Legislator Case Law & Legislation
449/2007 AI generated

449/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 449/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 449 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2007

Legislator headnote

AI generated

449/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 449 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2007

Keywords

AI generated
unemployment benefits overpayment discontinuation of benefits unemployment insurance revision withdrawal of unemployment benefits reversal of disability denial retraining benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 449 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 449/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Ε. Α.Ε." ή "Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Μηλιώνη. Των αναιρεσίβλητων: .....(αναφέρονται 21 ονόματα), όλων κατοίκων ..... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δήμα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 619/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5884/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 14-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 2 Α.Κ. εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου, περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων, ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν καταχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη. Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ΄ αρχήν να προσδώσει στο νόμο αναδρομική δύναμη, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς, όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα (άρθρ. 7 παρ. 1 και 78 παρ. 1). Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ.) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Οι διατάξεις των τελευταίων επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας, στην οποία περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά (ενοχικά) δικαιώματα. Δηλαδή, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνον εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 188/2005). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 13 εδ. γ του ν. 2190/1994 ορίστηκε ότι οι υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εγχωρίων Προϊόντων (ΚΥΔΕΠ), οι οποίοι απολύθηκαν με τη θέση της ΚΥΔΕΠ υπό εκκαθάριση, εγγράφονται μετά από αίτησή τους στους πίνακες επαναπροσληπτέων του Υπουργείου Γεωργίας και των νομικών προσώπων που υπάγονται σ΄ αυτό, στα οποία περιλαμβάνονται η Αγροτική Τράπεζα και οι θυγατρικές επιχειρήσεις της, κατανέμονται δε ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες και οικονομικές δυνατότητες και η πρόσληψή τους περατώνεται έως τις 31.12.1995. Με την ίδια παράγραφο εδ. β ορίστηκε ότι για τους επαναπροσλαμβανομένους εφαρμόζονται και οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του ιδίου άρθρου. Στην πρώτη από τις παραγράφους αυτές ορίζεται ότι ο χρόνος τον οποίο οι απολυθέντες και επαναπροσληφθέντες διήνυσαν εκτός υπηρεσίας, λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό, κατά τις κείμενες διατάξεις ή κανονισμούς, της προϋπηρεσίας τους. Επίσης, με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 2349/1955 ορίστηκε ότι στις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994 υπάγονται και οι υπάλληλοι της ΚΥΔΕΠ που παρέμειναν σ΄ αυτή μετά τη θέση της υπό εκκαθάριση, οι οποίοι, για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται απολυθέντες με τη θέση της ΚΥΔΕΠ υπό εκκαθάριση. Για όσους δε από τους παραπάνω υπαλλήλους διατηρηθούν και μετά τις 31.12.1995 με απόφαση του Διοικητή της ΑΤΕ στην ΚΥΔΕΠ για τις ανάγκες της εκκαθάρισης η εφαρμογή των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου γίνεται αμέσως μόλις αυτοί απολυθούν ή μόλις ολοκληρωθεί η εκκαθάριση. Περαιτέρω, στο άρθρο 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997 ορίζεται "ο χρόνος υπηρεσίας των επαναπροσλαμβανομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, καθώς και των προσλαμβανομένων σε ασφαλιστικά ταμεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2226/1994, που είχαν διανύσει στους φορείς από τους οποίους είχαν απολυθεί και ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των επαναπροσλαμβανομένων σε ασφαλιστικά ταμεία βάσει της ανωτέρω διάταξης αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια από της επαναπρόσληψης ή πρόσληψής τους". Κατ΄εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 170/1974 εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 254166/5.7.2002 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Γεωργίας (ΦΕΚ τ. Β 888/15.9.2002), με την οποία εγκρίθηκε η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΕ για την τροποποίηση του ισχύοντος Οργανισμού της ΑΤΕ και στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 140 προστέθηκε νέο εδάφιο που έχει ως εξής "κατ΄ εξαίρεση στους πρώην υπαλλήλους της ΚΥΔΕΠ, που προσλήφθηκαν στην ΑΤΕ σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 ν. 2190/199 η πραγματική υπηρεσία τους, που διανύθηκε από την ημέρα του διορισμού τους μέχρι την απόλυσή τους, καθώς και ο εκτός υπηρεσίας χρόνος που διήνυσαν από την πρόσληψή τους από την εργασία τους στην ΚΥΔΕΠ μέχρι την επαναπρόσληψή τους στην ΑΤΕ προσμετράται ολόκληρη αποκλειστικά και μόνο για την ένταξή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο. Από την προσμετρούμενη υπηρεσία αφαιρείται ο ήδη προσμετρηθείς χρόνος της προϋπηρεσίας αυτής με βάση οποιαδήποτε διάταξη. Η προσμέτρηση του παραπάνω χρόνου για προαγωγή ή βελτίωση της αρχαιότητας στο βαθμό αποκλείεται". Η διάταξη αυτή ίσχυσε από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (15.7.2002). