Legislator Case Law & Legislation
449/2024 AI generated

449/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 449/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

449/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 252 του ίδιου Κώδικα, "αν για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι δυνατή.

Keywords

AI generated
right to higher insurance cover health insurance costs undue insurance benefit excessive price cost-recovery principle extortion of excessive official fees
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 449 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 449/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία «E. E. Α..Ε..Π..Ε..Υ.., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη. Της αναιρεσιβλήτου: ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «A. E. S..A.., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης … δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Κωνσταντίνο Σωτηριάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4654/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3804/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από … αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από … αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.3804/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την από … έφεση και τους από … πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 4654/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από … αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ'ουσίαν, απέρριψε την αγωγή, κάνοντας δεκτή την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής.

Η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεση της, στις … στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την … προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις …, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις …, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία), Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 252 του ίδιου Κώδικα, "αν για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι δυνατή.

Αν εκτός από την όχληση απαιτείται και η παρέλευση προθεσμίας, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή η όχληση και πέρασε η προθεσμία". Με τη θεμελιακή αυτή διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ καθορίζονται οι προϋποθέσεις έναρξης της παραγραφής, οι οποίες είναι η γέννηση της αξίωσης και το εναγώγιμό της, δηλαδή το δικαστικά επιδιώξιμο αυτής, που πρέπει να συρρέουν αθροιστικά.

Η αξίωση θεωρείται γεννημένη με την συμπλήρωση-συντέλεση των γεγονότων που συνιστούν τους όρους ύπαρξης του δικαιώματος από το οποίο απορρέει αυτή και, σε κάθε περίπτωση, αφότου δημιουργηθεί κατάσταση που είναι αντίθετη με το δικαίωμα. Στις αξιώσεις από ενοχικά δικαιώματα, αν πρόκειται για θετικές (προς πράξη), η αξίωση γεννιέται από τότε που ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει την παροχή, χωρίς να ασκεί επιρροή η έλλειψη υπερημερίας.

Απαιτείται επιπροσθέτως όπως προαναφέρθηκε, η αξίωση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη (εναγώγιμη), γιατί μπορεί αυτή να γεννηθεί αλλά από διάφορα κωλύματα να μην είναι δυνατή η σε δίκη καταγωγή της. Η επιδίωξη αποκλείεται μόνο όταν συντρέχουν νομικά κωλύματα, που την κάνουν αδύνατη, και όχι πραγματικά (ΑΠ 1298/2023, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 292/2021, ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012, ΑΠ 679/2008).

Νομικά κωλύματα υπάρχουν, όταν, είτε από τον νόμο (π.χ. 1858 ΑΚ), είτε με τη βούληση του δικαιούχου, ο υπόχρεος δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της αξίωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα από τη γέννησή της, λόγω συμφωνημένης αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας, η οποία έχει ως αναγκαίο, κατά νόμο, αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο, με συνέπεια να μην τρέχει η παραγραφή (ΑΠ 1298/2023, ΑΠ 292/2021, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012).

Έτσι, επί ενοχικών δικαιωμάτων, αν υπάρχει (συμφωνημένη) προθεσμία, μολονότι η αξίωση είναι γεννημένη, η παραγραφή αρχίζει από την παρέλευση της προθεσμίας, οπότε και καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 738/1975). Ο χρόνος αυτός της προθεσμίας είναι άσχετος προς την παραγραφή, δεν είναι χρόνος παραγραφής.

Με την προθεσμία αυτή δεν επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής και, συνεπώς, δεν προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 275 ΑΚ, κατά τον οποίο "δικαιοπραξία που αποκλείει την παραγραφή ή καθορίζει χρόνο συντομότερο ή μακρύτερο από τον νόμιμο ή που γενικά κάνει τους όρους της παραγραφής βαρύτερους ή ελαφρύτερους είναι άκυρη" (ΑΠ 1298/2023, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 2212/2013).

Με την διάταξη του άρθρου 275 ΑΚ απαγορεύεται η συμφωνία με την οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής, ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αυτός ορίζεται μικρότερος του νομίμου (ΑΠ 1298/2023, ΑΠ 271/1989). Εξάλλου, εκτός από τις εξαιρέσεις στο γενικό κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 252-254 του ιδίου Κώδικα, με ειδικές διατάξεις ορίζεται για ορισμένες έννομες σχέσεις άλλος αφετήριος χρόνος παραγραφής, όπως στο άρθρο 10 του Ν.2496/1997, κατά το οποίο "οι αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν (ΑΠ 86/2019, ΑΠ1940/2013, ΑΠ 1221/2011, πρβλ.ΟλΑΠ 15/1992).

