Legislator Case Law & Legislation
449/2012 AI generated

449/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 449/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 449 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated
449/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 449 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: «Ενστάσεις κατ’ απαιτήσεων από επιταγή (άρθρ. 79 ν. 5960/1933). Έκδοση επιταγών στα πλαίσια επενδυτικής συμφωνίας και συμβατικός όρος εμφάνισής τους κατά τη λήξη της συμφωνίας. Πρόωρη εμφάνιση των επιταγών λόγω απώλειας φερεγγυότητας επενδυτικού ομίλου. Απόρριψη αγωγής. Επαρκής αιτιολογία.»

Keywords

AI generated
asset manager undeclared bank accounts asset manager liability liability of wealth manager investment advisory liability investment losses

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 449 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ενστάσεις κατ’ απαιτήσεων από επιταγή (άρθρ. 79 ν. 5960/1933). Έκδοση επιταγών στα πλαίσια επενδυτικής συμφωνίας και συμβατικός όρος εμφάνισής τους κατά τη λήξη της συμφωνίας. Πρόωρη εμφάνιση των επιταγών λόγω απώλειας φερεγγυότητας επενδυτικού ομίλου. Απόρριψη αγωγής. Επαρκής αιτιολογία.

Αριθμός 449/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Δανάη Μπόλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Π. του Λ., κατοίκου ... και 2.ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΒΑΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ" που εδρεύει στην Καβάλα, και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 132/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την 16.11.2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγου υπό στοιχείο 2 κατά το οικείο μέρος του, όπως και 1,2 και 3 κατά το οικείο μέρος τους (όπως εκτιμώνται) και όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις με αφ. 44228 και 22238/28-1-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αμφότερους τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, "περί επιταγής", 297, 298 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή, γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα χρηματικά κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, εφόσον η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή μέσα σε οκταήμερη προθεσμία από την αναγραφόμενη ως ημεροχρονολογία έκδοσής της και δεν πληρωθεί, υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία του κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής παρά το νόμο, ήτοι εναντίον της διατάξεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, η οποία χαρακτηρίζει την πράξη αυτή του εκδότη και ως ποινικό αδίκημα, αποβλέποντας στην προστασία όχι μόνον του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος και δημιουργώντας κατά του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση του κομιστή. Η αξίωση αυτή του κομιστή κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής συρρέει με την αξίωση από την επιταγή, από τα άρθρα 40-47 του ν.5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.Α.Π. 23/2007). Ο εναγόμενος προς αποζημίωση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να προβάλει, αμυνόμενος κατά της αγωγής, τον αρνητικό για τη θεμελίωσή της ισχυρισμό ότι, παρά τη συνδρομή των όρων του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, δεν προκλήθηκε από τη μη πληρωμή της επιταγής ζημία στη περιουσία του δικαιούχου κομιστή, διότι αυτός, κατά την υποκείμενη σχέση, δεν είχε δικαίωμα να επιδιώξει την είσπραξη της επιταγής. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, λόγω αδικοπραξίας του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης πρώτου αναιρεσιβλήτου (έκδοση ακάλυπτων επιταγών και απάτη), το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είναι μαθηματικός, κατά τα έτη 1994 και 1995 είχε ανοίξει και διατηρούσε δύο ατομικούς επενδυτικούς λογαριασμούς στην Αμερικανική Τράπεζα Merrill Lynch, από τους οποίους ο ένας ανοίχτηκε στις 16-7-1995, είχε τον κωδικό ... και την ονομασία "F. G. Ρ." και ο δεύτερος ανοίχτηκε και λειτούργησε από 26-5-1994, είχε τον κωδικό ... και την ονομασία "J.", στους οποίους κατέθεσε προσωπικά του κεφάλαια, καθώς και κεφάλαια τρίτων επενδυτών-πελατών του, που με τον τρόπο αυτό συμμετείχαν στις υψηλές αποδόσεις των παραπάνω λογαριασμών, μέσω των οποίων επενδύονταν κεφάλαια στην αμερικανική χρηματαγορά. Παράλληλα ο πρώτος εναγόμενος στις 21-2-1997 συνέστησε τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Επενδυτική Καβάλας Α.