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι υπό την ισχύ του άρθρου 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997 η Αγροτική Τράπεζα ως νέος εργασιακός φορέας των πρώην εργαζομένων της ΚΥΔΕΠ είχε υποχρέωση προσμέτρησης ολόκληρου του εκτός υπηρεσίας χρόνου και ολόκληρου του χρόνου της πραγματικής τους υπηρεσίας στην ΚΥΔΕΠ για κάθε έννομη συνέπεια, δηλαδή τόσο για τη μισθολογική, όσο και τη βαθμολογική ένταξη και προαγωγή τους, με αφετηρία το χρόνο πρόσληψης στην ΑΤΕ των ανωτέρω υπαλλήλων της, ενώ με την τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 140 παρ. 5 του Οργανισμού της ΑΤΕ, που έχει ισχύ νόμου, η προσμέτρηση του παραπάνω χρόνου γίνεται μόνο για την ένταξη στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και αποκλείεται για προαγωγή ή βελτίωση της αρχαιότητας στο βαθμό αυτό. Με την τελευταία νεότερη διάταξη του Οργανισμού της ΑΤΕ ο νομοθέτης θέλησε να καταργήσει τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997, που ρύθμιζε κατά τρόπο αντίθετο τις έννομες συνέπειες της προσμέτρησης, του εκτός υπηρεσίας και της πραγματικής υπηρεσίας χρόνου των πρώην υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ, χωρίς όμως να ορίσει ρητά ότι αυτή έχει αναδρομική δύναμη, ούτε από την έννοια και το σκοπό της συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος της, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, είναι πρώην εργαζόμενοι της ΚΥΔΕΠ, που απολύθηκαν απ΄ αυτή και προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα - εναγομένη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994 ο δεύτερος με το βαθμό του Υπολογιστή και οι υπόλοιποι με το βαθμό του δοκίμου. Η εργασιακή σχέση των εναγόντων υπήχθη στις διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης, η οποία από το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας τους στην ΚΥΔΕΠ και από τον εκτός υπηρεσίας τους χρόνο αναγνώρισε το σύνολο του χρόνου αυτού για τη χορήγηση επιδόματος πολυετίας και μέχρι τέσσερα έτη για την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια, ενώ δεν αναγνώρισε καθόλου χρόνο για βαθμολογική προαγωγή. Μεταγενέστερα με την 39/22.8.2002 πράξη του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της ΑΤΕ αποφασίστηκε από 15.7.2002 η αναγνώριση και προσμέτρηση όλου του χρόνου προϋπηρεσίας των εναγόντων στην ΚΥΔΕΠ και του εκτός υπηρεσίας χρόνου τους μόνο για αλλαγή του μισθολογικού τους κλιμακίου, αφού αφαιρέθηκε ο χρόνος μέχρι 4 έτη που είχε ήδη προσμετρηθεί για τον ίδιο σκοπό κατά την πρόσληψή τους στην ΑΤΕ. Περαιτέρω, αποκρούοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας Τράπεζας περί καταργήσεως σιωπηρώς του άρθρου 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997 με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 5 εδ. β του Οργανισμού της, δέχθηκε, ότι η τελευταία διάταξη δεν είχε αναδρομική ισχύ, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (15.7.2002), δηλαδή μετά την επίδοση στις 4.2.2002 της αγωγής, η οποία αφορούσε έννομες σχέσεις της χρονικής περιόδου μέχρι την 31.12.2001, οι οποίες δεν καταλαμβάνονται από την ανωτέρω διάταξη. Με βάση τις παραδοχές αυτές και την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997 αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης α) να προσμετρήσει ολόκληρο το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας των εναγόντων στην ΚΥΔΕΠ για τη μισθολογική κατάταξη και για τη βαθμολογική ένταξη και εξέλιξη αυτών β) να κατατάξει τους ενάγοντες με αφετηρία το χρόνο πρόσληψής τους στην εναγομένη στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και ακολούθως να τους προαγάγει, με βάση και τον προσμετρούμενο χρόνο υπηρεσίας τους στην ΚΥΔΕΠ στα δικαιούμενα μισθολογικά κλιμάκια μέχρι τις 31.12.2001 και γ) να εντάξει τους ενάγοντες, με αφετηρία το χρόνο πρόσληψής τους στην εναγομένη, στον αντίστοιχο βαθμό και ακολούθως να τους προαγάγει στους επόμενους βαθμούς μέχρι και τις 31.12.2001, με προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας τους στην ΚΥΔΕΠ και με την προαγωγική διαδικασία, που προβλέπουν οι διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης. Με τους πρώτο έως και έβδομο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79, 80, 102 και 140 παρ. 5 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι η τελευταία διάταξη δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν κατήργησε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του Ν. 2527/1997, ως και τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 και 22 του Συντάγματος, δεχόμενο ότι η διάταξη αυτή δεν είναι αντίθετη με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και τούτο διότι: α) η τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 140 παρ. 5 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας ίσχυσε από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (15.7.2002) και δεν κατήργησε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του Ν. 2527/1997, υπό την ισχύ του οποίου συντελέστηκαν τα παραγωγικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η αξίωση των αναιρεσιβλήτων, όπως προσμετρηθεί ο χρόνος της πραγματικής τους υπηρεσίας στην ΚΥΔΕΠ για τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη. 2) Η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του Ν. 2527/1997 δεν είναι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, διότι αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη προστασίας της ειδικής κατηγορίας των απολυθέντων υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ, ώστε να μη μεταβληθεί επί το δυσμενέστερο το υπηρεσιακό καθεστώς υπό το οποίο παρείχαν την εργασία του, στην ανωτέρω Υπηρεσία.

