Legislator Case Law & Legislation
449/2011 AI generated

449/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 449/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 449 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2011

Legislator headnote

AI generated

449/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 449 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2011

Keywords

AI generated
previous legal status standing of heirs striking from register appointment of estate representative temporary protection Ukrainian citizens denial of survivor benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 449 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σ.α Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Σ. Μ. Β. και 2 Γ. θυγ. Μ. Β., κατοίκων ..., ατομικά και ως μοναδικών κληρονόμων της πρώτης αρχικής διαδίκου Β. χας Μ. Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνη Μαλεβίτη.

Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Κ. χας Σ. Β., το γένος Ι. Τ., 2. Σ. θυγ. Σ. Β., κατοίκων ..., 3. α) Τ. Κ., ) Η. Τ. Κ., γ) Κ. Τ. Κ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων και καθολικών διαδόχων της τρίτης αναιρεσίβλητης Α. συζ. Τ. Κ., το γένος Σ. Β., 4. Α. Τ. του Μ., 5 Σ. Τ. του Μ., 6 Λ. Τ. του Μ., 7 Π. Τ. του Μ., 8 Μ. συζ. Ν. Ρ., το γένος Μ., 9 Φ. Μ. του Ν. και 10 Σ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., η οποία έχει τεθεί σε κατάσταση πλήρους δικαστικής συμπαράστασης και εκπροσωπείται από τη Φ. Μ.. Οι 1 , 2, 3α. 3β. 3γ. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη ενώ οι 4, 5, 7, 8, 9 παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρος τους. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αντώνιος Ρουπακιώτης δήλωσε ότι η 6η αναιρεσίβλητη (Λ. Τ. του Μ.) απεβίωσε στις 23-8-2010 και κληρονομήθηκε από τον υιό της Έ. Γ. του Π., ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 2-10-1996 αγωγή των αρχικών διαδίκων (Κ. Β., Σ. Β., Α. Κ. και Α. Κ.) και β) με την από 17-2-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της αρχικής διαδίκου Β. χας Μ. Β., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1997 μη οριστική, 70/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 392/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-3-2008 αίτησή τους και με τους από 7-8-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες και προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση, της 392/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων με κατάθεσή της στις 11-3-2008 απεβίωσαν αντίστοιχα: α) στις 2-2-2009 η τρίτη αναιρεσίβλητη Α. Κ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγό της Τ. Κ. και τα δύο τέκνα της Η. Κ. και Κ. Κ., και β) στις 24-8-2010 η έκτη αναιρεσίβλητη Λ. Τ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό της Έ. Γ.. Επομένως, οι πιο πάνω (μοναδικοί) εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των τρίτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ), αντιστοίχως, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης την λόγω θανάτου εκείνων βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται από αυτό απαράδεκτο της συζήτησης της υπόθεσης. Επίσης, νομίμως συνεχίζεται η δίκη και ως προς τη δέκατη των αναιρεσιβλήτων Σ. Μ., η οποία, καθώς δεν αμφισβητείται, έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πλήρους δικαστικής συμπαράστασης και εκπροσωπείται από την διορισθείσα (με τελεσίδικη δικαστική απόφαση) οριστική συμπαραστάτρια Φ. Μ. (ένατη αναιρεσίβλητη).

