Legislator Case Law & Legislation
44/2006 AI generated

44/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 44/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

44/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δια την κατά τ' ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του Ν.3198/1955 ως και των διατάξεων του Ν.2112/1920 και του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 44 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 44/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Νικολόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καπελλάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1451/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8030/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 9 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 21 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την παραγρ. 2 εδαφ. α' του άρθρου 6 του Ν.3198/1955 "Πάσα αξίωσις μισθωτού επί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν.2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου, αφ' ης κατέστη απαιτητή". Και κατά την παρ. 2 του άρθρου 8 του ιδίου νόμου 3198/1955, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν.435/1976 "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εαν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρούν της εργασίας, εαν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι, το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς, το 50%, της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.

Δια την κατά τ' ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του Ν.3198/1955 ως και των διατάξεων του Ν.2112/1920 και του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955 για την άσκηση της αγωγής προς καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν.2112/1920 ή το Β.Δ/γμα της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως ισχύει και για την προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 8 του ιδίου νόμου 3198/1955 μειωμένη αποζημίωση που χορηγείται στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος.

Άλλωστε η διάταξη αυτή ρητώς παραπέμπει στην ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2. Αφετηρία για την έναρξη της προθεσμίας αυτής δεν είναι η ημέρα, κατά την οποία ο μισθωτός υπέβαλε αίτηση στον Ασφαλιστικό του Οργανισμό για συνταξιοδότηση, αλλά η ημέρα, κατά την οποία ο εργαζόμενος, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης γήρατος, αποχωρήσει από την εργασία του εκδηλώνοντας έτσι τη βούλησή του να λύσει την εργασιακή σύμβαση.

Η ως άνω προθεσμία είναι αποσβεστική και, όπως συνάγεται από τα άρθρα 219, 280 και 261 του ΑΚ, αφενός λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και αφετέρου διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 27-9-2000 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως σερβιτόρος έως την 1-6-1968, που αποχώρησε, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του από το ΙΚΑ και το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως μισθωτών εστιατορίων -ζυθεστιατορίων κλπ., ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των Ν. 3158/1955 και 2112/1920 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 1077/1980 αποζημίωση.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής του στον πρώτο βαθμό, επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε, προς αντίκρουση τυχόν ενστάσεως αποσβεστικής προθεσμίας της αντιδίκου του, την υπ' αριθ. …/29-9-2000 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, ισχυριζόμενος ότι η αγωγή του επιδόθηκε εντός της πιο πάνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.

Η αναιρεσίβλητη δεν προέβαλε ένσταση αποσβεστικής προθεσμίας στον πρώτο βαθμό, ούτε ισχυρίστηκε, ότι η επίδοση της αγωγής που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ήταν άκυρη για οποιοδήποτε λόγο και μετά τη συζήτηση της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1451/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.

Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, με την οποία προέβαλε την ως άνω ένσταση, ισχυριζόμενη, ότι η επίδοση της αγωγής προς αυτήν έγινε στις 29-3-2001, χωρίς και πάλι να αναφερθεί στην κατά την 29-9-2000 επίδοση, που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων στον πρώτο βαθμό. Την ένσταση αυτή αντέκρουσε παραδεκτώς ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, προβάλλοντας κατ' αντένσταση διακοπή της παραγραφής, την οποία απέδειξε προσκομίζοντας και πάλι με επίκληση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του, την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως (άρθρ. 261 και 279 ΑΚ).

Η αναιρεσίβλητη για πρώτη φορά προέβαλε ακυρότητα της επιδόσεως αυτής με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών της που κατέθεσε στο Εφετείο, ισχυριζόμενη ότι ο Ι. Κ., που παρέλαβε στις 29-9-2000 την αγωγή, δεν ήταν πράγματι νόμιμος εκπρόσωπός της, όπως αντίθετα βεβαιώνεται στην παραπάνω έκθεση επιδόσεως.

Όμως, το γεγονός ότι η πάροδος της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.3198/1955 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέτως και επομένως μπορεί να προταθεί και σε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτηση της αγωγής κατά το άρθρο 269 παρ.1 του ΑΚ, χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπει η δεύτερη παράγραφος αυτού του άρθρου, δεν σημαίνει ότι, κατά της αντένστασης του ενάγοντος αναιρεσείοντος για διακοπή της παραγραφής, αποδεικνυόμενης ως άνω με την έκθεση επιδόσεως, στην οποία η Ι.

Κ. φέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης αναιρεσίβλητης, μπορούσε η τελευταία να προβάλει οποτεδήποτε τον ισχυρισμό της, ότι Ι. Κ. δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της. Και τούτο διότι τέτοιος ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης πρέπει σε κάθε περίπτωση να προβληθεί από την πρώτη συζήτηση, διαφορετικά η ακυρότητα της επίδοσης καλύπτεται (αρθρ. 160 παρ.3 ΚΠολΔ) και μετά δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε τη βάση για την αμφισβήτηση της διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας προς στήριξη καταλυτικής ενστάσεως, ότι παρήλθε η προθεσμία αυτή.

Ειδικότερα, η διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας με την επίδοση της αγωγής που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, θεωρείται ότι συντελέστηκε με την εμφάνιση της εναγομένης αναιρεσείουσας κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και τη μη πρόταση της ακυρότητας της επίδοσης, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του άρθρου 160 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά την οποία η πρόταση της ακυρότητας από παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης (στη συγκεκριμένη περίπτωση της επίδοσης της αγωγής) είναι απαράδεκτη αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής.

Είναι δε άλλο το θέμα της παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας, που ως ένσταση λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και άλλο το θέμα της διακοπής της προθεσμίας αυτής με επίδοση της αγωγής, η κατά της οποίας ένσταση ακυρότητας λαμβάνεται υπόψη μόνο μετά από πρόταση του εναγομένου που αν γίνει σε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτηση, χωρίς μάλιστα τη συνδρομή κάποιου λόγου που επιτρέπει τη βραδεία προβολή (αρθρ. 269 παρ.2 ΚΠολΔ),είναι απαράδεκτη (ΑΠ 622/1994).Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε την ένσταση ακυρότητας της εκθέσεως επιδόσεως και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη με την αιτιολογία, ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955.

Ετσι όπως έκρινε, παρά το νόμο κήρυξε άκυρη την επίδοση της αγωγής, κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8.030/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005.

O AΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