Συνεπώς, η αναγνώριση του χρόνου πραγματικής υπηρεσίας στην ΚΥΔΕΠ δεν έγινε σε βάρος των άλλων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας και δεν προσβάλλει την αρχή της ισότητας. Επίσης, η ίδια διάταξη δεν είναι αντίθετη με εκείνες των άρθρων 5 και 17 του Συντάγματος, διότι δεν προσβάλλει την Οικονομική Ελευθερία, ούτε την ιδιωτική περιουσία της αναιρεσείουσας με την επιβάρυνση της μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, με τις επιμέρους αιτιάσεις τους, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τους όγδοο, ένατο και δέκατο λόγους της αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, 1) ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδέχθηκε τη συνταγματικότητα του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, προσλαμβάνοντας χωρίς καμία εναντίωση τους πρώην εργαζομένους, της ΚΥΔΕΠ, 2) ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 17 παρ. 9 του Ν. 2527/1997, 3) ότι αναγνώρισε την πλασματική προαγωγή των αναιρεσιβλήτων, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της αναιρεσείουσας και την κρίση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτού (ευδόκιμη υπηρεσία, βαθμολογία στα φύλλα ποιότητας, ανάγκες υπηρεσίας κλπ). Οι προβαλλόμενοι με τους λόγους αυτούς ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8, αλλά επιχειρήματα. Συγκεκριμένα, ο πρώτος είναι επιχείρημα που διέλαβε το δικαστήριο προς θεμελίωση της αιτιολογίας του για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ως προς την συνταγματικότητα της ανωτέρω διατάξεως. Ο δεύτερος είναι νομικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεων αυτής, ως προς τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 9 του Ν. 2527/1977 και ο τρίτος, περί εφαρμογής εδώ υποχρεωτικά του άρθρου 140 του Οργανισμού, επίσης επιχείρημα της αναιρεσείουσας. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.5.2005 αίτηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 5884/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