Στις εξαιρέσεις, πάντως, αυτές δεν θίγεται η αρχή ότι για την έναρξη της παραγραφής απαιτείται η γέννηση και το εναγώγιμο της αξίωσης (ΑΠ 1298/2023, ΑΠ 621/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Τούτο συμβαίνει όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023 ΑΠ 2032/2022).

Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της διαφοράς, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης, βάσει δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1002/2023, ΑΠ 636/2023, ΑΠ 534/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από … αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης ισχυρίσθηκε ότι κατόπιν συναφθείσας μεταξύ τους συμβάσεως ασφάλισης, η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να την αποζημιώνει για κάθε ζημία που θα προερχόταν από την άσκηση της δραστηριότητάς της ως επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών Ότι μεταξύ των καλυπτόμενων με την ασφαλιστική σύμβαση ασφαλιστικών κινδύνων ήταν και η ζημία της (αναιρεσείουσας) από την παραβίαση της εμπιστοσύνης των υπαλλήλων της και/ή την διάπραξη πλαστογραφίας ή παραποίησης στοιχείων και ότι υπάλληλός της προέβη σε αυθαίρετες συναλλαγές στο χαρτοφυλάκιο πελάτη της, με συνέπεια αυτή (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον επενδυτή πελάτη της, στις …, ως αποζημίωση το ποσό των 7.018.224, 84 ευρώ.

Ζήτησε δε με την παραπάνω αγωγή να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει, ως ασφαλιστική αποζημίωση, το ποσό των 3.150.000 ευρώ. Η αναιρεσίβλητη, αμυνόμενη κατά της αγωγής, πρότεινε παραδεκτά την ένσταση παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσείουσας, επικαλούμενη ότι η τετραετής παραγραφή (άρθ.10 Ν. 2496/97) που άρχισε την … συμπληρώθηκε στις …, ήτοι πριν την άσκηση της αγωγής στις ….

Προς αντίκρουση της ενστάσεως παραγραφής η αναιρεσείουσα προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι τον Απρίλιο του έτους … συμφώνησαν με την αναιρεσίβλητη τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση των ζημιών και του ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης και μέχρι την ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης δεν θα ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της απαίτησής, τον ισχυρισμό δε αυτόν, που απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως μη νόμιμος, επανέφερε η αναιρεσείουσα στον Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης.

Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) προς αντίκρουση της ένστασης παραγραφής της επίδικης αξίωσής της, που υποβλήθηκε από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ισχυρίστηκε ότι την … κατέβαλε στον πελάτη της Θ.

Ν. το ποσό των 7.018.224, 85 ευρώ, κατά το οποίο επιβαρύνθηκε το χαρτοφυλάκιό του από τις περιγραφόμενες αυθαίρετες ενέργειες του υπαλλήλου Ν.. Κ.. Ότι τον Απρίλιο του … η ασφαλιστική εταιρεία της πρότεινε και αυτή δέχθηκε την ανάθεση στους πραγματογνώμονες A. J. και C. J. του αλλοδαπού οίκου πραγματογνωμόνων "C.

T." σχετικής έκθεσης και επαλήθευσης των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης. 'Οτι οι άνω πραγματογνώμονες, στις … απέστειλαν σ'αυτήν το κείμενο της συνταχθείσας απ' αυτούς έκθεσης. Ότι τον Ιούλιο του … ενημερώθηκε από τον εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας ότι η ένδικη ζημία δεν καλύπτεται από την μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης και δεν θα καταβληθεί το αιτηθέν ασφάλισμα.

Ότι με βάση τα ανωτέρω συνάγεται με σαφήνεια ότι, εκτός από τη ρητή συμφωνία για την διεξαγωγή εξώδικης πραγματογνωμοσύνης, η οποία θεμελιώνεται και σε σχετικό όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, συμφωνήθηκε σιωπηρώς ότι μέχρι την περαίωση της πραγματογνωμοσύνης και την απάντηση της ασφαλιστής (ενν:

ασφαλιστικής) δεν θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της επίδικης απαίτησης και συνεπώς ο χρόνος έναρξης της παραγραφής αυτής μετατέθηκε για τον Ιούλιο του έτους … ή έστω τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους και συνεπώς η εν λόγω παραγραφή που συμπληρωνόταν πλέον την … διακόπηκε με την επίδοση της ένδικης αγωγής στις ….

Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο κρινόμενος ισχυρισμός, κατά το σκέλος που αφορά την συμφωνηθείσα μεταβολή του χρόνου κατά τον οποίο η επίδικη απαίτηση κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη (εναγώγιμη) τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι με βάση τα ως άνω εκτεθέντα, ακόμα κι αν αυτά ήθελε θεωρηθούν αληθή..., η συμφωνία των διαδίκων για τη διενέργεια εξώδικης πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της ύπαρξης του ασφαλιστικού κινδύνου και του ύψους της προς κάλυψή του καταβαλλόμενης αποζημίωσης, έλαβε χώρα τον Απρίλιο του έτους …, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο η επίδικη αξίωση, είτε αφορά την κάλυψη ιδίων ζημιών της ασφαλιζόμενης ενάγουσας, είτε αφορά την κάλυψη της αστικής ευθύνης της για τις ζημίες του τρίτου πελάτη της είχε ήδη γεννηθεί και καταστεί δικαστικά επιδιώξιμη, αφού η έναρξη της παραγραφής είχε ξεκινήσει στην πρώτη περίπτωση την … και στη δεύτερη περίπτωση την … και συνεπώς μεταγενέστερη σύναψη τέτοιας συμφωνίας, ακόμα κι αν ήθελε κριθεί ότι εμπεριέχει αναβλητικό όρο ή προθεσμία, δεν μπορεί να αφορά τη διάρκεια της παραγραφής, η οποία μετά την έναρξή της μπορεί μόνο να ανασταλεί ή να διακοπεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απορρίπτοντας τον προαναφερθέντα ισχυρισμό τη αναιρεσείουσας περί μη συμπληρώσεως της τετραετούς παραγραφής έκανε δεκτή την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο α) ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας προς καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης άρχισε από το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου στις … και β) ότι η καταρτισθείσα τον Απρίλιο … επίμαχη συμφωνία των διαδίκων έλαβε χώρα μετά την έναρξη της παραγραφής και, συνεπώς, αυτή αφορά τη διάρκεια της παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσείουσας, παραβίασε ευθέως τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251 και 275 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 252, 361 ΑΚ και 10 του ν. 2496/1997, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.2496/1997 και τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους και, ως εκ τούτου, χρόνος έναρξης της παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας, που γεννήθηκε το Φεβρουάριο …, ήταν κατ' αρχάς η …, η δε καταρτισθείσα τον Απρίλιο …, ήτοι πριν τον προβλεπόμενο ως άνω χρόνο έναρξης της παραγραφής, συμφωνία των διαδίκων, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, ότι δηλαδή μέχρι την περαίωση της πραγματογνωμοσύνης και την απάντηση της αναιρεσίβλητης δεν θα ήταν δυνατή η κατά της τελευταίας δικαστική επιδίωξη της επίδικης απαίτησής της, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη, κατ' άρθρο 275 ΑΚ, συμφωνία επιμήκυνσης του χρόνου της παραγραφής, αλλά συμφωνία παρέλευσης ορισμένης προθεσμίας και σε κάθε περίπτωση αναβλητικής αίρεσης, για να καταστεί δυνατή η δικαστική επιδίωξη της γεννημένης αξίωσης της αναιρεσείουσας και ν' αρχίσει έτσι και η παραγραφή της, σύμφωνα με την αρχή ότι για την έναρξη της παραγραφής απαιτείται όχι μόνο η γέννηση αλλά και το εναγώγιμο της αξίωσης, η οποία (αρχή) δεν θίγεται στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, άρα και σε εκείνη του άρθρου 10 του ν. 2496/1997, και ως εκ τούτου, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, οι πραγματογνώμονες απέστειλαν το κείμενο της συνταχθείσας απ' αυτούς έκθεσης στις … και τον Ιούλιο του … ενημερώθηκε αυτή από τον εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας ότι η ένδικη ζημία δεν καλύπτεται από την μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης και δεν θα καταβληθεί το αιτηθέν ασφάλισμα, η αξίωση της αναιρεσείουσας κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη, υπό την επικαλούμενη αυτή συμφωνία, εντός του έτους …και, κατά συνέπεια, υπό τα εκτιθέμενα, χρόνος έναρξης της τετραετούς παραγραφής ήταν το τέλος του έτους αυτού, ήτοι η …, η οποία (παραγραφή) έτσι δεν είχε επέλθει κατά την επίδοση της αγωγής στις ….

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη , λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3804/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