Legislator Case Law & Legislation
449/2018 AI generated

449/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 449/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

449/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου, φορέας της σχετικής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη παθών, κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 449 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 449/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Λ., 2) Ε. συζ. Ι. Μ., θυγ. Δ. Σ., κατοίκων ..., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Λ. Μ. και 3) Ι. Μ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπραζιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 3-1-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 28-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 241/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει ότι "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου, φορέας της σχετικής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη παθών, κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία.

Τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν συνήθως στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, κατά κανόνα θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται και αυτά φορείς της σχετικής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 1007/2011).

Μόνο κατ' εξαίρεση είναι δυνατή τέτοια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον προβάλλεται και αποδεικνύεται ότι ο συγγενής αυτός υπέστη διακριτή βλάβη της υγείας του που να έχει ως συνέπεια ψυχική νόσο που να συνεπάγεται αναπηρία ή λειτουργική ανικανότητα (ΑΠ 1824/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, καίτοι, κατά τις παραδοχές της σχετικής αποφάσεώς του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αντιθέτως όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, παρά το ότι, κατά τις παραδοχές αυτές, υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, σχετικά με την αξίωση του τρίτου αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία του τραυματισμού του γιού του κατά το επίδικο ατύχημα: "Από το ένδικο ατύχημα τραυματίσθηκε σοβαρά ο ανήλικος γιός του πρώτου ενάγοντος, υποστάς, βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλά κατάγματα κρανίου, εμπιεστικό κάταγμα στην δεξιά βρεγματική χώρα, υπαραχνοειδή αιμορραγία ενδοκοιλιακή αιμορραγία τέταρτης κοιλίας και ινιακών κεράτων, μικρές θλάσεις στην αριστερή βρεγματική χώρα, υποσκληρίδιο αιμάτωμα κυρίως αριστερά μετωπιαία με πνευμοεγκεφαλικό, θλάσεις πνεύμονα, ατελεκτασία δεξιού άνω λοβού, αριστερού κάτω λοβού, θλάση αριστερού μέση πνευμονικού πεδίου, θλάση αριστερού επινεφριδίου, αιμάτωμα δωδεκαδακτύλου, κάταγμα άνω τριτημορίου δεξιάς περόνης και κάταγμα γνάθου.

Ο ανωτέρω βαρύτατος τραυματισμός του ανωτέρου ανηλίκου, τα αποτελέσματα του οποίου είναι ημιπάρεση, αφασικές διαταραχές, παράλυση του απαγωγού, με πιαθανότητα να διαρκέσουν εφ' όρου ζωής, έλαβε χώρα μπροστά στα μάτια του πρώτου ενάγοντος - πατρός του, κατά τα προαναφερόμενα. Ο τελευταίος, από τον τρόπο που συνέβη το ατύχημα, το φόβο, τον πανικό, την αγωνία, τη θλίψη και την απόγνωση, που ευλόγως αισθάνθηκε στην θέα του βαρύτατου τραυματισμού του μόλις τεσσάρων (4) ετών τέκνου του, υπέστη έντονο ψυχολογικό σοκ (νευρικό κλονισμό) και, επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, θεωρείται ως άμεσα παθών, καθόσον κατά τα ανωτέρω, επήλθε βλάβη της υγείας του, για την οποία δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει των συνθηκών του επίδικου ατυχήματος, της βαρύτητας του τραυματισμού του τέκνου του, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, πρώτου εναγομένου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (πλην της ασφαλιστικής εταιρίας), πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 8.000 €.

Επομένως, η εκκαλούμενη, που δέχθηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων εδικαιούτο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης του και του επιδίκασε αποζημίωση 8.000 €, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό τα αντίθετα παράπονα των εκκαλούντων, εκ των οποίων οι μεν ενάγοντες ζητούν μεγαλύτερο ποσό, η δε εναγόμενη να μην επιδικασθεί παντάπασι, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα...".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, μετά την παραδοχή περί του ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος, πατέρας του θύματος, υπέστη έντονο ψυχολογικό σοκ (νευρικό κλονισμό) χωρίς περαιτέρω παραδοχές ότι ο νευρικός αυτός κλονισμός επέφερε διακριτή βλάβη στην υγεία του που είχε ως συνέπεια ψυχική νόσο, αναπηρία ή λειτουργική ανικανότητα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αφού ο τρίτος αναιρεσίβλητος, υπό τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί νευρικού κλονισμού που υπέστη από το ως άνω ατύχημα, δεν καθίσταται φορέας της σχετικής αξίωσης, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρονται.

Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 εδ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (επαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έχουν γίνει δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Κατά τις διατάξεις του Ν. 2696/1999 - ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: α) Άρθρ. 12 παρ. 1. "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία ή να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών".

β) Άρθρ. 19 παρ. 1, 2. "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπ' όψιν του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν" και γ) άρθρ. 20 παρ. 1. "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 923 παρ. 1 του Α.Κ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του ν. 2447/1996, όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται γα τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί.

Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και η προφύλαξη του εποπτευόμενου, ανάλογα με τις περιστάσεις, ασκείται δε κατ' αρχήν προκειμένου περί ανηλίκου, από τους έχοντες την γονική μέριμνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 Α.Κ., γονείς, και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και τα δικαιώματά τους, αλλά και στις υποχρεώσεις τους.

Από το νόμο καθιερώνεται τεκμήριο μαχητό σε βάρος του γονέως (εποπτεύοντος), για την ύπαρξη πταίσματός του περί την άσκηση της εποπτείας, το μέτρο της οποίας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση, αλλά και την κατάσταση της υγείας (σωματικής και πνευματικής), εποπτεύοντος και εποπτευόμενου.

Το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί, εφόσον ο εναγόμενος γονέας, επικαλεστεί κατ' ένσταση και αποδείξει, ότι άσκησε στην συγκεκριμένη περίπτωση, την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν μπορούσε να αποτραπεί. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε εποπτεία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ ελέγχεται αν η ασκηθείσα εποπτεία βάσει των περιστάσεων που έγιναν δεκτές, είναι η προσήκουσα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής σχετικώς με τις συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος και την συμπεριφορά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, πατέρα του τραυματισθέντος ανηλίκου, όσον αφορά την υποχρέωσή του της ασκήσεως της προσήκουσας εποπτείας επί του προσώπου του, την εκ μέρους του επιδειχθείσα σχετική συμπεριφορά και την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ αυτής και του τραυματισμού του: "Στις 23 Απριλίου 2011 και περί ώρα 12:25, ο πρώτος ενάγων, έχοντας σταθμεύσει το όχημά του επί ανώνυμης δημοτικής οδού, που διασταυρώνεται με την επαρχιακή ..., στο ύψος της 11.300 χιλιομετρικής θέσης, κατευθύνθηκε προς την ανωτέρω επαρχιακή οδό, κρατώντας από το χέρι τον ανήλικο γιό του Λ.

Μ. του Ι., ηλικίας τότε τεσσάρων (4) ετών και δύο (2) μηνών (γεν. στις 26-2-2007), με πρόθεση να τη διασχίσουν κάθετα, προκειμένου να μεταβούν στην οικία του Λ. Μ., πατρός του πρώτου ενάγοντος και παππού του ανηλίκου, στο χωριό ..., δεδομένου ότι στο σημείο εκείνο η προαναφερόμενη επαρχιακή οδός διέρχεται μέσα από το ανωτέρω χωριό.

Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Α. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην προαναφερόμενη επαρχιακή οδό, με κατεύθυνση προς Ελασσόνα. Στην ως άνω 11.300 χιλιομετρική θέση, η εν λόγω επαρχιακή οδός, η οποία, όπως προαναφέρεται, διέρχεται μέσα από το χωριό ...ο, είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος 7,50 μέτρα, ενώ το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 60 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Καθ' ο χρόνο ο πρώτος ενάγων, έχοντας στα αριστερά του τον ανήλικο γιό του, στέκονταν στο έρεισμα της ως άνω επαρχιακής οδού, προκειμένου να τη διασχίσουν, μόλις διακοπτόταν η κυκλοφορία των διερχομένων οχημάτων, η οποία ήταν πυκνή, λόγω της ημέρας (Μεγάλο Σάββατο), ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος εκινείτο με ταχύτητα άνω των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, υπερβαίνουσα κατά πολύ το επικρατούν στην περιοχή όριο ταχύτητας, επειγόμενος να μεταβεί κατά το δυνατόν συντομότερα στην οικία του στην ...

