Legislator Case Law & Legislation
449/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that disputed land is not public forest property.

Case Number 449/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's ruling that the disputed property is not public forest land. The State argued the land was public property, but the lower court found it was private based on historical maps and aerial photos. The Court held that the lower court properly considered all evidence, including the 1934 reforestation decree and 1937 aerial imagery, which contradicted the State's claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 577(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court duly examined and weighed all submitted proof without leaving any doubt.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation public forest property historical land maps aerial photography evidence private ownership claim reforestation decree

Cited Legislation

AI generated
Article 564(1) and 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Transitional Law of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Economy and Justice
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 449 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγούλα Λαγκαδίτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Διαλινάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4357/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13-2-2020 και με αρ. κατάθ. ...2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 26/9-1-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 7-9-2015 έφεση που άσκησε το εκκαλούν- ενάγον και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 4357/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά , με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 30-12-2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε την ανωτέρω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στις 20-2-2020, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (στις 24-1-2020 (άρθρα 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 παρ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1821/2022, ΑΠ 1199/2019).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 779/2019).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ, 11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1733/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον μοναδικό λόγο της αίτησής του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 599 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στον αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε νόμιμα κι εμπρόθεσμα και επικαλέστηκε το ίδιο και συγκεκριμένα την με αρ. 108424/1934 (ΦΕΚ Β 133) απόφαση του Υπουργού Γεωργίας "περί κηρύξεως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αθηνών" και την έκθεση φωτοερμηνείας της επίδικης έκτασης με αρ. 9/09-01-2012 του Δασαρχείου Πειραιά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 30-12-2010 αγωγή του με την οποία επικαλούμενος ότι είναι κύριος ενός ακινήτου έκτασης 157,50 τ.μ. με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, που βρίσκεται στο Κερατσίνι εκτός σχεδίου πόλεως, στη θέση "...", ζήτησε τη διόρθωση της ανακριβούς αρχικής εγγραφής στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κερατσινίου, που αφορά το με ΚΑΕΚ ...

ακίνητο, του οποίου κύριος εγγράφηκε το Ελληνικό Δημόσιο και να αναγνωρισθεί και να αναγραφεί ως κύριος αυτού ο ίδιος. Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας ισχυριζόμενο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου α) ως τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης με το β.δ. της 17/29 Νοεμβρίου του 1836, β) άλλως ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους, ως δημόσια γαία , γ) άλλως ως λιβάδι ή βοσκοτόπι (β.δ. 12.12.1833), δ) άλλως ως αδέσποτο με το ν.

της 21.6/10-7-1837 ε) άλλως ως αδέσποτο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 972 ΑΚ και 2 παρ. 1 του ν. 1539/1938, στ) άλλως με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας καθόσον με τους ανωτέρω νόμους το νεμόταν με καλή πίστη από την ελληνική επανάσταση του 1821 μέχρι την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή (11-6-2007).

Ο ενάγων με την αγωγή του αλλά και με τις προτάσεις του, ισχυρίσθηκε καθ υποφοράν ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν επ' αυτού πράξεις νομής, καλόπιστα, από το 1880. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η με αρ. 4357/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία αφού απέρριψε τους με στοιχεία α, γ, δ και ε' ισχυρισμούς του εναγομένου και τον με στοιχ.

στ' κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτους λόγω αοριστίας και τον με στοιχείο β' ισχυρισμό ως νόμω αβάσιμο, ερεύνησε κατ ουσίαν τον με στοιχεία στ' ισχυρισμό κατά το δεύτερο σκέλος του ήτοι περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, απέρριψε την ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη και έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Μετά από άσκηση της από 7-9-2015 έφεσης του εναγομένου (αναιρεσείοντος), εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 26/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία το Εφετείο κρίνοντας ότι οι υπό στοιχεία α'και δ' βάσεις της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου είναι ορισμένες και νόμιμες (σε αντίθεση με την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει αυτές ως αόριστες) δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ'ουσίαν και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε κατ ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις με αρ. 566, 567 και 568/31-3-2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων .........

