448/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated448/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε ετήσια και ακολούθως μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, βάσει συμβατικής προβλέψεως. Ότι η ίδια εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, παρά ταύτα, η εναγομένη προέβη στις 20-8-2008 σε προφορική καταγγελία της συμβάσεως, χωρίς σπουδαίο λόγο, απαιτώντας παράλληλα από αυτήν να συλλέξει άμεσα όλα τα προϊόντα που υπήρχαν στις εγκαταστάσεις της και να τα παραδώσει στα υποδειχθέντα από αυτήν πρόσωπα.
Full text
Απόφαση 448 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 448/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Διαφημιστική Εταιρία ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κατσαντώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 16-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1133/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4967/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4967/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Η αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία ... ΕΠΕ, με την από 3-2-2010 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι η ίδια είναι εμπορική εταιρία με αντικείμενο τις μεταφορές, αποθηκεύσεις και διανομές προϊόντων, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ είναι εμπορική εταιρία με αντικείμενο την εμπορία γυναικείων αξεσουάρ και καλλυντικών και ότι μεταξύ τους συνήφθη η από 23-10-2006 συμφωνία εμπορικής συνεργασίας, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε έναντι αμοιβής την αποθήκευση και διανομή των εμπορευμάτων της εναγομένης.
Ότι η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε ετήσια και ακολούθως μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, βάσει συμβατικής προβλέψεως. Ότι η ίδια εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, παρά ταύτα, η εναγομένη προέβη στις 20-8-2008 σε προφορική καταγγελία της συμβάσεως, χωρίς σπουδαίο λόγο, απαιτώντας παράλληλα από αυτήν να συλλέξει άμεσα όλα τα προϊόντα που υπήρχαν στις εγκαταστάσεις της και να τα παραδώσει στα υποδειχθέντα από αυτήν πρόσωπα.
Ότι η ίδια προέβη στην συλλογή, καταμέτρηση και παράδοση όλων των προϊόντων, δια του μονίμου και έκτακτου για τις περιστάσεις προσωπικού της, από 20-8-2008 έως 16-9-2008, τα οποία και παρέδωσε στην υποδειχθείσα από την εναγομένη παραλήπτρια εταιρία. Ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει για την όλη διαδικασία συγκέντρωσης και απόδοσης των προϊόντων τις αμοιβές της, που ανέρχονται, σύμφωνα με τον μεταξύ τους συμφωνηθέντα τιμοκατάλογο, συνολικά σε 77.382,38 ευρώ.
Ότι πέραν αυτών, η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει και το ποσό των 35.889,27 ευρώ, που αφορά αμοιβή της ενάγουσας από την παροχή συμβατικών υπηρεσιών μέχρι το χρόνο της καταγγελίας, ποσό το οποίο έχει αναγνωρίσει η εναγομένη εγγράφως ότι το οφείλει. Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε τα ανωτέρω ποσά, το μεν ποσό των 35.889,27 ευρώ καταψηφιστικά και αυτό των 77.382,38 αναγνωριστικά, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τους νόμιμους τόκους.
Ακολούθως η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ, άσκησε την από 16-1-2012 αγωγή της κατά της ως άνω ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία ... ΕΠΕ, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η τελευταία παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις σχετικά με τη φύλαξη και την ασφαλιστική κάλυψη των εμπορευμάτων, με συνέπεια να φθαρούν και να καταστραφούν προϊόντα της, συνολικής αξίας 101.744,23 ευρώ.
Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 101.744,23 ευρώ λόγω της ζημίας που υπέστη καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, με τους νόμιμους τόκους. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1133/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της από 3-2-2010 αγωγής της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια, κρίνοντας κατά τα λοιπά νόμιμες και τις δύο αγωγές, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 3-2-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς όλα τα κονδύλια αυτής, ενώ απέρριψε την από 16-1-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, και μόνον ως προς τη διάταξη αυτής, με την οποία έγινε δεκτή η από 3-2-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας και επιδικάστηκε σ' αυτή το ποσό των 77.382,38 ευρώ, προσέβαλε η εναγομένη στην εν λόγω αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 16-12-2016 έφεσή της, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 4967/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το παραπάνω προσβαλλόμενο κεφάλαιο, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την από 3-2-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε αυτήν, τόσο κατά την κύρια βάση όσο και ως προς την επικουρική περί αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση αυτής, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη - εφεσίβλητη- αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη από 14-11-2019 αίτηση αναίρεσης.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).
Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, και συγκεκριμένα:
α) την από 23-10-2006 σύμβαση συνεργασίας με την αναιρεσίβλητη, β) το από την αναιρεσίβλητη εκπονηθέν και αποσταλέν στην αναιρεσείουσα ''σχέδιο μετεγκατάστασης'' και τη συνημμένη σε αυτό ''λίστα ειδών μετεγκατάστασης σε προτεραιότητα'' και γ) τριακόσια σαράντα πέντε (345) δελτία αποστολής, από τα οποία αποδεικνύεται ο όγκος και το είδος των εργασιών που παρήγγειλε η αναιρεσίβλητη να εκτελέσει η αναιρεσείουσα, που αφορούν, κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας, σε παροχή εργασιών logistics, σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση συνεργασίας και όχι σε απλή παράδοση εμπορευμάτων, μετά από την καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, για τις οποίες οφείλεται αμοιβή παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο εκάστης των υπηρεσιών.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Μάλιστα ως προς την από 23-10-2006 σύμβαση συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, όπου ρητά προβλέπεται ότι σε περίπτωση καταγγελίας η αναιρεσείουσα θα οφείλει να μεταφέρει και να αποδώσει τα εμπορεύματα στον τόπο που θα της ορίσει η αναιρεσίβλητη με δικά της έξοδα και κίνδυνο (όρος 9.4) καθώς και ως προς τα ως άνω τριακόσια σαράντα πέντε (345) δελτία αποστολής, η προσβαλλόμενη απόφαση κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση αυτών.
Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω πρώτος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002). Όμως δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που κατά τα άρθρα 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ δεν χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά έγγραφα, αλλά απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 674/1997, ΑΠ 861/1994) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 794/2017, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 25/2011), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 605/2021, ΑΠ 22/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 531 και 532/27-10-2014 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων Δ. Μ.
και O. S. αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ελευσίνας καθώς και των ταυτάριθμων με την πρωτόδικη απόφαση υπ' αριθ. 1133/2014 πρακτικών συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στο οποίο περιέχεται η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Ε. Ν., η οποία (παραμόρφωση) έγκειται στο γεγονός ότι το Εφετείο, κατά την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, παρέλειψε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο λέξεις, φράσεις και περικοπές από το κείμενό τους, που θα οδηγούσαν σε διαφορετικό υπέρ της αναιρεσείουσας αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή αμοιβής στην αναιρεσείουσα λόγω εκτέλεσης εργασιών από την τελευταία, μετά την καταγγελία της επίδικης σύμβασης από την αναιρεσίβλητη.
Σύμφωνα, όμως, με την αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου, καθώς και τα πρακτικά του δικαστηρίου, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραμόρφωσης του περιεχομένου τους.
Επομένως, ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος. O προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1230/2014).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αναφορικά με την απόρριψη της επικουρικής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάσης της αγωγής. Συγκεκριμένα ως προς το λόγο αυτό αναφέρονται στο αναιρετήριο μόνο το σχετικό απόσπασμα της προσβαλλόμενης ήτοι ''Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο .....
ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία οι αξιώσεις της αμοιβής για το συμφωνηθέν έργο της συλλογής, καταμέτρησης και παράδοσης των προϊόντων αναφέρεται στην από 23-10-2006 σύμβαση κατά το τμήμα της παρακαταθήκης. Η αγωγική απαίτηση, όμως, δεν αφορά παρακαταθήκη, αλλά στάδιο μεταγενέστερο αυτής και συνεπώς τα αιτούμενα με την επικουρική βάση αυτή είναι αβάσιμα και απορριπτέα'' και ακολούθως τα εξής: "Με την ως άνω παραδοχή της η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, για το παραπάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν διέλαβε τις κατά νόμον απαιτούμενες επαρκείς αιτιολογίες και για τον λόγο αυτόν πρέπει να αναιρεθεί".
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της ούτε, επίσης, ο ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 14-11-2019 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ''... ΕΠΕ'' για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4967/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 26 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