και ενώ δεν είχε αντιληφθεί ούτε ότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή, ούτε την υπάρχουσα στο ρεύμα πορείας του προειδοποιητική πινακίδα Κ16, προκειμένου να αποφύγει ένα αυτοκίνητο, που εκίνειτο στο αντίθετο με αυτόν ρεύμα πορείας, κινήθηκε στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του, σχεδόν στο έρεισμα, με αποτέλεσμα, μη αντιλαμβανόμενος έγκαιρα την ύπαρξη του πρώτου ενάγοντος και του ανήλικου γιού του στο προαναφερόμενο σημείο, λόγω και της ύπαρξης προ της διασταύρωσης οικοπέδου με μεγάλα χόρτα αλλά και στύλου του ΟΤΕ, τα οποία περιόριζαν την ορατότητά του, αποκλείοντας τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου της δεξιάς, όσον αναφορά την πορεία του, πλευράς του δρόμου, παρέσυρε, χτυπώντας στο πόδι με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του τον ως άνω ανήλικο, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, στεκόταν αριστερά του πρώτου ενάγοντος - πατρός του και αναμένοντας μαζί με αυτόν την διακοπή της κυκλοφορίας των οχημάτων, προκειμένου να τη διασχίσουν κάθετα, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει.

Αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του ανηλίκου είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, από αμέλειά του, δεν κατέβαλε την προσοχή που οφείλει να επιδείξει ο μετρίως συνετός οδηγός, υπό παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, λόγω και της βιασύνης του να επιστρέψει στην οικία του στη ..., όπως ο ίδιος συνομολογεί στην από 24-11-2011 προανακριτική απολογία του ενώπιον του Υπαρχιφύλακα Ε.

Κ. του Τ.Τ. ...ς, ούτε ρύθμισε κατάλληλα την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., ενόψει και: α) της πυκνής κίνησης των οχημάτων, που υπήρχε κατά τον ως άνω χρόνο στην προαναφερόμενη επαρχιακή οδό, β) του γεγονότος ότι βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή (γεγονός, βέβαια, που όπως ο ίδιος καταθέτει απολογούμενος στην ίδια ως άνω προανακριτική απολογία του, δεν αντελήφθη), οπότε ήταν σφόδρα ενδεχόμενο κάποιοι πεζοί, όπως εν προκειμένω ο πρώτος ενάγων με τον ανήλικο γιό του, να επιχειρήσουν να διασχίσουν την επαρχιακή οδό, γ) της ύπαρξης προειδοποιητικής πινακίδας κινδύνου Κ16 και δ) του γεγονότος ότι μπροστά και δεξιά του, στο ρεύμα κυκλοφορίας του, η πυκνή βλάστηση σε οικόπεδο αμέσως πριν την διασταύρωση της επαρχιακής οδού με την ως άνω ανώνυμη οδό και ένας στύλος του ΟΤΕ του απέκλειαν τη δυνατότητα απρόσκοπτου ελέγχου της δεξιάς πλευράς του δρόμου του ρεύματος κυκλοφορίας του.