από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς ωστόσο να παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του υπ' αρ. ...1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιώς Δ. Μ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς (τόμος ...), ο ενάγων απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα του, Μ. Κ., και κατέστη κύριος, ενός ακινήτου-αγροτεμαχίου (που είναι το επίδικο), με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού, κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 157,50 τμ.

κατά δε το Κτηματολόγιο 151 τμ., το οποίο βρίσκεται στο Κερατσίνι, εκτός σχεδίου πόλεως του ομώνυμου δήμου, στη θέση "...", όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Φεβρουάριου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β. Μ. και συνορεύει γύρωθεν με ανώνυμη οδό, οδό ..., με ιδιοκτησία Δ.

Δ. και με ιδιοκτησία Α. Χ. (το οποίο τοπογραφικό, σημειωτέον, εμφανίζει το ακίνητο με εσφαλμένο προσανατολισμό σε σχέση τόσο με το πιο πρόσφατο από Νοεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου -μηχανικού Μ. Κ., που προσκομίζει ο ενάγων, όσο και με το απόσπασμα του κτηματολογικού χάρτη του κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς, όπου αποτυπώνεται το εν λόγω ακίνητο).

Ο πατέρας του ενάγοντας απέκτησε το επίδικο ακίνητο με άτυπη αγορά, το έτος 1964, από την Π. Μ. του Χ. συζ. Α. Τ. και έκτοτε ασκούσε τη φυσική εξουσία επ' αυτού με διάνοια κυρίου χωρίς να ενοχληθεί από κανένα. Συγκεκριμένα, διατηρούσε εντός αυτού παράγκα με οικόσιτα ζώα και το επέβλεπε, ενώ από το 1997 ο ενάγων, στον οποίο μεταβιβάστηκε, συνέχισε να ασκεί επ' αυτού πράξεις νομής και δη το περιέφραξε και το δήλωνε στο έντυπο Ε9.

Μάλιστα, ο πατέρας του ενάγοντος με την υπ' αρ. 801/1996 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί αγωγής αυτού κατά του Γ. Κ., αναγνωρίστηκε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτη χρησικτησίας. Η απώτερη δε δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Π. Χ. Μ. συζ. Α. Τ., απέκτησε το επίδικο ως τμήμα μείζονος έκτασης με βάση το υπ' αρ. ...

συμβόλαιο διανομής ακίνητης περιουσίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένο στα οικεία βιβλία το Δήμου Πειραιώς, μετά από εξώδικη διανομή μεταξύ αυτής και των συγκληρονόμων της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας του πατέρα της, Χ. Μ., ο οποίος απεβίωσε τον Απρίλιο του 1918. Έκτοτε δε αυτή ασκούσε επί της ευρύτερης έκτασης, που περιήλθε στην κατοχή της, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, πράξεις νομής προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της.

Συγκεκριμένα δε, αυτή το 1965 χώρισε την έκταση, που περιήλθε στη μερίδα της από την ανωτέρω διανομή, σε οικόπεδα με βάση τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού-εργολήπτη Π. Μ. και άρχισε τη διάθεσή τους σε τρίτους. Έτσι, δυνάμει του με αρ. ...1965 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Γ. Μ., αυτή πώλησε στους Ν.

Δ., Κ. Δ. και Τ. Χ. το όμορο από δυτικά του επιδίκου (που φέρει τον αριθμό .. στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα) ακίνητο, που φέρει στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα τον αριθμό ...

Συνεπώς, ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του επιδίκου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ασκούσε πράξεις νομής για πάνω από είκοσι χρόνια προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του. Αντίθετα, από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ανεξαρτήτως της μορφής, που παρουσιάζει σήμερα το επίδικο, δεν αποδείχθηκε ότι αυτό κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα ήταν δασική έκταση, ούτε ότι το 1936 κατά τον χρόνο, δηλαδή, ισχύος του ΒΔ/τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ήταν δάσος, ώστε να υπήρχε υποχρέωση του ιδιοκτήτη αυτού να δηλώσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως ιδιοκτήτης ιδιωτικού δάσους, ώστε να μην περιληφθεί στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο.