2.- Επειδή, με τον από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, ούτε εξάλλου και το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι δεν έχει καθόλου μείζονα σκέψη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί ποιοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου εφαρμόστηκαν και αν τα πραγματικά περιστατικά (τα σχετικά με την κτήση συγκυριότητας των αναιρεσειόντων), που έγιναν δεκτά, καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τις πιο κάτω αναφερόμενες πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του, καθώς στη συνέχεια ειδικότερα αναφέρεται. 3.- Επειδή,από τις διατάξεις τόσο του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου (ν.8 παρ.1 κωδ.7.39, ν.9 παρ.1 Βασ. (50.14) ν. 5 κωδ.7.34, ν.42 πανδ. 41.2, ν.28 πανδ. 10.3) όσο και των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ολόκληρο ή πλέον της μερίδας του. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους λοιπούς συγκοινωνούς μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση αυτή του συγκοινωνού που κατέχει το πράγμα, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκοινωνών μπορεί να προέλθει είτε από σχετική δήλωση εκείνου που αντιποιείται αποκλειστικώς στο όνομά του τη νομή του κοινού είτε από αλλού και έτσι αρκεί η γνώση του συγκοινωνού για την αντιποίηση αυτή από οπουδήποτε και αν προέρχεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στις 5-10-1943 πέθανε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Σ. Γ. Β., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος κατέλιπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ. κατά τα 8/32 εξ αδιαιρέτου και τα οκτώ (8) τέκνα τους Β. σύζυγο Μ. Τ., Ε. σύζυγο Θ. Μ., Γ. Β., Σ. Β., Μ. Β., Α. σύζυγο Α. Κ., Α. σύζυγο Τ. Κ. και Δ. σύζυγο Ν. Μ. κατά τα 3/32 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, οι οποίοι υπεισήλθαν με ανάμειξη στην κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται τα παρακάτω ακίνητα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...: 1) ... στη θέση " ...", έκτασης 18 στρεμμάτων, 2) ... στη θέση "...", έκτασης 5 περίπου στρεμμάτων, 3) περιβόλι στη θέση "...", έκτασης 4 στρεμμάτων, 4) περιβόλι στη θέση "...", έκτασης 2,5 στρεμμάτων, 5) περιβόλι στη θέση "...-...", έκτασης 1 στρέμματος, 6) περιβόλι στη θέση "...", έκτασης 1 στρέμματος, 7) περιβόλι στη θέση "...", έκτασης 170 τμ., 8) περιβόλι στη θέση "...", έκτασης 200 τμ, 9) διώροφη οικία με κήπο και αυλή στη θέση "..." ..., συνολικού εμβαδού 70 τμ, 10) ένα ανώγειο κατάστημα, ισόγειο και υπέρ το ισόγειο όροφο, στην κεντρική αγορά της ..., εμβαδού του οικοπέδου 90 τμ, 11) ανώγεια αποθήκη μέσα στην ..., εμβαδού του οικοπέδου 40 τμ, 12) ... στη θέση "...", έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων και 13) το 1/6 εξ αδιαιρέτου παλαιού ελαιοτριβείου στη συνοικία "...- ..." μέσα στην ... με ακάλυπτο χώρο και παλαιό οικίσκο, συνολικού εμβαδού 750 τμ. Την 1η Αυγούστου 1949 πέθανε στην ..., χωρίς διαθήκη, η Σ. χήρα Σ. Β., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα οκτώ (8) τέκνα της στο πιο πάνω ιδανικό μερίδιο των 8/32, που κληρονόμησε από το σύζυγο της Σ., και ειδικότερα κατά το 1/32 εξ αδιαιρέτου από το καθένα. Με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Γκαμπράνη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., οι από τους κληρονόμους Γ., Σ., Μ., Α. και Δ. Β. αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρα τους Σ.υ κατά τα 3/32 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και της μητέρας τους Σ.ς κατά το 1/32 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και έτσι ο καθένας τους έγινε συγκύριος των παραπάνω 12 ακινήτων της κληρονομίας κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου, του δε 13ου ακινήτου κατά το 1/48 εξ αδιαιρέτου. Επίσης, με την 35184/1951 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., η από τους συγκληρονόμους Α. Κ.-Β. αποδέχθηκε την πιο πάνω κληρονομία του πατέρα της και της μητέρας της κατά τα 3/32 και 1/32 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, και έτσι έγινε συγκυρία κατά τα ίδια ποσοστά των 1/8 και 1/48 των κληρονομιαίων ακινήτων, αντιστοίχως, όπως και οι παραπάνω συγκληρονόμοι της. Με τα ... και ... προσύμφωνα αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Ι. Γκαμπράνη οι από τους συγκληρονόμους αδελφές Ε., Β. και Δ. Β. υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν τα ιδανικά τους μερίδια σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία των γονέων τους κατά τα πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου στους αδελφούς τους Γ., Σ. και Μ. Β.. Οριστικά συμβόλαια δεν συντάχθηκαν πλην όμως, από το χρόνο εκείνο, δηλαδή το έτος 1960, που παρέδωσαν με τη βούλησή τους τη σύννομή τους κατά τα προαναφερόμενα μερίδιά τους στους τρεις αδελφούς τους, αποξενώθηκαν από την κληρονομία, ενώ οι τελευταίοι που εξακολούθησαν να την έχουν (συννομή) μέχρι το θάνατό τους (άρθρο 976 ΑΚ) προσαύξησαν με έκτακτη χρησικτησία τα μερίδια τους στην κληρονομία, τα