Έτσι, ενώ όφειλε να διέλθει από την διασταύρωση, όπου στέκονταν, όπως προαναφέρεται, ο πρώτος ενάγων με τον ανήλικο γιό του, έχοντας τεταμένη την προσοχή του και με πολύ μικρή ταχύτητα, εντούτοις, εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, άνω των 60 χιλιομέτρων την ώρα, με αποτέλεσμα, κινούμενος στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του, σχεδόν στο έρεισμα, όπως ο ίδιος καταθέτει απολογούμενος στην ανωτέρω προανακριτική απολογία του, και, μη αντιλαμβανόμενος παντάπασι την ύπαρξη των στο έρεισμα στεκόμενων ως άνω πεζών, να παρασύρει, χτυπώντας στο πόδι με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του τον ως άνω ανήλικο και να τον τραυματίσει βαρύτατα, καθόσον ο τελευταίος υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλά κατάγματα κρανίου, εμπιεστικό κάταγμα στην δεξιά βρεγματική χώρα, υπαραχνοειδή αιμορραγία, ενδοκοιλιακή αιμορραγία τέταρτης κοιλίας και ινιακών κεράτων, μικρές θλάσεις στην αριστερή βρεγματική χώρα, υποσκληρίδιο αιμάτωμα κυρίως αριστερά μετωπιαία με πνευμοεγκεφαλικό, θλάσεις πνεύμονα ατελεκτασία δεξιού άνω λοβού, αριστερού κάτω λοβού, θλάση αριστερού μέσου πνευμονικού πεδίου, θλάση αριστερού επινεφριδίου, αιμάτωμα δωδεκαδακτύλου, κάταγμα άνω τριτημορίου δεξιάς περόνης και κάταγμα γνάθου, όπως προκύπτει από το από 16-4-2011 ενημερωτικό σημείωμα του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του παρεμπιπτόντως εναγομένου πατέρα του ανηλίκου στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, λόγω παραμέλησης εποπτείας επί του τελευταίου (ανηλίκου), καθόσον όπως προαναφέρεται, ο ανήλικος δεν κυκλοφορούσε μόνος και ασυνόδευτος στο δρόμο, όπως ισχυρίζεται η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, αλλά συνοδευόταν, κατά τα προαναφερόμενα, από τον πατέρα του, παρεμπιπτόντως εναγόμενο.

Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος, έχοντας σταθμεύσει το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του στην διασταυρούμενη με την προαναφερόμενη επαρχιακή οδό, ανώνυμη οδό, αδιαφόρησε για την συνεχή εποπτεία του ανηλίκου τέκνου του και άφησε τούτο, τρέχοντας, να διασχίσει κάθετα την επαρχιακή οδό, για να μεταβεί στην οικία του παππού του, όπως ισχυρίζεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή της η παρεμπιπτόντως ενάγουσα.

Δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος για τον οποίο από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι είναι άστοργος και ανεύθυνος πατέρας άφησε τον μόλις τεσσάρων ετών γιό του να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της επαρχιακής ..., χωρίς να ασκεί συνεχή εποπτεία αυτού.

Μόνον η από 20-5-2011 ένορκη προανακριτική κατάθεση ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Α. Π. του Τ.Τ. ..., του αυτόπτη μάρτυρα Θ. Τ. ταυτίζεται εν πολλοίς με τους ισχυρισμούς της παρεμπιπτόντως ενάγουσας πλην όμως η τελευταία κρίνεται ήκιστα πειστική, καθόσουν ο ανωτέρω μάρτυρας αναφέρει ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος βρισκόταν σε απόσταση 70 - 80 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος και αντελήφθη το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου να πραγματοποιεί ελιγμό αριστερά, προκειμένου να αποφύγει τον ανήλικο, ο οποίος πετάχθηκε ξαφνικά στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού, από το μέσον, περίπου, της ανώνυμης κάθετης οδού, χωρίς να κατορθώσει τελικά να τον αποφύγει, με συνέπεια να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει σοβαρά.

Στη συνέχεια, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι πήγε αμέσως εκεί, φθάνοντας ταυτόχρονα με τον πατέρα του ανηλίκου, ο οποίος ήταν μερικά μέτρα πίσω από το παιδί. Σύμφωνα με τα ανωτέρω κατατεθέντα, ο ανωτέρω μάρτυρας, ευρισκόμενος κατά το χρόνο του ατυχήματος, σε απόσταση 70 - 80 μέτρων από το σημείο όπου αυτό έλαβε χώρα, έφθασε, διασχίζοντας κάθετα την ανωτέρω επαρχιακή οδό, όπου, κατά τα προεκτεθέντα, υπήρχε πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, στον τραυματισθέντα ανήλικο, ταυτόχρονα με τον πατέρα του, που βρισκόταν μερικά μέτρα πίσω από αυτόν.

Και μόνον το ως άνω οξύμωρο στοιχείο της κατάθεσης, αντιβαίνον άμεσα στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καταδεικνύει το αναξιόπιστο της κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρα. Πέραν, όμως, τούτου, η ως άνω κατάθεση έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με την από 31 Αυγούστου 2011 προανακριτική ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Κ.

