανήλικη θάπρεπε κατ' αρχάς ν' ασκήσει αίτηση ανάκλησης της απόφασης, που ρύθμιζε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας.

Ενέργεια στην οποία ουδέποτε προέβη η εναγομένη. Επίσης αν η Ζ1 είχε διαπιστώσει τουλάχιστον αντιπαιδαγωγική συμπεριφορά της αδελφής της προς την ανήλικη θυγατέρα της, οφειλόμενη στην επιρροή του ενάγοντος, θάπρεπε ν' απευθυνθεί στον πατέρα της και στον αρμόδιο Εισαγγελέα ανηλίκων. Τοιαύτη ενέργεια ουδέποτε έγινε, ούτε ο πατέρας της ανήλικης ανηψιάς της Ζ1 ζήτησε την επιμέλεια της (ανήλικης).

Το ότι οι, ως άνω, ενέργειες δεν έγιναν, άγει στο συμπέρασμα της αναλήθειας των γεγονότων, που αναφέρονται στο επίμαχο έγγραφο και αφορούν την ανηψιά της συντάκτριας, λόγω των οποίων η τελευταία χαρακτηρίζει τον ενάγοντα "κατ' εξοχήν επικίνδυνο για ένα μικρό παιδί". Το Δικαστήριο αναφέρεται με λεπτομέρεια στο, ως άνω, τμήμα του εγγράφου, γιατί είναι το μόνο, που, καθόσον αναφέρεται στη σχέση του ενάγοντος με τα παιδιά, θα μπορούσε να ισχυρισθεί η εναγομένη, ότι το προσκόμισε στα πλαίσια της άσκησης του δικαιώματος της να υπερασπίσει τον εαυτό της.

Όμως το δικαίωμα της αυτό θα μπορούσε να το ασκήσει ασκώντας κατά τα, ως άνω, αίτηση ανάκλησης της απόφασης, που ρύθμιζε την επικοινωνία, την οποία θα περιλάμβανε στο υπόμνημα της ή θα την προσκόμιζε ως σχετικό. Για το ότι και το, ως άνω, τμήμα του εγγράφου ουδόλως συντελοΰσε στην υπεράσπισή της συνηγορεί το γεγονός, ότι αυτό δεν συνδέεται με το περιεχόμενο του απολογητικού της υπομνήματος, ούτε τεκμηριώνει όσα αναφέρει σ' αυτό, στο τέλος δε του τελευταίου επικαλείται όπως προεκτέθηκε σχετικό 1 που είναι το εν λόγω έγγραφο.

Ο δόλος (υπαιτιότητα) της εναγομένης ότι σχεδίασε να εξασφαλίσει το εν λόγω έγγραφο και να το έχει στην κατοχή της, προκειμένου, όποτε η ίδια το θελήσει, να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου του τρίτοι και με τα ψευδή πραγματικά γεγονότα που αποδίδονται μ' αυτό στον ενάγοντα να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενισχύεται και από το ότι το εν λόγω έγγραφο η εναγομένη το προσκόμισε ως σχετικό κατά τη συζήτηση της έφεσης της κατά της 1684/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αντικείμενο είχε το ποσό που πρέπει να της καταβάλει ο ενάγων για διατροφή της ανήλικης, καθώς και ενόψει της συζήτησης στις 10-11-2003 αγωγής του ενάγοντος κατ' αυτής (εναγομένης) για αποκτήματα μάλιστα δε σε χρόνο (17-10-2003) που της είχε επιδοθεί η υπό κρίση αγωγή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 γ ένσταση της εναγομένης, καθόσον δέχθηκε ότι η προσκόμιση του εγγράφου αυτού δεν απαιτείτο για την υπεράσπιση της εναγομένης και στη συνέχεια δέχθηκε ότι διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος την αποδιδόμενη με την αγωγή σ'αυτήν αδικοπραξία (ηθική αυτουργία σε δυσφήμιση, συκοφαντική δυσφήμιση και ψευδορκία μάρτυρος) Κρίνοντας δε έτσι, ορθά τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις εφάρμοσε και ερμήνευσε, αλλά και συγχρόνως διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου δεύτερος κύριος και μοναδικός πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, με αιτιάσεις από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Απορριπτέος, περαιτέρω, είναι, αλλά ως απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ.20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε το περιεχόμενο της φερομένης ως παραμορφωθείσας ένορκης βεβαιώσεως της Ζ1 (της οποίας, μάλιστα, ούτε ο αριθμός, αλλ'ούτε και ο συμβ/φος ενώπιον του οποίου έγινε, αναγράφεται), ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το εν λόγω περιεχόμενο, ώστε να κριθεί, αν πράγματι υπήρξε από πλευράς δικάσαντος Εφετείου διαγνωστικό λάθος. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, διότι, υπό την επίκληση αιτιάσεων από τους αρ.12 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, βάλλει κατά της εκ των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία προκύπτει από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και την ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών βεβαίωση (4126/2004) της ..., η οποία, όμως, (κρίση) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ένεκα της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 24-11-2005 αίτηση αναιρέσεως και τους από 25-3-2007 προσθέτους λόγους για αναίρεση της 7573/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