οποία έγιναν για τον καθένα τους 2/8 εξ αδιαιρέτου για τα 12 ακίνητα και 2/48 εξ αδιαιρέτου για το 13° ακίνητο. Μετά το θάνατο των γονέων τους, ο μεγαλύτερος αδελφός Γ. Β. χρησιμοποιούσε ως κατοικία αυτού και της συζύγου του το πιο πάνω 9ο ακίνητο, το οποίο μέχρι τότε αποτελούσε την πατρική οικία και μετά από αυτόν το χρησιμοποιούσε η σύζυγός του Α. μέχρι το θάνατο της, το έτος 1995. Οι δύο αδελφοί Γ. και Μ. Β. χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες της εμπορίας τους το ισόγειο του παραπάνω 10ου ακινήτου και το 11ο ακίνητο ως αποθηκευτικό χώρο. Επίσης, ο Σ. Β. από το έτος 1950 χρησιμοποιούσε ως ιατρείο τον πρώτο όροφο του προαναφερόμενου ακινήτου, ενώ ο Μ. Β. φύτεψε ελιές στο 12ο ακίνητο. Οι παραπάνω αδελφοί (Γ., Μ. και Σ.) νέμονταν τα πιο πάνω ακίνητα κατά το ως άνω ιδανικό τους μερίδιο ο καθένας και ουδέποτε εκδήλωσαν βούληση να νέμονται αυτά αποκλειστικά για τον εαυτό τους, ώστε η πρόθεσή τους αυτή να γίνει γνωστή στους υπόλοιπους συγκληρονόμους. Συνέχισαν να κάνουν χρήση αυτών, ο καθένας για τις ανάγκες του επαγγέλματός του, ο Γ. και Μ. ως έμποροι και ο Σ. ως ιατρός, η δαπάνη δε στην οποία προέβη ο Μ. για τη δεντροφύτευση δεν εκδηλώνει από μόνη της τη βούλησή του για αποκλειστική κυριότητα επ' αυτού. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων- εναγόντων της δεύτερης αγωγής -κληρονόμων του Μ. Β.- ότι οι τρεις αδελφοί Μ., Γ. και Σ. από το έτος 1961 είχαν προβεί σε άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων σε γνώση των λοιπών συγκληρονόμων αδελφών τους Α. και Α. και νέμονταν αυτά έκτοτε αποκλειστικά για λογαριασμό τους, ώστε να έχουν καταστεί συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα στη δεύτερη συνεκδικαζόμενη αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία. Ρητή και κατηγορηματική είναι στο σημείο αυτό η κατάθεση του μάρτυρα Τ. Κ., γαμπρού από αδελφή, του οποίου η αξιοπιστία δεν αμφισβητείται, ότι ουδέποτε όσο ζούσαν οι άρρενες είχε γεννηθεί μεταξύ των συγκληρονόμων αμφισβήτηση των κληρονομικών δικαιωμάτων των αδελφών Α. και Α.. Ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε του κληρονομικού τους δικαιώματος, αλλά η οποιαδήποτε διαφωνία στην εξώδικη διανομή αφορούσε την επιλογή των διανεμητέων ακινήτων. Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι στο από 9-6-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των πιο πάνω αδελφών και στο οποίο δεν συμβάλλονται οι αδελφές Α. και Α. προκύπτει ότι δεν είχε λάβει μέχρι τότε διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Σ. Β. μεταξύ των συγκληρονόμων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αδελφές Α. και Α. και ότι η προσωρινή διανομή αφορά μόνο ορισμένα από τα διανεμητέα ακίνητα, τα αστικά στην ..., και θα ισχύσει μέχρι την οριστική διανομή, η οποία δεν θα υπερβαίνει τα 10 έτη από την υπογραφή του συμφωνητικού. Η ίδια δήλωση των τριών αδελφών επαναλαμβάνεται και στην από 1-6-1980 αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας στην οποία ενάγουν και τα πέντε αδέλφια Μ., Γ., Σ., Α. και Α. τις άλλες αδελφές, οι οποίες ήδη από το έτος 1960 είχαν παραδώσει στους αδελφούς τη συννομή επί των κληρονομιαίων ακινήτων. Εξάλλου, το ότι ο Μ. Β. δεν νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του τα κληρονομιαία ακίνητα προκύπτει και από την από 30-10-1990 εξώδικη δήλωσή του προς τους λοιπούς συγκληρονόμους, με την οποία τους καλεί να συμπράξουν στην οριστική διανομή του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Σ. Β.. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι λόγω των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση κληρονομικών διαδοχών, που έλαβαν χώρα μετά τους θανάτους των συγκληρονόμων Γ. Β. (...), Σ.ος Β. (...), Α.ς χήρας Γ. Β. (...) και Α. Κ. (...), οι ενάγοντες της πρώτης από 2-10-1996 αγωγής, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία των άμεσων δικαιοπαρόχων τους και μετέγραψαν νομότυπα τις σχετικές δηλώσεις αποδοχής, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν (απόφαση) αναφερόμενα, κατέστησαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου (με κληρονομική διαδοχή) των επίδικων ακινήτων κατά τα ποσοστά που ειδικότερα μνημονεύονται (στην απόφαση) και για το μέγεθος των οποίων δεν υπάρχει σχετική αιτίαση με το αναιρετήριο. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την από 2-10-1996 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αντίθετη από 17-2-1997 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, και την ένσταση ιδίας κυριότητας, που αυτοί πρόβαλαν στην πρώτη αγωγή, οι οποίες (αγωγή και ένσταση) είχαν ως βάση την κατά το έτος 1961 άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας από τους αδελφούς Γ., Σ. και Μ. Β. (άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων της αγωγής αυτής), εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων, και την εν συνεχεία, με βάση την άτυπη αυτή διανομή, αποκλειστική νομή των περιγραφομένων επίδικων ακινήτων με διάνοια κυρίου επί τον απαιτούμενο χρόνο της (έκτακτης) χρησικτησίας Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, αφού, υπό τα εκτεθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, οι ανωτέρω συγκληρονόμοι (Γ., Σ. και Μ. Β.) θεωρείται ότι κατείχαν τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα και στο όνομα των λοιπών συγκληρονόμων (Α. και Α.), κατά των οποίων δεν μπορούσαν να αντιτάξουν κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ. Επίσης, το Εφετείο, κρίνοντας όπως ανωτέρω, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, (τον οποίο και με την ένσταση ιδίας κυριότητας προέβαλαν), ότι οι Γ., Σ. και Μ. Β. νέμονταν από το έτος 1961 και μέχρι το θάνατό τους τα επίδικα ακίνητα αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό, εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων, αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται, ως αποδειχθέν, ότι οι ανωτέρω νέμονταν τα περιγραφόμενα κληρονομιαία ακίνητα κατά το προσδιοριζόμενο ιδανικό τους μερίδιο, και ουδέποτε εκδήλωσαν τη βούλησή τους στους λοιπούς συγκληρονόμους να νέμονται αυτά αποκλειστικά για τον εαυτό τους, ενώ απέρριψε, ως μη αποδειχθέντα, τον ισχυρισμό περί της κατά το 1961 άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας. Ο ισχυρισμός δε των αναιρεσειόντων ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής, διότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και "ότι οι υπόλοιποι συγκληρονόμοι, μη ευρισκόμενοι στην κατοχή των ως άνω τριών ακινήτων που κατείχαν οι ανωτέρω, εξεδήλωσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο την βούλησή τους να είναι ή να μη είναι συννομείς αυτών" είναι αλυσιτελής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, για να μπορεί να αντιτάξει ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος κατά των λοιπών συγκληρονόμων, στο όνομα των οποίων θεωρείται ότι κατέχει τα κληρονομιαία ακίνητα, κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, πρέπει να καταστήσει γνωστό σ' αυτούς (με οποιοδήποτε τρόπο), ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν να παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία, τέτοια δε γνωστοποίηση δεν έλαβε χώρα, όπως σαφώς γίνεται δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, η παραδοχή δε αυτή στηρίζει το διατακτικό της και δεν απαιτείτο και η αναφορά της εκδήλωσης της βούλησης των λοιπών συγκληρονόμων να είναι ή να μη είναι συννομείς, η οποία, άλλωστε, προϋποθέτει και γνωστοποίηση της σχετικής αντίθετης βούλησης του συγκληρονόμου. Επίσης, αλυσιτελής είναι και ο ισχυρισμός τους, ότι είναι ανεπαρκής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, διότι, ενώ δέχεται "ότι ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε του κληρονομικού δικαιώματος, αλλά η οποιαδήποτε διαφωνία στην εξώδικη διανομή αφορούσε την επιλογή των διανεμητέων ακινήτων", δεν διευκρινίζεται ποια ήταν τα ακίνητα που ήθελε να λάβει καθένας από τους κληρονόμους, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), η ως άνω αναφορά περί εξώδικης διανομής δεν αφορά την επικαλούμενη του έτους 1961, αλλά εκείνη στην οποία αναφέρεται το πιο πάνω συμφωνητικό του έτους 1980.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης, όπως ο τρίτος λόγος, κατά το μέρος αυτό, συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. 4.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν έγινε συνεκτίμηση αυτού μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αυτό αναφορικά με το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Και αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με τη εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του, ότι δεν έλαβε χώρα η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες κατά το 1961 άτυπη διανομή, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή σε καταθέσεις μαρτύρων καθώς και σε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και α) το από 9-6-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω αδελφών και στο οποίο δεν συμβάλλονται οι αδελφές Α. και Α. και β) την από 30-10-1990 εξώδικη δήλωση του Μ. Β. προς τους λοιπούς συγκληρονόμους, χωρίς να στηρίξει σ' αυτά αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας (για τον ως άνω ισχυρισμό) πόρισμά του. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω (δύο) εγγράφων, που προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμησή του, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1/2004 εισηγητικής έκθεσης του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας), και ειδικότερα την περιεχόμενη σ' αυτήν κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Τ. Κ. είναι απαράδεκτος. Τέλος, η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αναίρεσης (στο πρώτο μέρος του) αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, εκτιμώμενη ως λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στην ως άνω κρίση του για την μη ύπαρξη άτυπης διανομής ύστερα από εκτίμηση των σ' αυτή ειδικότερα αναφερομένων αποδείξεων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων).