Δ. του Τ.Τ. ...ς, όσο και με την προαναφερόμενη προανακριτική απολογία του πρώτου εναγομένου. Τα ίδια ακριβώς έκρινε και η εκκαλουμένη και απέρριψε την παρεμπίπτουσα - (αν) αγωγή. Επομένως ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, με τους 2ο και 7ο λόγους εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την αμελή συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α. Π., έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εξειδικεύσεως της αόριστης νομικής έννοιας της υπαιτιότητας.

Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η υπαγωγή δε αυτών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν δεν βρίσκεται σε καμία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ οι ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από την αναιρεσείουσα σχετικά με την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος και τον ακριβή καθορισμό της ταχύτητας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, είναι επουσιώδεις ελλείψεις που δεν εμποδίζουν, ούτε αναιρούν το, ως άνω, αποδεικτικό πόρισμα για αποκλειστική υπαιτιότητα, του οδηγού του αυτοκινήτου, εφόσον οι εν λόγω ελλείψεις και ασάφειες καλύπτονται πλήρως από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζονται στην συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως προς το σκέλος της υπαιτιότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ο οποίος είχε από κοινού με την σύζυγό του και μητέρα του ανηλίκου τη γονική μέριμνα, "...κατά τη χρονική στιγμή του ατυχήματος ασκούσε την προσήκουσα εποπτεία επί του τέκνου του, όπως αυτή επιβαλλόταν από τις περιστάσεις καθώς αυτό δεν κυκλοφορούσε μόνο του και ασυνόδευτο στο δρόμο, αλλά συνοδευόταν από τον πατέρα του καθώς, ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχοντας σταθμεύσει το όχημά του επί ανώνυμης δημοτικής οδού που διασταυρώνεται με την επαρχιακή οδό ..., κατευθύνθηκε προς την ανωτέρω επαρχιακή οδό, κρατώντας από το χέρι τον ανήλικο γιό του Λ.

Μ. ηλικίας τεσσάρων (4) ετών και δύο (2) μηνών, με πρόθεση να τη διασχίσουν κάθετα... Καθ' ο χρόνο ο πρώτος ενάγων έχοντας αριστερά του τον ανήλικο γιο του στέκονταν στο έρεισμα της, ως άνω, επαρχιακής οδού, προκειμένου να τη διασχίσουν, μόλις διακοπτόταν η κυκλοφορία των διερχομένων οχημάτων..., ο πρώτος εναγόμενος...

κινήθηκε στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του σχεδόν στο έρεισμα... παρέσυρε χτυπώντας στο πόδι με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του τον, ως άνω, ανήλικο, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε στεκόταν αριστερά του πρώτου ενάγοντος - πατρός του και αναμένοντας μαζί με αυτόν τη διακοπή της κυκλοφορίας των οχημάτων, προκειμένου να τη διασχίσουν κάθετα, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει".

Μετά από αυτά το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβασίμους τους, 2ο και 7ο λόγους εφέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα παρεπονείτο ότι η εκκαλουμένη έσφαλε επειδή έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο (οδηγός) Α. Π., ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 95% ήταν ο α' εφεσίβλητος πατέρας του ανηλίκου και ως συνέπεια της παραδοχής αυτής ήταν η απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής που η ίδια (αναίρεσείουσα) είχε ασκήσει κατά του πατέρα του ανήλικου πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 923 παρ. 1 ΑΚ, που εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε αιτιολογίες και μάλιστα επαρκείς και όχι αντιφατικές ως προς το ζήτημα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την προσήκουσα εποπτεία επί του ανωτέρω τέκνου του.

Έτσι πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα για την ύπαρξη πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου περί την άσκηση της εποπτείας του ανηλίκου.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πατέρα του τραυματισθέντος ανηλίκου, στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος διότι παραμέλησε την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας επί του προσώπου του, τον οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβασίμους και τους σχετικούς λόγους εφέσεως. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθιμ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη του τον ισχυρισμό αυτό, είναι αβάσιμος. Ο παράλληλος και χωρίς τη διατύπωση της επικουρικότητας, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με την έννοια της παραβάσεως των άρθρων 923, 299, 300 ΑΚ με την απόρριψη των σχετικών λόγων εφέσεως ως αβασίμων κατ' ουσίαν, ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου, καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούσε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ψέγεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το αριθμό 20 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, ήχθη στο αποδεικτικό πόρισμα περί μη συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πατέρα του τραυματισθέντος ανηλίκου, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, λόγω παραμελήσεως της ασκήσεως της προσήκουσας εποπτείας επί του προσώπου του, επειδή εσφαλμένα ανέγνωσε τα εξής έγγραφα: 1) Το από 23/4/2011 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου ατυχήματος του Τ.Τ. .... 2) Το από 23/4/2011 Δελτίο Συμβάντων του Τ.Τ. ...

προς την Εισαγγελία Λάρισας 3) Το από 6/7/2011 διαβιβαστικό του Τ.Τ. ... προς την Εισαγγελία Λάρισας. 4)Την από 26/4/2011 δήλωση ατυχήματος του οδηγού του ΙΧΕ αυτ/του Αν. Π. προς την εταιρεία. 5) Την από 20/5/2011 ένορκη εξέταση του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα του συμβάντος Θ. Τ.. Ενώ εάν τα είχε αναγνώσει ορθώς, θα είχε καταλήξει στο αληθές συμπέρασμα περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος λόγω παραμέλησης της προσήκουσας εποπτείας επί του ανηλίκου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφενός μεν, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση του δικαστηρίου για το περιεχόμενο των άνω εγγράφων και στο διαφορετικό πόρισμα που κατέληξε, από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα και όχι σε εσφαλμένη ανάγνωσή του και αφετέρου διότι το αποδεικτικό πόρισμα περί μη συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ατυχήματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα συγκεκριμένα έγγραφα (σχεδιάγραμμα, δελτίο συμβάντων, διαβιβαστικό, δήλωση ατυχήματος, εξέταση μάρτυρα), αλλά και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, ποινική δικογραφία, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι).

Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στον Ι. Μ. ατομικώς. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Επί του προκειμένου, το αγωγικό αίτημα με το οποίο ο ενάγων πατέρας ζήτησε ατομικά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κρίθηκε νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η εναγομένη - αναιρεσείουσα με την με αριθμ. εκθ. Καταθ.../21-7-2014 έφεσή της, με τον πρώτο λόγο αυτής, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το κεφάλαιο τούτο και την απόρριψη του αντιστοίχου αγωγικού κονδυλίου.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον λόγο εφέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμο. Πρέπει επομένως μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το κεφάλαιο που αφορά επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στον αναιρεσίβλητο - εφεσίβλητο, δεδομένου δε ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να διακρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 ΚΠολΔ), και μετά την επανεκδίκαση της ως άνω με αρ.

κατ. 212/21-7-2014 εφέσεως ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση, ήτοι κατά το μέρος που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έκανε δεκτό ως και κατ' ουσίαν βάσιμο το αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ατομικά, επιδικάζοντας το ποσό των 8.000 ευρώ, να γίνει δεκτή η έφεση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη μόνο ως προς την διάταξή της κατά την οποία "Υποχρεώνει τους εναγομένους να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, στον ενάγοντα Ι.

Μ. το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση", ακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο περί επιδικάσεως στον ενάγοντα ατομικά χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, να απορριφθεί η αγωγή ως προς την επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού για την άνω αιτία, εις τον ενάγοντα ατομικώς, και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 241/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση στον Ι. Μ. ατομικώς χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Κρατεί και δικάζει επί της εφέσεως κατά της με αριθμό 377/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας

Δέχεται αυτή.

Εξαφανίζει την πιο πάνω εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση στον Ι. Μ. ατομικά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, του ποσού των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.

Απορρίπτει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο και την αγωγή κατά τούτο.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία. Και Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε με αριθμούς διπλοτύπων 11399/10-11-2015 (Δημοσίου) και 11398/10-11-2015 (ΤΑΧΔΙΚ). ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα τις 2 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