Ε.Π.Ε.Υ.", με έδρα στην Καβάλα και σκοπό τη λήψη και διαβίβαση εντολών, για λογαριασμό επενδυτών-πελατών της, προς κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών, τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών κ.λ.π., της οποίας ο ίδιος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος. Ο ενάγων, που πληροφορήθηκε τις επενδυτικές δραστηριότητες του πρώτου εναγομένου από την κοινή γνωστή τους Ε. Α., ήρθε σε επαφή μαζί του προκειμένου να επενδύσει στην αμερικανική χρηματαγορά, μέσω των παραπάνω προσωπικών επενδυτικών λογαριασμών του. Επειδή όμως οι λογαριασμοί αυτοί ήταν στο όνομα του πρώτου εναγομένου, για απόδειξη συμμετοχής του ενάγοντος στο συνολικό επενδυμένο κεφάλαιο, συμφωνήθηκε ότι θα χορηγούσε ο πρώτος στο δεύτερο επιταγές μεταχρονολογημένες, που θα αντιπροσώπευαν το μερίδιο συμμετοχής του στους λογαριασμούς, με την ειδικότερη συμφωνία ότι ο ενάγων θα ασκούσε τα δικαιώματά του από τους τίτλους μόνο εφόσον οι επενδυτικοί λογαριασμοί θα ήταν κερδοφόροι, δηλαδή θα είχαν αποδόσεις και όχι ζημία. Συγχρόνως υπογράφηκαν μεταξύ τους ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία αναγράφονταν η ημερομηνία λήξης της επένδυσης και όχι αυτή της συνάψεως της συμφωνίας, όπως άλλωστε συνέβαινε με όλους όσους επένδυαν στους λογαριασμούς αυτούς. Για τα ιδιωτικά αυτά συμφωνητικά χρησιμοποιούνταν έντυπα της εταιρίας-δεύτερης εναγομένης, η οποία ασχολούνταν μόνο με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν είχε καμιά σχέση με τους παραπάνω προσωπικούς λογαριασμούς του πρώτου και αυτό το γνώριζε ο ενάγων, καθόσον τόσο ο ίδιος, όσο και άλλα μέλη της οικογένειάς του (σύζυγος και τέκνα του), είχαν κωδικούς σε χρηματιστηριακές εταιρίες στην Ελλάδα και μέσω της δεύτερης εναγομένης επένδυαν σε μετοχές του Χ.Α.Α. Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους ο ενάγων παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο τον Οκτώβριο του 1997 το ποσό των 75.000.000 δραχμών για να το επενδύσει στους παραπάνω λογαριασμούς για ένα χρόνο, από 8-10-1997 έως 8-10-1998, με ετήσια απόδοση 25%, την οποία θα εισέπραττε κάθε δίμηνο. Για το μερίδιο της συμμετοχής του στην επένδυση ο ενάγων έλαβε πέντε επιταγές 3.125.000 δραχμών για κάθε δίμηνο, που αφορούσαν τις αποδόσεις του κεφαλαίου και μία των 78.125.000 δραχμών, που αφορούσε το κεφάλαιο και την τελευταία απόδοση. Λόγω της καλής πορείας των επενδυτικών λογαριασμών εισέπραξε το ποσό των 3.125.000 δραχμών ανά δίμηνο και συνολικά έλαβε απόδοση 18.750.000 δραχμών για ένα έτος (έως 8-10-1998). Η καταβολή των χρημάτων γινόταν με ταυτόχρονη επιστροφή στον πρώτο εναγόμενο της αντίστοιχης επιταγής. Στις 6-4-1998 ο ενάγων κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο και το ποσό των 40.000.000 δραχμών, για να το επενδύσει με τον ίδιο τρόπο και την ίδια απόδοση, την οποία θα εισέπραττε κάθε δίμηνο. Για το μερίδιο συμμετοχής του στην επένδυση έλαβε έξι επιταγές των 1.666.666 δραχμών για κάθε δίμηνο, που αφορούσαν τις αποδόσεις του κεφαλαίου και μία των 40.000.000 δραχμών, που αφορούσε το κεφάλαιο και εισέπραξε συνολικά αποδόσεις 10.000.000 δραχμών έως 6-4-1999. Λόγω των υψηλών αποδόσεων που εισέπραξε ο ενάγων, στις 8-10-1998 ζήτησε την ανανέωση της συμφωνίας για το ποσό των 75.000.000 δραχμών, στο οποίο πρόσθεσε και το ποσό των 15.000.000 δραχμών από την απόδοση που εισέπραξε, δηλαδή συνολικά επένδυσε το ποσό 90.000.000 δραχμών, με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 30% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο. Για το μερίδιο της συμμετοχής του στην επένδυση έλαβε έξι επιταγές των 4.500.000 δραχμών και μία των 90.000.000 δραχμών και εισέπραξε συνολικά για αποδόσεις έως 8-10-1999 το ποσό των 27.000.000 δραχμών. Στις 6-4-1999 ο ενάγων ανανέωσε τη συμφωνία επένδυσης και των 40.000.000 δραχμών με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 35% και λήξη κάθε δίμηνο και έλαβε για το μερίδιο συμμετοχής