5.- Επειδή, ως πράγματα, για τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ. ΑΠ 14/2004). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ψέγουν το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους προβληθέντες με την έφεση και τις προτάσεις τους, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμούς, α) ότι με την άτυπη διανομή στην οποία προέβησαν κατά το 1961 οι τρεις αδελφοί Γ., Σ. και Μ. Β., ο καθένας έλαβε στην κατοχή του τα αναφερόμενα ακίνητα και στα οποία και ενεργούσαν έκτοτε και μέχρι το θάνατό τους, για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό, τις αναφερόμενες πράξεις νομής και β) ότι μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους Μ. Β. (11-3-1994) και μέχρι την άσκηση της αγωγής τους (1997), συνέχισαν αυτοί ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του να κατέχουν με διάνοια κυρίου τα ακίνητα του τελευταίου και έτσι έγιναν συγκύριοι κατά τα προσδιοριζόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου με χρησικτησία. Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ο ως άνω πρώτος ισχυρισμός (περί κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Μ. Β. με έκτακτη χρησικτησία), που στηρίζεται στα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος, με τις παραδοχές, ότι δεν αποδείχθηκε αφενός ότι έλαβε χώρα η πιο πάνω άτυπη διανομή (και κατά συνέπεια και η με βάση αυτή περιέλευση των επίδικων ακινήτων στους ανωτέρω συγκληρονόμους) και αφετέρου ότι ο Μ. Β. νεμόταν τα κληρονομιαία ακίνητα αποκλειστικά για τον εαυτό του. Ενόψει δε των παραδοχών αυτών ο ως άνω (δεύτερος) ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί της νομής των επίδικων ακινήτων εκ μέρους αυτών δεν ασκούσε έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού το χρονικό διάστημα νομής τους από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους (1994) και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1997) δεν αρκούσε για την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία και, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτόν.