Τα μόνα στοιχεία στα οποία αυτό στηρίζει τον χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικής έκτασης αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρόνο και εδράζονται κυρίως στην ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1937, 1945 και 1969, από τις οποίες προκύπτει η κατά τους χρόνους αυτούς ύπαρξη δασικής βλάστησης στην ευρύτερη περιοχή.

Εξάλλου, στο προσκομιζόμενο από το εναγόμενο απόσπασμα του γερμανικού χάρτη του Kaupert έτους 1872, πέραν του ότι αναφέρεται σε χρονική περίοδο, πολύ μετά το 1836, δεν αποτυπώνεται η ακριβής θέση του επιδίκου, ώστε να διαπιστωθεί εάν αυτό ενέπιπτε ή όχι σε δασική περιοχή. Σε κάθε περίπτωση στον χάρτη αυτόν εκτιμάται ότι αποτυπώνονται βορειότερες περιοχές του όρους Αιγάλεω -αναφέρονται το "..." και η περιοχή "..." Αττικής-, ενώ το επίδικο, όπως περιγράφεται στο με αρ.

πρωτ. 9/9-1-2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά, βρίσκεται στις νότιες κλιτύες του όρους αυτού. Στο ίδιο έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών αναφέρεται, ακόμη, ότι από αεροφωτογραφίες έτους 1937 προκύπτει μόνο η προς βορρά, ανατολικά και δυτικά περιοχή του επιδίκου να καλύπτεται με χορτολιβαδική βλάστηση, δασικούς θάμνους σε ποσοστό περίπου 30%, στα δε υψηλότερα υψόμετρα και στα ρέματα να παρατηρούνται διάσπαρτα άτομα χαλεπίου πεύκης, ενώ η προς νότο περιοχή εμφανίζεται να είναι μη δασική.

Αναφορικά δε με το υπ' αρ. πρωτ. 6555/2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά, που προσκομίζεται από το εναγόμενο προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί δασικής έκταση, αυτό αφορά έκταση φερόμενη ως "..." που δεν προέκυψε ότι έχει κάποια τοπική εγγύτητα με το επίδικο. Περαιτέρω, από την άλλη πλευρά, αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη έκταση, που περιήλθε στην δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Π.

Μ., από την προαναφερθείσα διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων του Χ. Μ., αποτελούσε τμήμα ακόμη ευρύτερης έκτασης, που είχε περιέλθει στον πατέρα της, δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Κ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου, μετά από διανομή μεταξύ αυτού και των λοιπών συγκυριών, ήτοι των Δ.

Μ. και Γ. Κ.. Ειδικότερα, η έκταση, που έλαβε στην κυριότητα του ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Χ. Μ., αποτελούσε τμήμα έκτασης, 770 περίπου στρεμμάτων, η οποία είχε παραχωρηθεί κατά τμήματα 160 και 610 στρεμμάτων από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. ΓΝΛΑ "περί διαθέσεως και διανομής της εθνικής γης", δυνάμει μεν των υπ' αρ. 17335 και 17333/1863 παραχωρητηρίων στους Δ.

Κ. και Θ. Μ., δυνάμει δε των με αρ. ... και ... και ... παραχωρητηρίων στους Β. Α., Χ. Δ., Γ. Α., Δ. Δ., Α. Δ., Δ. Κ., Δ. Α., Σ. Κ. και Θ. Π.. Ολόκληρη δε την έκταση αυτή απέκτησαν στη συνέχεια με αγορά από τους παραχωρησιούχους οι Γ. Κ. και Π. Κ., ενώ κατόπιν αλληλοδιαδόχων μεταβιβάσεων μεταξύ των ετών 1886-1910 περιήλθε στους Χ. Μ., Δ.

Μ. και Γ. Κ. εξ αδιαιρέτου. Ομοίως, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1833, υπό την ισχύ δηλαδή του ΒΔ της 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" είχε χαρακτήρα βοσκότοπου ή λιβαδιού.

Όπως μάλιστα καταθέτει και η μάρτυρας του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η περιοχή όπου κείται το επίδικο είναι πετρώδης και κατά θέσεις (βλ. σελίδα 10 των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών) βραχώδης, προσφερόμενη συνεπώς περισσότερο για λατομική εκμετάλλευση και όχι για βοσκότοπος.

Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε επί του επιδίκου ποτέ πράξεις νομής, όπως ισχυρίζεται, επιδεικνύοντας για πρώτη φορά ενδιαφέρον κατά την καταγραφή του ως δασική έκταση στους δασικούς χάρτες του ΟΤΑ Κερατσινίου με βάση την υπ' αρ. 2758/2002 δήλωση ιδιοκτησίας του ΓΓΠ Αττικής. Είναι χαρακτηριστικό, εξάλλου, ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διαφόρων τμημάτων του ως άνω μείζονος ακινήτου των 770 στρεμμάτων, καταβάλλοντας αντίστοιχες αποζημιώσεις στους κληρονόμους των αρχικών συγκυριών αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα ιδιωτών στις απαλλοτριούμενες εκτάσεις (βλ.

υπ' αριθμ.450/1999 απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθώς και 7 με αρ. 2043/2003 απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσα με την τακτική διαδικασία), ενώ με την υπ' αρ. 406/1974 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε επί διαφοράς μεταξύ των διαδόχων από την οικογένεια Μ.

και του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Αναπήρων Πολέμου 1940-1941, έγινε δεκτό ότι το Ελληνικό Δημόσιο με την παραχώρηση προς τους αρχικούς δικαιοπαρόχους της έκτασης των 770 στρεμμάτων αναγνώρισε την κατοχή τους επ' αυτής. Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο το 1963, κατόπιν διαγωνισμού για ανεύρεση ακινήτου προς ανέγερση αποθηκευτικών χώρων για την εναπόθεση των κρατικών εφοδίων, αγόρασε με το υπ' αρ. ...1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Λ. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένο, οικοπεδική έκταση, η οποία αποτελούσε τμήμα της προαναφερόμενης μείζονος έκτασης, που περιήλθε στον Χ. Μ. και στη συνέχεια, μετά από διανομή με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο, στους κληρονόμους του. Με βάση τα ανωτέρω, λοιπόν, ο ισχυρισμοί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το ίδιο είναι κύριο του επίδικου ακινήτου, διότι το επίδικο κατά το έτος 1836 ήταν δασική έκταση και περιήλθε σ' αυτό, επειδή δεν προσκομίσθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το Β.Δ.

της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους ή διότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι, για την επικαρπία του οποίου κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο "ταπί", το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι και η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, παρελκούσης, κατόπιν τούτου, της έρευνας της αντένστασης που προέβαλε ο ενάγων (περί κτήσης της κυριότητας με χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου), αφού δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα.".

Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως εκτίθεται και στην εισαγωγική σκέψη της ελάσσονος πρότασης της απόφασης, και σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει η απόφαση για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος περί του δασικού ή χορτολιβαδικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, συνέκρινε και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα από το αναιρεσείον επικαλούμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα το Εφετείο έλαβε υπόψη του την με αρ. 108424/1934 (ΦΕΚ Β 133) απόφαση του Υπουργού Γεωργίας "περί κηρύξεως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αθηνών" έστω και χωρίς να γίνεται ιδιαίτερη μνεία και χωριστή αξιολόγηση αυτής και την με αρ. 9/09-01-2012 έκθεση φωτοερμηνείας του Δασαρχείου Πειραιά, της οποίας γίνεται ρητή μνεία στο 9ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης, σύγκριση αυτής με άλλα αποδεικτικά στοιχεία και αξιολόγησή της, υπό τις παραδοχές ότι το επίδικο, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν ήταν δασική έκταση, ούτε το 1836 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 1936) υπό την ισχύ του β.δ./τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" και ότι από τη σύγκριση του χάρτη Kaupert του 1872 με τις αεροφωτογραφίες του 1937 και με την με αρ. 9/09-01-2012 έκθεση φωτοερμηνείας του Δασαρχείου Πειραιά, προκύπτει ότι η προς νότον περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο, εμφανίζεται να μην είναι δασική ούτε χορτολιβαδική, αντικρούοντας τον επικαλούμενο από το αναιρεσείον ισχυρισμό ότι η επίδικη έκταση ήταν δασική και περιλαμβάνονταν στις περί αναδάσωσης αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της διοίκησης.

Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμός 11γ ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του που υπέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-2-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 26/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