Legislator Case Law & Legislation
449/2021 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against Church's land ownership claim due to vague legal grounds.

Case Number 449/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Court of Appeals' decision regarding the Church of Greece's land ownership. The State argued for public ownership but failed to cite specific violated statutes or provide a clear legal basis for its claim. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible due to vagueness and rejected the State's request for legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 577, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and cannot be substantiated by cited provisions, and such vagueness renders the appeal legally unfounded.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal grounds public ownership land ownership dispute Church of Greece State liability legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of Circular 134.423/28.12.1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 449 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πωβαρέτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 658/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 15.10.2018 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου στρέφεται κατά της 96/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν αντιμωλία των διαδίκων έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 658/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15.7.2010 διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔικ. προκύπτει , ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση .

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν, όμως, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσίβλητο 2625/6.5.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Μ. Ε. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, εφόσον αυτό δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.- Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, για κάθε δικόγραφο και τους λόγους για τους οποίους ασκείται, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματική σφάλματα του δικαστηρίου είτε και του ίδιου του εκκαλούντος.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή να καθορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια τα παράπονα του εκκαλούντος, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει μάλιστα της διατάξεως του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής), και να είναι σε θέση το δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Αν λείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ενώ αν ένας από τους περισσότερους λόγους είναι αόριστος, τότε μόνο αυτός εξομοιώνεται με ανύπαρκτο λόγο έφεσης και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ εξετάζονται οι λοιποί ορισμένοι και σαφείς λόγοι έφεσης.

Η αοριστία του λόγου έφεσης δεν μπορεί να αναπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα (ακόμα και της ίδιας δίκης) ή στο δικόγραφο της αγωγής, το οποίο έχει δικαίωμα να ερευνήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο μετά την παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 1130/2015).

Ειδικώς, για το ορισμένο του λόγου έφεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, απαιτείται να αναφέρονται οι συγκεκριμένες νομικές διατάξεις, οι οποίες παραβιάσθηκαν, διαφορετικά ο λόγος έφεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. (ΑΠ 1709/2013). Εξάλλου λόγος αναίρεσης ιδρύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο , με αυτόν δε ελέγχεται και το παραδεκτό ή μη των λόγων εφέσεως (ΑΠ 1774/2017). Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 13.1.2014 εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία το ίδιο ζητούσε την εξαφάνιση της 658/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι το εκκαλούν εξέθετε τα εξής: "Η εκκαλουμένη απόφαση κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των προσαχθέντων στον πρώτο βαθμό αποδεικτικών στοιχείων έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε αποτέλεσαν δημόσιο κτήμα κάνοντας δεκτή την αγωγή της εφεσίβλητης.

Αν, όμως είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά το νόμο και είχε εκτιμήσει ορθά τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα θα είχε κάνει δεκτό ότι τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... εμβαδού 4.920 τετραγωνικών μέτρων και τμήμα του ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 2.035 τετραγωνικών μέτρων, όπως τα τμήματα αυτά προσδιορίζονται στις από 11.2.2013 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις μου, έχουν ανέκαθεν χορτολιβαδική έκταση και δη σε ποσοστό εδαφοκάλυψης άνω του 60% και ανήκουν ως εκ τούτου στην κυριότητά μου..." .

Στην έφεση ουδόλως μνημονεύονταν οι συγκεκριμένες φερόμενες ως παραβιασθείσες νομικές διατάξεις, ούτε ο τρόπος με τον οποίο παραβιάσθηκαν. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 πλημμέλεια της απόρριψης ως απαράδεκτου λόγω αοριστίας του λόγου εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο αποδίδονταν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κρίση ότι τα επίδικα ακίνητα δεν αποτελούν δημόσιο κτήμα.

Ειδικότερα, αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πληττόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον λόγο της εφέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο όφειλε με βάση την έκθεση των πραγματικών γεγονότων να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το νόμο και να προβεί στον προσήκοντα "χαρακτηρισμό του αντικειμένου της εφέσεως και να προσδώσει "στην έννομη σχέση που προβάλλεται μ'αυτήν την αρμόζουσα νομική έννοια ...", καθώς και ότι στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 9.3.2017 κατατεθείσες προτάσεις του με τις οποίες επανέφερε τους πρωτοδίκως προταθέντες ισχυρισμούς, περί ιδίας κυριότητάς του επί των επίμαχων τμημάτων των επιδίκων εκτάσεων, λόγω του χαρακτήρα τους ως χορτολιβαδικών είχε αναφέρει ότι τα επίδικα τμήματα ακινήτων περιήλθαν στην κυριότητά του με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου του έτους 1830 και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1932, άλλως ως λιβάδια σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος 12.12.1833 ("περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834"), και σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.

ΚΘ/1864 "περί βοσκησίμων γαιών", σε συνδυασμό με τον ν. ΚΨΖ 1880 "περί Κοινοτικών και Εθνικών λειβαδιών" , άλλως ως αδέσποτοι κλήροι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 ν. 21-6/10.7.1839 "περί διακρίσεως των κτημάτων". Επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 τούτο (Ελληνικό Δημόσιο) θεωρείται πάντοτε νομέας των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων και στην παρ. 4 του άρθρου 58 του ν.δ/τος 86/1969 (Δασικός Κώδικας) ορίζεται ότι " Μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής στη δε παρ. 5 του ίδιου άρθρου ότι "Μόνη η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ'εαυτήν ως διακατοχική πράξις".

Σύμφωνα, όμως, με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού στο δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ουδόλως μνημονεύονται οι συγκεκριμένες φερόμενες ως παραβιασθείσες νομικές διατάξεις ούτε ο τρόπος με τον οποίο παραβιάσθηκαν το Εφετείο που δέχθηκε ότι ο λόγος αυτής περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αόριστος, της αοριστίας αυτής μη δυναμένης να αναπληρωθεί με τις αναφορές των διατάξεων αυτών στις προτάσεις τούτου, δεν τον κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο λόγω αοριστίας και ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 96/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.10.2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 96/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