Συνεπώς, ο ανωτέρω (τέταρτος) λόγος αναίρεσης είναι αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό αβάσιμος και αναφορικά με τον δεύτερο απαράδεκτος. 6.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αβάσιμη την αντίθετη δική τους αγωγή, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα που αυτοί, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη του ισχυρισμού τους περί άτυπης κατά το έτος 1961 διανομής των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: α) Την 5606/1980 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου ... Δημητρίου Δούκα, β) την από 10-3-1982 ιδιόγραφη διαθήκη του Γ. Β., που κηρύχθηκε κυρία με την 63/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, γ) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ευστρατίου Γκαρμπάνη, δ) τα ... και ... προσύμφωνα πώλησης του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού και ε) τα από 1-5-1993, από 10-5-1996, από 1-2-1996 και 11-2-1996 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης. Όμως, από τη διαβεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα η πιο πάνω ιδιόγραφη διαθήκη μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση, για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

7.- Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, εφόσον έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την κατάθεση μάρτυρα που δεν ολοκληρώθηκε ως δικαστικό τεκμήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, την αποδεικτική της βαρύτητα. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρά τους Σ. Δ. ως δικαστικό τεκμήριο, ενώ έπρεπε να τη λάβει υπόψη προς άμεση απόδειξη, αφού αυτή, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ήταν ημιτελής, αλλά είχε ολοκληρωθεί. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Δ., που περιέχεται στην 23/1999 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή δικαστή, που είχε οριστεί για την ενώπιόν του εξέταση των μαρτύρων στα θέματα, που με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε επιτραπεί να αποδειχθούν και με μάρτυρες. Την κατάθεση αυτή το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη εκ των πραγμάτων κρίση του, την εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο, διότι, όπως δέχθηκε, αυτή δεν είχε ολοκληρωθεί, όπως, άλλωστε, και στην εισηγητική έκθεση φαίνεται, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, οι οποίοι διατείνονται, ότι εσφαλμένα ο Εισηγητής δεν κήρυξε περαιωμένη την κατάθεση του μάρτυρα. Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη του την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα και την εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 8.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (Ολ. ΑΠ 25/2003), όχι όμως και οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη της οποίας καλύπτεται από τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι άφησε αδίκαστο αίτημά τους που είχαν υποβάλει με λόγο έφεσης για "να ληφθεί υπόψη ως ολοκληρωμένη η κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα", αφού, κατά τους ισχυρισμούς τους, ο Εισηγητής δικαστής κακώς δεν θεώρησε περατωθείσα την κατάθεση και διέκοψε την εξέτασή του για άλλη ημέρα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το ως άνω αίτημα δεν συνιστά αίτηση υπό την προεκτεθείσα έννοια. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης εκτιμώμενος και ως αιτίαση από τον αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα είναι ημιτελής, έλαβε υπόψη τον πιο παραπάνω προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-3-2008 αίτηση των Σ.υ Μ. Β. και Γ. θυγατέρας Μ. Β. για αναίρεση της 392/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν με το από 31-7-2009 δικόγραφο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