του στην επένδυση έξι επιταγές των 2.333.333 δραχμών και μία των 40.000.000 δραχμών και εισέπραξε συνολικά για αποδόσεις έως τις 6-4-2000 14.000.000 δραχμές, οπότε ανανέωσε και πάλι την επένδυση για το ποσό των 40.000.000 δραχμών για ένα χρόνο με ετήσια απόδοση 36% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο και έλαβε έξι επιταγές των 2.400.000 δραχμών και μία των 40.000.000 δραχμών, λήξεως 6-4-2001 και εισέπραξε συνολικά, μέχρι τις 6-12-2000, το ποσό των τεσσάρων δόσεων, ύψους 9.600.000 δραχμών. Στις 8-10-1999 ζήτησε ανανέωση της επένδυσης και για το ποσό των 90.000.000 δραχμών, στο οποίο πρόσθεσε και το ποσό των 10.000.000 δραχμών από την απόδοση που εισέπραξε, δηλαδή συνολικά κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο 100.000.000 δραχμές με συμφωνία ετήσιας απόδοσης 35% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο και έλαβε έξι επιταγές των 5.833.333 δραχμών και μία των 100.000.000 δραχμών και εισέπραξε από τις αποδόσεις έως 8-10-2000 το ποσό των 35.000.000 δραχμών. Τα παραπάνω σαφώς προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και επιβεβαιώνονται και από την από 24-4-2002 ένορκη προανακριτική και την από 5-3-2003 ένορκη ενώπιον της Ανακρίτριας Καβάλας καταθέσεις του ενάγοντος, που δόθηκαν στα πλαίσια της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων ανά έτος ανανέωνε τα άνω επενδυμένα κεφάλαια του, με τις συμφωνηθείσες ετήσιες αποδόσεις, τις οποίες ελάμβανε ανά δίμηνο και ταυτόχρονα για τα ποσά κεφαλαίου και αποδόσεων ο εναγόμενος του παρέδιδε κατά την ανανέωση αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές, λήξεως ανά δίμηνο για τις αποδόσεις και μετά πάροδο έτους για το κεφάλαιο, τις οποίες επέστρεφε στον πρώτο εναγόμενο, με την καταβολή στον λογαριασμό του από τον τελευταίο του αντίστοιχου ποσού, ενώ συγχρόνως υπέγραφαν και ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία ήταν έντυπα της δεύτερης εναγομένης, στα οποία όμως ανέγραφαν ως χρόνο κατάρτισης το χρόνο λήξεως της συμφωνίας. Μέχρι και το φθινόπωρο του 2000 η συνεργασία των διαδίκων εξελισσόταν ομαλά και έτσι στις 8-10-2000 κατά την ανανέωση της συμφωνίας επένδυσης ο ενάγων πρόσθεσε στο ποσό των 100.000.000 δραχμών και το ποσό των 10.000.000 δραχμών από την απόδοση που εισέπραξε και κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο συνολικό ποσό 110.000.000 δραχμών με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 40% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο και υπέγραψαν συγχρόνως ιδιωτικό συμφωνητικό, με ημερομηνία 8-10-2001, που ήταν ο χρόνος λήξης της συμφωνίας, έλαβε δε ο ενάγων έξι επιταγές• των 7.333.333 δραχμών, με λήξη κάθε δίμηνο, αρχής γενομένης από 8-12-2000 και μία των 110.000.000 δραχμών, λήξεως 8-10-2001, εκδόσεως του εναγομένου. Οι επιταγές όμως αυτές, όπως και όλες οι άλλες που είχαν εκδοθεί στο παρελθόν, από τις οποίες πρέπει να σημειωθεί καμιά δεν εμφανίσθηκε προς πληρωμή, εκδόθηκαν με τη συμφωνία ότι θα εμφανίζονταν προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες μόνο εφόσον οι επενδυτικοί λογαριασμοί του πρώτου εναγομένου στη Μerrill Lynch θα ήταν κερδοφόροι, δηλαδή συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου ότι ο πρώτος θα δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματα του από τις επιταγές μόνον υπό την προϋπόθεση της κερδοφορίας των δύο επενδυτικών λογαριασμών του πρώτου εναγομένου και αποτελούσαν συγχρόνως και το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο συμμετοχής του ενάγοντος στους παραπάνω λογαριασμούς του πρώτου εναγομένου. Από το Σεπτέμβριο όμως του 1999 άρχισε μία καθοδική πορεία των χρηματιστηρίων διεθνώς, που επηρέασε και το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και ιδιαίτερα το δείκτη ΝΑSD-AC, σε μετοχές του οποίου επένδυαν οι δύο λογαριασμοί του πρώτου εναγομένου, οι οποίοι για το λόγο αυτό παρουσίασαν μεγάλες ζημιές, λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης και σε όλη τη διάρκεια του 2000 και τελικώς έκλεισαν και συγκεκριμένα ο λογαριασμός με κωδικό ... από τον Οκτώβριο του 1999 έως το Μάιο του 2000, οπότε και έκλεισε, είχε ζημία 930.256 δολάρια ΗΠΑ και ο λογαριασμός με κωδικό ... από τον Ιανουάριο του 1999 έως το Δεκέμβριο του 2000, οπότε και έκλεισε, είχε ζημία 5.609.840 δολάρια ΗΠΑ, παρόλο που ο πρώτος εναγόμενος στον τελευταίο από τους λογαριασμούς το Σεπτέμβριο του 2000 μετέφερε 1.000.000 δολάρια, που προέρχονταν από ρευστοποίηση προσωπικής του περιουσίας (πώληση μετοχών του στο Χρηματιστήριο Αθηνών). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο όμως δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να αναλάβει το συνολικό ποσό της επένδυσης του τον Οκτώβριο του 2000 και ότι δεν το ανέλαβε γιατί με δόλιο τρόπο πείστηκε από τον πρώτο εναγόμενο να ανανεώσει την επένδυση του. Αντίθετα προέκυψε ότι στις 8-10-2000 ο ενάγων αυτοβούλως αποφάσισε την ανανέωση της συμφωνίας επένδυσης, ικανοποιημένος από τις υψηλές αποδόσεις που μέχρι τότε απολάμβανε από τη συμμετοχή του στους δύο επενδυτικούς λογαριασμούς, ευελπιστώντας στην ανάκαμψη των χρηματιστηριακών αγορών, των οποίων την πτωτική πορεία κατά το τελευταίο έτος προφανώς γνώριζε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να του αποκαλύψει τη ζημιογόνα εξέλιξη των δύο επενδυτικών λογαριασμών του, καθόσον επί κερδοσκοπικών συναλλαγών δεν υπάρχει υποχρέωση για αποκάλυψη των περιστατικών εκείνων, η ύπαρξη ή μη των οποίων ανήκει στο συνηθισμένο κίνδυνο, που συνδέεται με τέτοιου είδους δικαιοπραξίες. Πρέπει να σημειωθεί άλλωστε ότι με το με αριθμό 196/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Καβάλας κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του πρώτου εναγομένου για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Καβάλας για την πράξη της έκδοσης των ακάλυπτων επιταγών. Στις 8-12-2000 ο ενάγων συναντήθηκε με τον πρώτο εναγόμενο και δέχθηκε να λάβει το ποσό των 5.033.000 δραχμών και με τον τρόπο αυτό εξοφλήθηκε η επιταγή των 2.400.000 δραχμών, με ημερομηνία 6-12-2000, ενώ από την επιταγή των 7.333.333, δραχμών με ημερομηνία 8-12-2000 καταβλήθηκε έναντι ποσό 2.633.333 δραχμών και έμεινε υπόλοιπο ποσό 4.700.000 δραχμών, για το οποίο ο εναγόμενος εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Εγνατία με ημερομηνία 20-1-2001, σε διαταγή του ενάγοντος, ο οποίος γνωρίζοντας πλέον ότι οι δύο επενδυτικοί λογαριασμοί είχαν μεγάλες ζημίες, λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης των τιμών των μετοχών και δεν υπήρχε δυνατότητα διαμέσου των επενδυτικών λογαριασμών να του καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος τις αποδόσεις που συμφωνήθηκαν και για τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές, δέχθηκε και έλαβε τα παραπάνω ποσά. Ενώ όμως ο ενάγων γνώριζε τα παραπάνω, εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή τις παρακάτω μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές της Εγνατίας Τράπεζας, που είχε εκδώσει ο πρώτος εναγόμενος σε διαταγή του κατά τα προεκτεθέντα, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως στο λογαριασμό του επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα. Συγκεκριμένα την με αριθμό ... επιταγή, ποσού 4.700.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης 20-1-2001, την εμφάνισε στις 26-1-2001, την με αριθμό ... επιταγή, ποσού 2.400.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης 6-4-2001, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-2-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 6-2-2001, ποσού 40.000.000 δραχμών, την εμφάνισε στις 1-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 6-2-2001, ποσού 2.400.000 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-4-2001,ποσού 7.333.333 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-6-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, όπως και τις με αριθμούς ..., με ημερομηνία έκδοσης 8-8-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών και ..., με ημερομηνία έκδοσης 8-10-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών και την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-10-2001, ποσού 110.000.000 δραχμών, την εμφάνισε στις 2-2-2001. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι κατά το χρόνο εμφάνισης των παραπάνω επιταγών προς πληρωμή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις με τη συνδρομή των οποίων και μόνο είχε δικαίωμα ο ενάγων να τις εμφανίσει προς πληρωμή, δηλαδή να είναι κερδοφόροι και όχι ζημιογόνοι οι δύο επενδυτικοί λογαριασμοί του πρώτου εναγομένου, όπως είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί και ο ενάγων παρόλο που γνώριζε ότι οι επιταγές εκδόθηκαν με την παραπάνω συμφωνία και ότι δεν συνέτρεχαν οι παραπάνω προϋποθέσεις κατά το χρόνο εμφάνισης τους, τις εμφάνισε προς πληρωμή, κατά τον ουσιαστικά βάσιμο σχετικό ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της βάσεως της αγωγής αποζημίωσης από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη (και όχι ένσταση, όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν υπέστη ζημία από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου περί του καταπιστευτικού χαρακτήρα των επίδικων επιταγών, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο ...". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος έναντι του πρώτου εναγομένου, αντικαθιστώντας μερικώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, 297, 298, 361, 330 εδ. β', 914, 932, 346 του ΑΚ, που εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής- εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Η κατάρτιση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο- εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συμφωνιών με τον αναιρεσείοντα για την επένδυση κεφαλαίων του σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, με ιδιαίτερα υψηλές προσυμφωνημένες αποδόσεις και βαθμιαίως αυξανόμενες από 25% ετησίως κατά το πρώτο έτος (1997) συνεργασίας τους έως 40% κατά την τελευταία περίοδο (από 8-10-2000 έως 8-10-2001) συνεργασίας τους. 2) Η υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ των διαδίκων και η έκδοση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο επιταγών μεταχρονολογημένων στη λήξη της ετήσιας διάρκειας του επενδυόμενου κεφαλαίου (και διμήνου για τις αποδόσεις του), των οποίων (επιταγών) δεν έγινε χρήση από τον αναιρεσείοντα λόγω εκούσιας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων μέχρι την έναρξη της τελευταίας επενδυτικής συμφωνίας (8-10-2000), οπότε εγκύρως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος από τις εκδοθείσες υπέρ αυτού, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, χάριν καταβολής των οφειλών του από τη διαχείριση του κεφαλαίου του αναιρεσείοντος επιταγών, τις οποίες θα μπορούσε να εμφανίσει προς πληρωμή ο αναιρεσείων στην πληρώτρια τράπεζα μόνον εφόσον οι επενδυτικοί λογαριασμοί του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην αλλοδαπή τράπεζα Merrill Lynch θα ήταν κερδοφόροι και 3) Η κατά παράβαση της τελευταίας συμφωνίας των διαδίκων εμφάνιση από τον αναιρεσείοντα προς πληρωμή των επιταγών πριν από την αναγραφόμενη σ' αυτές ημερομηνία έκδοσής τους και ενώ οι τηρούμενοι λογαριασμοί από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην αλλοδαπή τράπεζα Merrill Lynch ήταν ζημιογόνοι, πράγμα το οποίο άλλωστε γνώριζε ο αναιρεσείων. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος κατά το οικείο μέρος τους και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τις ομολογίες τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων για τους περιορισμούς της τελευταίας επενδυτικής συμφωνίας των διαδίκων ως προς την άσκηση των από τις επίμαχες επιταγές δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και ο αντίθετος, πρώτος κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔικ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν ίο δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσε ως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και. ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 327/1996), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 παρ 2 του ΚΠολΔικ). Με τον δεύτερο κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν κήρυξε την ακυρότητα της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων για την καταπιστευτική μεταβίβαση των επίδικων επιταγών στον αναιρεσείοντα. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποια δικονομική διάταξη παραβιάσθηκε, πώς συντελέσθηκε τούτο και η προβολή της ακυρότητας στο ουσιαστικό δικαστήριο ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-11-2010 αίτηση του Γ. Χ. για αναίρεση της 132/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